''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Ρωμηοσύνη ή Βαρβαρότητα;






ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

ΜΕΡΟΣ Α’ ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ 

Τα δύο ρεύματα του 19ου αιώνα 
Έλληνες λοιπόν ή Ρωμηοί; 
Και οι Βυζαντινοί; 

ΜΕΡΟΣ Β’ Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ 

Το υπερεθνικό κράτος 
Η Χριστιανική Οικουμένη 
α) Πολιτική ιδεολογία 
β) Καισαροπαπισμός 
γ) Θεοκρατία 

ΜΕΡΟΣ Γ’ Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΥΣΗ 

Οι σκοτεινοί χρόνοι 
Η πρώτη εμφάνιση των «Γραικών» 
Ο Καρλομάγνος και η αυτονόμηση της Δύσης από τη Ρωμιοσύνη 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

α) Ελληνόγλωσση 
β) Ξενόγλωσση 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μου έτυχε πολλές φορές να παρατηρήσω ότι σε διάφορες συζητήσεις χρησιμοποιείται ο όρος "βυζαντινισμός" με αρνητική έννοια. Όταν, δηλαδή, η συζήτηση πλατειάζει τότε γίνεται λόγος για βυζαντινολογία. Χρησιμοποιείται τέτοια ορολογία αβασάνιστα, αγνοώντας τον σκοπό της καθιερώσεώς της, αλλά και την αιτία επικρατήσεώς της. Αυτό φαίνεται και από το ότι παλαιότερα ό,τι είχε σχέση με τις βυζαντινές τέχνες και τον λεγόμενο βυζαντινό πολιτισμό ήταν περιφρονητέο. Βέβαια αυτό σήμερα έχει αναθεωρηθή σε αρκετά σημεία. Η περιφρόνηση, παραθεώρηση και ειρωνεία κάθε πράγματος που έχει σχέση με το λεγόμενο Βυζάντιο ή η χρησιμοποίηση διαφόρων όρων με αρνητική έννοια δεν είναι ανεξάρτητο από την προσπάθεια των Φράγκων να θέσουν στο περιθώριο της ιστορίας την Ρωμαίικη αυτοκρατορία, αυτή που σήμερα έχουμε μάθει να ονομάζουμε Βυζάντιο, καθώς επίσης να εξυψώνουν τον εαυτό τους, θεωρώντας ότι αυτοί αποτελούν την διάδοχη κατάσταση της παλαιάς μεγάλης και λαμπρής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πραγματικά, ο όρος Βυζάντιο πλάστηκε μόλις στις αρχές του δεκάτου έκτου αιώνος (1562 μ.Χ.) από τον Φράγκο ιστορικό Ιερώνυμο Wolf, χρησιμοποιήθηκε δε αργότερα επανειλημμένως από άλλους δυτικούς συγγραφείς με σκοπό την υποτίμηση της Ρωμηοσύνης. Κάθε τι που έχει σχέση με το Βυζάντιο εθεωρείτο αποβλητέο και περιφρονητέο και άρα καταδικαστέο. Ουσιαστικά θεωρούσαν ότι το Βυζάντιο ήταν μεσαίωνας.
Όμως, στις πηγές δεν γίνεται λόγος για Βυζάντιο, που ήταν η αρχαία ελληνική πόλη η οποία ιδρύθηκε από τον Βύζαντα τον Μεγαρέα, αλλά για Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με την μεταφορά της Πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού Κράτους από την Ρώμη στο Βυζάντιο η πόλη αυτή ονομάστηκε Νέα Ρώμη, εν αντιθέσει προς την Παλαιά Ρώμη. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από πλευράς πίστεως και θρησκείας ήταν Ορθόδοξη, από πλευράς πολιτισμού ήταν ελληνική, αφού ήταν ελληνισμός σε οικουμενική διάσταση, η δε νομική συγκρότηση διαποτιζόταν από την αρχαία ρωμαϊκή νομοθεσία. Στην Ρωμηοσύνη επικρατούσαν δύο καθιερωμένες γλώσσες ήτοι η ελληνική και η λατινική, αλλά υπήρχε κοινή πίστη και κοινή πολιτιστική παράδοση. Όσοι ενσωματώνονταν σ’ αυτά τα δεδομένα ήταν και λέγονταν Ρωμηοί. Η κατάληψη του δυτικού τμήματος του Ρωμαϊκού Κράτους από τους Φράγκους δημιούργησε πολλά προβλήματα. Οι Φράγκοι προσπάθησαν να πείσουν ότι αυτοί αποτελούν την διάδοχη κατάσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γι’ αυτό και χαρακτήρισαν όσους είχαν κέντρο την Νέα Ρώμη αιρετικούς, αγύρτες και απατεώνες. Έτσι δικαιολογούνται όλοι οι υποτιμητικοί όροι σε βάρος της Ρωμηοσύνης, τους οποίους εμείς οι διάδοχοι των Ρωμαίων, τους δεχόμαστε ανυποψίαστα και αβασάνιστα.

Πάντως, το γεγονός είναι ότι η Ρωμηοσύνη (τό Βυζάντιο) συνδέεται στενώτατα με την δόξα και την ανύψωση του ανθρωπίνου πνεύματος. Αυτό που μερικοί υποτιμητικά ονομάζουν "βυζαντινισμό" και "βυζαντινολογία" συνδέεται με ό,τι εκλεκτότερο έχει να προσφέρη η ανθρωπότητα. Όταν οι Ρωμηοί συζητούσαν για θεολογικά θέματα το έκαναν για να διασώσουν την ανθρωπιά και τον τρόπο δια του οποίου ο άνθρωπος φθάνει στην θέωση. Δεν επρόκειτο για απέραντες και ατέρμονες κοινωνικές, πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις, αλλά για ενασχόληση με υπαρξιακά θέματα. Γι’ αυτό και οι Ρωμηοί ήταν και είναι πάντοτε επίκαιροι και μοντέρνοι.
Αντίθετα, τον καιρό που οι Φράγκοι κατέλαβαν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κυριαρχούσαν στην Δύση, επικρατούσε εκεί ένας βαρβαρισμός, ένα πραγματικά επαρχιώτικο πνεύμα. Όταν, δηλαδή, η Ρωμηοσύνη βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της, στην Δύση επικρατούσε ένας βάρβαρος μεσαίωνας, αφού η ορθόδοξη θεολογία είχε αντικατασταθή από την σχολαστική θεολογία που περιόριζε την ανθρώπινη εμπειρία στα όρια της ανθρώπινης λογικής. Άλλωστε, η πτώση της σχολαστικής θεολογίας και στην Δύση στις ημέρες μας, και η εξύψωση της αποκαλυπτικής ορθοδόξου θεολογίας είναι δείγματα της διαφοράς των δύο πολιτισμών και των δύο τρόπων ζωής. Γι’ αυτό τίθεται το ερώτημα: "Ρωμηοσύνη ή βαρβαρότητα;". Με το κρίσιμο αυτό θέμα ασχολήθηκε ο συγγραφεύς του παρόντος βιβλίου. Νομίζω ότι είναι αρκετά ενημερωτικό και αποκαλυπτικό. Ο αναγνώστης μπορεί να μάθη πολλά πράγματα, να δη αναλυμένη, επεξηγημένη και απλοποιημένη την ρωμαϊκή ιστορία, όπως την περιέγραψαν τελευταία πολλοί επιστήμονες, ιδιαιτέρως όμως ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Θα διαπιστώση την αξία του να είναι κανείς Ρωμηός. Ο συγγραφεύς του παρόντος βιβλίου Αναστάσιος Φιλιππίδης μου είναι γνωστός από πολλές δεκαετίες. Τον γνώρισα μαθητή του Δημοτικού Σχολείου στην Έδεσσα. Στην συνέχεια τελείωσε τις σπουδές του στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θεσσαλονίκης Ανατόλια και έπειτα σπούδασε στο Οικονομικό τμήμα του Πανεπιστημίου YALE της Αμερικής. Έκανε πολύχρονες μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές πάνω σε οικονομικά θέματα έλαβε το master από το Πανεπιστήμιο GEORGETOWN της Ουάσιγκτον, και εργάστηκε στις ΗΠΑ. Έτσι γνώρισε από πολύ κοντά τον δυτικό τρόπο ζωής και από ό,τι γνωρίζω απογοητεύθηκε από αυτόν. Στην συνέχεια μελέτησε με πολύ ενδιαφέρον τον ρωμαίικο τρόπο ζωής που τον εντυπωσίασε πολύ. Γι’ αυτό ασχολήθηκε με επιστημονικό τρόπο με το θέμα, και είναι αλήθεια με πολύ μεγάλο μεράκι. Αυτό μπορεί να το διαπιστώση ο αντικειμενικός αναγνώστης. Το βιβλίο αυτό δεν είναι αντιευρωπαϊκό, όπως μπορεί εσφαλμένα να νομίση ο επιπόλαιος αναγνώστης, αλλά παρουσιάζει τον τρόπο ζωής της αληθινής Ευρώπης, που ήταν εμποτισμένη στο πνεύμα της Ρωμηοσύνης, της Ευρώπης, δηλαδή, πριν από τον Καρλομάγνο. Γιατί πραγματικά, η σύγχρονη Ευρώπη έχει ως κέντρο της τον Καρλομάγνο, παρουσιάζεται ως διάδοχη κατάσταση του ιδρυτού της "αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους". Όπου κι’ αν σκάψη κανείς στην Ευρώπη, στην γή, στις μνήμες των λαών, στα τραγούδια, στα ήθη και τα έθιμα θα διακρίνη τον αληθινό Ρωμαίικο τρόπο ζωής. Επομένως, όταν σήμερα μιλάμε για Ρωμηοσύνη εννάούμε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς επίσης και τον τρόπο ζωής που εμπνέεται από την ζωή που επικρατούσε στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, πριν καταληφθή από τους Φράγκους.
Είμαι βέβαιος ότι το βιβλίο αυτό θα αποτελέση έναν καλό πλοηγό για να μπορέση κανείς να περάση με επιτυχία τον ωκεανό της σύγχρονης ζωής, όπου υπάρχουν τα καρλομαγνικά κύματα, και να πορευθή στο λιμάνι της Ρωμηοσύνης, που είναι πραγματικά ό,τι εκλεκτότερο έχει να επιδείξη η ανθρωπότητα.
Αρχιμανδρίτης. Ιερόθεος Σ. Βλάχος


Υπέρογκες αρχιτεκτονικές• Λαρίων, Φαμαγκούστα,
Μπουφαβέντο• σχεδόν σκηνικά.
Είμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς
το Ιησούς Χριστός νικά
που είδαμε κάποτε στα τείχη της Βασιλεύουσας
τα φαγωμένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια
με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα
σαν ενός δυνατού που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.

Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος
για την πίστη του Χριστού
και για την ψυχή του ανθρώπου
καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού
που είχε στα  μάτια ψηφιδωτό
τον καημό της Ρωμιοσύνης
εκείνου του πέλαγου τον καημό
σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλωσύνης.
(Γ. Σεφέρης)

Εισαγωγή

Δεκατρία χρόνια μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ πολλαπλασιάζονται γύρω μας οι ενδείξεις μιας βαθύτατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Παρά τις παχυλές μεταβιβάσεις πόρων από την Κοινότητα, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση , η Ελλάδα δείχνει να απομακρύνεται παρά να πλησιάζει προς τους εταίρους της. Μέχρι στιγμής, η ελληνική πολιτική αντίδραση σ’ αυτή τη διαπίστωση περιορίζεται στην προσπάθεια για όσο το δυνατό μεγαλύτερη εκταμίευση χρημάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυριαρχεί, δηλαδή, η άποψη πως πρόκειται καθαρά για πρόβλημα άνισης ανάπτυξης το οποίο θα λυθεί μόλις εισρεύσουν ικανά κεφάλαια και τεχνογνωσία από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η γνώμη μας είναι πως η ελληνική κρίση είναι διαφορετικής μορφής. Πρόκειται περισσότερο για μια συνολική εθνική κρίση ταυτότητος, όπου η διαφαινόμενη επικράτηση ενός αλλότριου πολιτισμού προκαλεί σπασμωδικές και ανεξέλεγκτες ατομικές αντιδράσεις, πέρα από κάθε ηθικό πλαίσιο και κάθε ιεραρχική δομή. Οι μεταβιβάσεις πόρων δεν πρόκειται να επιλύσουν κανένα πρόβλημα (ούτε καν το στενά οικονομικό), αν δεν προηγηθεί μια συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας, των πολιτιστικών αιτίων που μας διαφοροποιούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και που ακυρώνουν τις συνήθεις συνταγές για υπέρβαση της κρίσης. Αλλιώς, η Ελλάδα θα αναζητάει συνεχώς «κατανόηση» για τα προβλήματά της, ενώ οι κοινοτικοί εταίροι θα αγανακτούν για τη μη συμμόρφωσή μας προς τις οδηγίες τους.
Κατά την άποψή μας, η κρίση που βλέπουμε σήμερα δεν είναι παρά η κατάληξη μιας μακραίωνης αναμέτρησης δύο κόσμων, δύο πολιτισμών, δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει στις μέρες μας η τάση να υποβαθμίζουμε τις ιστορικές διαφορές ελληνισμού και Δύσης καθώς προσπαθούμε να τονίσουμε την «κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά» που δήθεν δένει τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποδοχή, για παράδειγμα, της Συνθήκης του Μάαστριχτ – ερήμην του απληροφόρητου ελληνικού λαού – συνοδεύτηκε από έναν προπαγανδιστικό βομβαρδισμό με κεντρικό μήνυμα το ότι η Ελλάδα «επιτέλους» ξαναβρίσκει τον προορισμό της μέσα στην Ευρώπη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε άποψη που έρχεται σε αντίθεση με το ιδεολόγημα της ενιαίας ευρωπαϊκής ιδέας και υπενθυμίζει την ιστορική αντίθεση Ελλάδας – Δυτικής Ευρώπης είναι ασφαλώς καταδικασμένη να τεθεί στο περιθώριο στα χρόνια που έρχονται.
Το δρόμο για την αποδοχή αυτής της ουδετεροποιημένης θεώρησης της Ιστορίας τον έχουν ανοίξει εδώ και δυο αιώνες ορισμένοι δυτικοσπουδαγμένοι  Έλληνες λόγιοι που επέβαλαν στο λαό μας μια αντίληψη της ζωής και της Ιστορίας αντίθετη με αυτήν που ο ίδιος ο λαός είχε διατηρήσει στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η συστηματική αλλοίωση της πολιτιστικής μας φυσιογνωμίας έχει φτάσει σήμερα στο ακραίο στάδιο σχιζοφρένειας. Βλέπουμε και αναλύουμε τον εαυτό μας, την Ιστορία μας, τη θρησκεία μας μέσα από τη δυτική άποψη για τον εαυτό μας, την Ιστορία μας, τη θρησκεία μας.... Κοιταζόμαστε δηλαδή σ’ ένα καθρέφτη που δεν δείχνει εμάς αλλά μια ζωγραφιά του εαυτού μας, φτιαγμένη από τους δυτικοευρωπαίους. Είναι αναπόφευκτο να μη μπορούμε να διορθώσουμε τα αληθινά μας προβλήματα, αφού ούτε καν τα αναγνωρίζουμε στον παραμορφωτικό καθρέφτη μας.
Αποτέλεσμα αυτής της παραμόρφωσης, αλλά και απόδειξη της πολιτιστικής διαφοράς μας, είναι οι συνεχείς παρεξηγήσεις σχετικά με τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Έτσι, οι νεοέλληνες κολακεύονται ακούγοντας επίσημους ξένους να υμνούν τον τόπο που γέννησε τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, κλπ., και θέλουν να αγνοούν ότι την ίδια ώρα οι ίδιοι ξένοι θεωρούν τη σημερινή Ελλάδα ως μια παρηκμασμένη χώρα – όνειδος για την Ευρώπη. Ενώ οι νεοέλληνες θέλουν να καυχιούνται ότι ανήκουν ση Δύση, οι δυτικοευρωπαίοι μας αντικρύζουν ως ένα ενοχλητικό υπόλειμμα Ανατολής μέσα στην Κοινότητά τους.
Αυτές οι παρεξηγήσεις συχνά οδηγούν σε σημαντικά εθνικά προβλήματα, μέχρι και εθνικές καταστροφές, όταν οι νεοέλληνες αδυνατούν να κατανοήσουν την αντίδραση των ευρωπαίων σε «δίκαια» εθνικά αιτήματα. Έτσι ως κράτος βρισκόμαστε συνεχώς προ εκπλήξεων με τη στάση των ξένων άλλοτε για τη Μεγάλη Ιδέα, άλλοτε για τη Μικρασιατική καταστροφή, άλλοτε για το Κυπριακό και, εντελώς πρόσφατα, για το «Μακεδονικό». Κατά τη γνώμη μας, είναι δυστυχώς αναπόφευκτο η αυξανόμενη σήμερα εθνικιστική ένταση στην Ευρώπη να μας προσφέρει και νέες εκπλήξεις στο μέλλον εξαιτίας των λαθεμένων προσδοκιών μας από τους ξένους. Ήδη μέσα στα δυο τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες ενός απίστευτου – για κοινοτικούς «εταίρους» - ανθελληνικού μένους στα δημοσιεύματα του δυτικού Τύπου. Και, σε ό,τι αφορά τους δυτικοευρωπαίους, είναι φυσικό αυτοί να έχουν τις όποιες απόψεις τους. Το πρόβλημα είναι η δική μας άγνοια για το διαφορετικό ιστορικό υπόβαθρο από το οποίο αυτοί κρίνουν τα πράγματα.
Η εργασία μας αποτελεί μια προσπάθεια να εντοπιστεί ιστορικά η προσέλευση της διαφορετικής οπτικής γωνίας με την οποία βλέπουν την Ελλάδα και την Ευρώπη οι Έλληνες και οι Δυτικοί. Ορισμένα πολύ σημαντικά προβλήματα της εθνικής μας ταυτότητας δεν μπορούν να απαντηθούν , αν δεν έχουμε υπόψη μας τις ρίζες των ιστορικών διαφορών μας με τη Δύση.
Ένα παράδειγμα τέτοιου προβλήματος είναι, όπως είπαμε, η γνώμη που έχουν οι δυτικοί για τη σημερινή Ελλάδα. Γνώμη βαθύτατα περιφρονητική, όπως έχουν την ευκαιρία να διαπιστώνουν καθημερινά εκατομμύρια συμπατριώτες μας στο εξωτερικό. Οι νεοέλληνες πιστεύουν ότι αυτή η γνώμη έχει ίσως τη ρίζα της στην Τουρκοκρατία, όταν οι ξένοι περιηγητές διαπίστωναν από πρώτο χέρι τη φοβερή καθυστέρηση των ραγιάδων σε σχέση με τη Δύση. Στο βαθμό που η Ελλάδα κουβαλάει ακόμη κατάλοιπα της Τουρκοκρατίας, οι δυτικοί διατηρούν μια περιφρονητική στάση απέναντί της.
Η αντίληψη αυτή είναι εντελώς λαθεμένη και αστήρικτη ιστορικά. Η γνώμη των δυτικών για την Ελλάδα δε σχηματίστηκε κατά την Τουρκοκρατία. Η ίδια περιφρόνηση παρατηρείται κατά τους τελευταίους αιώνες πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όταν η Λατινική εκκλησία είχε αποδυθεί σε ολομέτωπο αγώνα εκλατινισμού, τόσο θρησκευτικού όσο και γλωσσικού, των Ρωμηών. Την ίδια περιφρόνηση συναντάμε απροκάλυπτη κατά την εποχή των Σταυροφοριών. Κι αν θέλουμε να αναζητήσουμε τις πραγματικές ρίζες της πρέπει να φτάσουμε στην αρχή της μεσαιωνικής περιόδου, στους αιώνες από τον 5ο ως τον 9ο, όταν διαμορφώνεται για πρώτη φορά ως έννοια η «Δυτική Ευρώπη». Επομένως, η περιφρόνηση των δυτικών δεν προέρχεται από τη σημερινή «ανωτερότητα» του δυτικού πολιτισμού, αλλά από ιστορικές διαφορές που υπήρχαν ακόμη κι όταν οι δυτικοευρωπαίοι ζούσαν στα σκοτάδια της μεσαιωνικής βαρβαρότητας. Με αυτό το πολύ ουσιαστικό ζήτημα ασχολείται αναλυτικά το τρίτο μέρος (κεφάλαια 6, 7 και 8) της μελέτης μας.
Ένα δεύτερο παράδειγμα προβλήματος, το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί αν δεν ερευνηθεί η ιστορική αιτία της διαφοράς μας με τη Δύση, είναι το γνωστό δίλημμα για το αν η Ελλάδα ανήκει (εννοείται πολιτιστικά) στην «Ανατολή» ή στη «Δύση».  Κατά τη γνώμη μας οι σχετικές συζητήσεις συχνά δεν λαμβάνουν υπόψη τους ορισμένα θεμελιώδη ιστορικά δεδομένα. Όπως θα δούμε στην εργασία μας, η Δυτική Ευρώπη γεννήθηκε, κατά τον 5ο έως 8ο αιώνα, όταν τα βαρβαρικά γερμανικά φύλα συγκρούστηκαν με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, αποκλειστικός φορέας του οποίου ήταν τότε η λεγόμενη «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία. Η δυτικοευρωπαϊκή συνείδηση σχηματίζεται μέσα από την αντιπαράθεση με την Κωνσταντινούπολη και ορίζεται απ’ αυτήν. Δυτικοευρωπαίος από τότε και ύστερα είναι όποιος δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, όποιος δεν αισθάνεται ότι ανήκει στην Οικουμενική Χριστιανική Αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, όποιος δεν ασπάζεται τον πολιτισμό που προήλθε από τη σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Αν δεχτούμε αυτή τη βασική ιστορική θέση, παύουν να έχουν αξία οποιεσδήποτε συζητήσεις για τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη, στη Δύση, στην Ανατολή. Για τους Ευρωπαίους, η Ελλάδα εξ ορισμού δεν ανήκει στην Ευρώπη τους, αφού είναι η κληρονόμος της αντίπαλης παράδοσης, του αντίπαλου πολιτισμού τον οποίο χρειάστηκε να πολεμήσουν σκληρά οι ίδιοι ώστε να γίνουν αυτό που είναι σήμερα. Ας μη ξεχνάμε ότι η ευρωπαϊκή μεσαιωνική ιστορία από το 800 ως το 1400 είναι μια συνεχής σύγκρουση Λατίνων και «Βυζαντινών». Αλλά και σήμερα, οι επίκαιρες συζητήσεις περί της «κοινής ευρωπαϊκής κληρονομιάς» δεν περιλαμβάνουν στοιχεία της ρωμαίικης παράδοσής μας. Αντίθετα, τα κατάλοιπα αυτής της παράδοσης θεωρούνται αναχρονιστικά εμπόδια για την ολοκλήρωση της νέας πολιτιστικής φυσιογνωμίας της Ευρώπης.
Για τους Έλληνες, από την άλλη, δεν έχει νόημα να ταυτίζονται είτε με την Ανατολή είτε με τη Δύση, αφού αυτές οι έννοιες ορίζονται σε (αντιθετική) σχέση με την Ελλάδα: η Δύση υπάρχει, με την πολιτιστική έννοια, επειδή πολέμησε και εξαφάνισε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό –αλλιώς όλη η Ευρώπη θα ήταν ακόμη μια ρωμαίικη επαρχία. Η Ανατολή υπήρξε πάντοτε κάτι διαφορετικό από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, αν και επηρεάστηκε βαθύτατα απ’ αυτόν κατά το Μεσαίωνα. Το συμπέρασμα είναι ότι, ιστορικά, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή ορίζονται σε σχέση με την Ελλάδα, και όχι το αντίστροφο. Αυτό συμβαίνει για τον απλούστατο λόγο ότι οι Έλληνες υπήρξαν επί 1800 τουλάχιστο χρόνια (από το 600 π.Χ. μέχρι το 1200 μ.Χ.) το αναμφισβήτητα πιο πολιτισμένο έθνος στην Ευρώπη. Επομένως αυτό που συνέβαινε ήταν ότι οι άλλοι λαοί που έρχονταν σε επαφή μαζί μας έπρεπε να πάρουν θέση και να δεχθούν ή να απορρίψουν τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού.
Το ιστορικό πλαίσιο που προτείνουμε εδώ βοηθάει στην κατανόηση ορισμένων προβλημάτων και παρεξηγήσεων που αλλιώς παραμένουν δυσερμήνευτα. Ένα χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η περιβόητη «Ιστορία της Ευρώπης» του Ντυροζέλ που προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις στη χώρα μας. Αιτία η απουσία της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου από την ευρωπαϊκή Ιστορία. Για τους Έλληνες είναι αυτονόητο ότι η αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο αποτελούν θεμελιώδεις παράγοντες στη διαμόρφωση της Ευρώπης. Για τους ξένους όμως, η Ευρώπη αρχίζει από τη στιγμή που εμφανίζονται οι ίδιοι στο προσκήνιο, δηλαδή από τον 4ο μ.Χ. αιώνα με τις εισβολές των Γερμανικών φύλων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.  Η όλη «ευρωπαϊκή ιδέα», που τόσο διαφημίζεται στις μέρες μας δεν αποτελεί παρά την προσπάθεια επανένωσης των απογόνων εκείνων των γερμανικών φύλων. Σ’ αυτό το σχήμα δεν είναι πολύ φανερό το γιατί η Ελλάδα ή το «Βυζάντιο» ανήκουν στην «Ευρώπη». Ίσα-ίσα, η όλη πορεία της Ευρώπης μετά τον 4ο αιώνα δεν ήταν παρά η επέκταση των «Ευρωπαίων» (δηλαδή των βαρβάρων) σε βάρος των «Βυζαντινών» (δηλαδή των Ρωμαίων). Οι δυτικοί ιστορικοί προσπαθούν βέβαια να μας πείσουν ότι Ρωμαίοι και βάρβαροι συγχωνεύτηκαν και έτσι δημιουργήθηκε ο σημερινός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός. Η άποψη αυτή αποτελεί μια ενσυνείδητη παραποίηση της Ιστορίας την οποία έχουν επιβάλει οι δυτικοί για να αμνηστεύσουν τα εγκλήματα των προγόνων τους και ταυτόχρονα να οικειοποιηθούν τα επιτεύγματα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε περισσότερα πάνω σ’ αυτή τη θεμελιώδη παραποίηση της Ιστορίας στα κεφάλαια 4, 6, και 8 της μελέτης μας.
Η άποψη Ντυροζέλ ήταν «αιρετική» μόνο στο ότι αγνοούσε της αρχαία Ελλάδα. Η παράλειψη του Βυζαντίου είναι κοινός τόπος στις δυτικές ιστορίες της Ευρώπης. Ως ένα από τα αμέτρητα παραδείγματα ας αναφέρουμε την πρόσφατη (1980) πολύτομη γαλλική «Γενική Ιστορία της Ευρώπης» (επιμέλεια C. Livet και R. Mousnier,  έκδοση των Presses Universitaires de France) που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το 1990  από τις εκδόσεις Παπαζήση. Την ελληνική έκδοση μάλιστα προλογίζει ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, Γ. Βλάχος, ο οποίος εκφράζει την κατάπληξή του για την απουσία του Βυζαντίου. Αλλά ποια κατάπληξη; Για οποιονδήποτε έχει ζήσει στο εξωτερικό, είναι γνωστό ότι για τους δυτικούς η μεσαιωνική και νεώτερη Ελλάδα δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτό που ονομάζεται «Ευρώπη». Ακόμη κι όταν λόγοι «ευγένειας» και «πολιτιστικού πλουραλισμού» επιβάλλουν να συμπεριληφτεί το Βυζάντιο σε τέτοιες εκδόσεις, ο ρόλος του είναι καθαρά περιφερειακός, σαν να επρόκειτο για κάποιο  ασήμαντο δουκάτο της Ανατολής και όχι για την επί αιώνες σημαντικότερη πολιτική και πολιτιστική δύναμη της Ευρώπης. Δυστυχώς η μακραίωνη έχθρα της Δύσης εναντίον των Ρωμηών του μεσαίωνα δεν της επιτρέπει ακόμη και σήμερα να δει αντικειμενικά ένα τόσο «ακίνδυνο»  θέμα  όπως η μεσαιωνική Ιστορία.
Ως τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα ας αναφέρουμε το συλλογικό έργο  «Handbuch der Europaischen Geschichte» του εκδοτικού οίκου Ernst Klert-Cotta της Στουτγάρδης με γενικό εκδότη τον Theodore Schieder που παρουσιάζει την ευρωπαϊκή Ιστορία από την ύστερη αρχαιότητα ως σήμερα  σε εφτά ογκώδεις τόμους. Στον πρώτο τόμο (κυκλοφόρησε το 1976) ο εκδότης βεβαιώνει ότι το έργο δεν περιορίζεται στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, αλλά επεκτείνεται και στην ανατολική για να συμπεριλάβει το σλαβικό και τον ελληνορθόδοξο κόσμο. Κι ωστόσο, ο πρώτος τόμος που καλύπτει την εποχή από το 400 μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 11ου αιώνα  αφιερώνει μόλις 81 από τις 1061 σελίδες του στο Βυζάντιο. Εφτά αιώνες  Βυζαντινής Ιστορίας καλύπτουν όσο και η εξέταση  της οργάνωσης των βαρβαρικών φυλών κατά τον 5ο αιώνα (75 σελίδες)!
Νομίζουμε ότι τα σχόλια περιττεύουν μπροστά σ’ αυτά τα παραδείγματα. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός  για να μην αντιλαμβάνεται ποια είναι η ευρωπαϊκή άποψη για μας , για την Ιστορία μας, για την παράδοσή μας. Αντί να προσπαθούμε με κομπλεξικές διαμαρτυρίες και ανακοινώσεις να πείσουμε τους δυτικοευρωπαίους να συμπεριλάβουν και μας στην Ιστορία τους, θα έπρεπε, με αφορμή τον Ντυροζέλ, να αρπάξουμε αυτή τη σπάνια εκδήλωση ειλικρίνειας εκ μέρους  τους. Θα έπρεπε επιτέλους να αντιληφθούμε ότι ως λαοί, αλλά και ως πολιτισμοί , ο ελληνικός και ο δυτικοευρωπαϊκός βρίσκονται σε σύγκρουση από την εποχή που πρωτοεμφανίζονται οι δυτικοευρωπαίοι τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Δεν είναι επομένως καθόλου παράξενο το ότι κάποια βιβλία εκφράζουν αυτό που υπάρχει στη συνείδηση κάθε δυτικοευρωπαίου.  Ο Ντυροζέλ θα μπορούσε να γίνει η αφορμή για να σκεφτούμε πιο σοβαρά ποια είναι η δική μας θέση απέναντι σ’ έναν πολιτισμό  κατ’ εξοχήν εχθρικό, κατ’ εξοχήν αντιρωμαίικο. Έναν πολιτισμό που προσπαθεί να επιβάλλει έναν παγκόσμιο τύπο ανθρώπου, εξαφανίζοντας τη μνήμη και τη στάση ζωής κάθε διαφορετικού λαού, μαζί και του ελληνικού.
Η εργασία μας θα προσπαθήσει να αναδείξει  ορισμένες από τις ιστορικές αιτίες της διάστασης ελληνισμού και Δύσης, τονίζοντας αυτές που συνήθως παραγνωρίζονται ή παραποιούνται στην «επίσημη» ευρωπαϊκή, αλλά και ελληνική, ιστοριογραφία. Θεωρούμε  περιττό να αναφερθούμε στις πολιτιστικές διαφορές καθαυτές. Αυτές έχουν περιγραφεί με έξοχο τρόπο από ορισμένα από τα πιο λαμπρά πνεύματα που γέννησε η χώρα  μας τα τελευταία εκατό χρόνια, κι έχουν αποτυπωθεί στο έργο ζωής ενός Περ. Γιαννόπουλου, ενός Γ. Σεφέρη, ενός Φ. Κόντογλου.
Η μελέτη μας είναι, λοιπόν, καθαρά ιστορική. Το πρώτο τμήμα (κεφάλαια 1, 2 και 3) είναι αναγκαστικά αφιερωμένο στο ξεκαθάρισμα της σύγχυσης  που έχει προκληθεί γύρω από την εθνική μας ονομασία. Τα τελευταία 1500 χρόνια έχουμε αποκληθεί με τέσσερα  διαφορετικά ονόματα (Ρωμηοί, Γραικοί, Βυζαντινοί, Έλληνες). Οι λόγοι αυτής της σύγχυσης δεν προήλθαν  από το λαό μας, που πάντοτε γνώριζε το ένα και μοναδικό όνομά του σε όλους αυτούς τους  αιώνες. Προήλθαν από τους δυτικοευρωπαίους εχθρούς μας που επινόησαν διάφορα ονόματα για να μας αποκόψουν από την εθνική μας συνέχεια. Οι ονομασίες χρησιμοποιήθηκαν ως ιδεολογικά μέσα για την εξόντωση του ελληνισμού.
Στο δεύτερο τμήμα (κεφάλαια 4 και 5) εξετάζουμε το σχηματισμό της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης», η οποία διαφέρει ριζικά από τις φυλετικές εθνικές ιδεολογίες των δυτικών χωρών, ξεκινώντας από την εποχή που τα γερμανικά φύλα εισβάλλουν στη δυτική Ευρώπη. Οι δύο συνιστώσες αυτής της συνείδησης είναι η υπερεθνική μορφή του κράτους και ο Χριστιανισμός  Η κατανόηση της ρωμαίικης εθνικής ιδεολογίας αποτελεί απαραίτητο βήμα για την κατανόηση της ιδιαιτερότητας της Ρωμηοσύνης απέναντι στη Δύση.
Στο τρίτο τμήμα (κεφάλαια 6, 7 και 8) παρουσιάζουμε ορισμένα προβλήματα των «Σκοτεινών Χρόνων» (7ος-8ος αιώνας), οπότε σημειώνεται μια μεγάλη ρήξη στην ευρωπαϊκή Ιστορία: ένας βαρβαρικός λαός, οι Φράγκοι, ξεκινάει μια συνειδητή προσπάθεια παραποίησης της Ιστορίας με σκοπό να οικειοποιηθεί το Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό τίτλο. Από εκείνη τη στιγμή, όπως θα δούμε, η δυτική Ευρώπη κάνει την επιλογή της άρνησης και της σύγκρουσης με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Μέσα απ’ αυτή τη σύγκρουση αποχτάει η «Ευρώπη» για πρώτη φορά την αυτοσυνειδησία της και γεννιέται ως ξεχωριστό φαινόμενο ο δυτικός πολιτισμός. Στη ρήξη αυτή βρίσκονται οι πηγές της διάστασής μας με τους δυτικοευρωπαίους.
Από τον 9ο αιώνα και μετά, η Ρωμηοσύνη και η Δύση ακολούθησαν αποκλίνουσες πορείες, καθώς η Δύση εκδήλωσε το θανάσιμο μίσος της για κάθε τι ρωμαίικο. Οι εξωτερικές εκφράσεις αυτού του μίσους (Σχίσμα, «σταυροφορίες», Φραγκοκρατία, κλπ) υπήρξαν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για τους προγόνους μας και σημάδεψαν τον προσανατολισμό της Ρωμηοσύνης. Μια αναλυτική περιγραφή αυτής της περιόδου, όμως, βρίσκεται έξω από τα όρια της μελέτης μας. Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ είναι η διερεύνηση της πρωταρχικής ρήξης, της πηγής των συγκρούσεων που ακολούθησαν.
Η έκδοση της παρούσας μελέτης δεν θα  ήταν δυνατή χωρίς την αγάπη και την προτροπή του σεβαστού μου πατρός Ιεροθέου Βλάχου, ο οποίος διάβασε το χειρόγραφο και πρότεινε σειρά υποδείξεων για τη βελτίωσή του. Για όλα αυτά εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου. Για τον ενήμερο αναγνώστη θα γίνει επίσης φανερό ότι αυτή η μελέτη οφείλει τα μέγιστα στο πρωτοποριακό έργο του πατρός Ι. Ρωμανίδη «Ρωμηοσύνη». Η γνώμη μας είναι ότι, για διάφορους λόγους, η «Ρωμηοσύνη» δεν έχει προσεγγίσει όσους αναγνώστες θα μπορούσε. Πάντως, επειδή οι απόψεις του Ρωμανίδη είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενες, προσπαθήσαμε να προχωρήσουμε σε μια ανεξάρτητη ανάγνωση ορισμένων πηγών για να εξακριβώσουμε σε ποια σημεία επιβεβαιώνονται. Έτσι, όπου είχαμε τη δυνατότητα ελέγχου των πηγών το κάναμε, χωρίς να χρειάζεται να παραπέμψουμε στο Ρωμανίδη. Το συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνά μας βρίσκεται σε σχεδόν απόλυτη συμφωνία  με τα συμπεράσματα του Ρωμανίδη.
Θα μπορούσε να αντιπαρατηρήσει κάποιος ότι, όποιο κι αν είναι το συμπέρασμα μιας ιστορικής μελέτης, όλα αυτά λίγη σχέση έχουν με τα καυτά σημερινά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Εμείς διαφωνούμε μ’ αυτή την άποψη. Πιστεύουμε, κατ’ αρχήν, ότι η Ιστορία προσφέρει απαντήσεις σε ερωτήματα που  αντιμετωπίζουμε και σήμερα, επειδή ακριβώς τα ίδια ερωτήματα έχουν τεθεί και κατά το παρελθόν, Το όλο πρόβλημα Ελλάδας-Δύσης είναι ένα χαρακτηριστικό  παράδειγμα προβλήματος που υφίσταται εδώ και 1500 χρόνια. Ιδιαίτερα σε περιόδους όξυνσης των εθνικών μας κινδύνων καταντάει αυτοκαταστροφικό το να μην έχουμε συναίσθηση της βαθιάς πολιτιστικής αντιπαλότητας  που χαρακτηρίζει τα αισθήματα των δυτικών απέναντί μας.
Πέρα απ’ αυτό όμως, η ιστορική γνώση διαπλάθει και το όραμα που έχουμε για το μέλλον. Η εντύπωση που έχουμε για την αρχαία Ελλάδα, για το Βυζάντιο ή για τη δυτικοευρωπαϊκή Ιστορία καθορίζει, συνειδητά ή υποσυνείδητα, το τι είδους κοινωνία οραματιζόμαστε. Ίσως αυτό να εννοεί και ο Σεφέρης όταν λέει πως «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, σβήνει κανείς κι ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον».  Ο μόνος τρόπος  για να ξεπεράσουμε τα σημερινά μας προβλήματα είναι να ξαναβρούμε τη χαμένη ιστορική μας μνήμη και να έρθουμε έτσι πάλι σε επαφή με αυτό που πραγματικά είμαστε, με αυτό που πραγματικά αγαπά η ψυχή μας. Και τότε θα διαπιστώσουμε πως, όσο κι αν προσπαθούμε να το αρνηθούμε, πιστεύοντας ότι είμαστε ένα με τους δυτικοευρωπαίους, η καθημερινή μας ζωή, οι χαρές, οι πίκρες, οι ελπίδες, τα γλέντια και οι απογοητεύσεις μας είναι όλα διαποτισμένα από ένα αίσθημα αποκλειστικά δικό μας, άγνωστο στους δυτικούς, που μπορεί και να ονομάζεται «καημός της Ρωμηοσύνης»…



ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΑΙΩΝΗΣ  ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ

Αναστασίου Φιλιππίδη

Όλα τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στόν Συγγραφέα του

Απαγορεύεται η εμπορική αξιοποίηση τού 'Εργου

Πηγή Ηλεκτρονικού κειμένου

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Οι εθνικές μας ονομασίες






Μέρος Α’
Οι εθνικές μας ονομασίες

Κεφάλαιο 1
Τα δύο ρεύματα του 19ου αιώνα

Θα ξεκινήσουμε τη μελέτη μας με μια διευκρίνηση σχετικά με τους όρους «Έλληνας» και «Ρωμηός», κάτω από τους οποίους υπολανθάνει μια τεράστια διαμάχη. Οι Έλληνες του 1994 μένουν ίσως έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν ότι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας δόθηκε σκληρή ιδεολογική πάλη ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο λέξεις για την εθνική μας ονομασία. Η πάλη αυτή αντανακλούσε τη γενικότερη σύγκρουση δύο κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων στο χώρο μας, που άρχισε από τον 18ο αιώνα, αν και οι ρίζες της μπορούν να αναχθούν αρκετούς αιώνες πριν.
Από την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και μετά δημιουργήθηκαν δύο ρεύματα ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους. Το πρώτο προσπάθησε να μεταδώσει τις αξίες του ευρωπαϊκού ουμανισμού στους σκλαβωμένους Έλληνες και να «καθαρίσει» τη γλώσσα και τα έθιμα του λαού από τέσσερις αιώνες σκοταδιού. Για να αντλήσει υποστήριξη από τους ξένους χρησιμοποίησε την αρχαιολατρεία της εποχής του ρομαντισμού και διέδωσε με ενθουσιασμό τη θεωρία της φυλετικής προέλευσης των σημερινών Ελλήνων από τους αρχαίους. Σε μια εποχή που μεγάλα ονόματα της Ευρώπης όπως ο Γκαίτε, ο Μπάυρον, ο Χαίλντερλιν, ο Σέλλεϋ, κλπ. Υμνούσαν την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο κλασικό παρελθόν, η ύπαρξη κάποιων καθαρών απογόνων του Περικλή προκαλούσε ρίγη συγκίνησης σε πολλούς πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης.

Το ρεύμα αυτό προσπάθησε να επιβάλει μια αττικίζουσα γλώσσα στους Έλληνες, ώστε η ταύτιση με τους αρχαίους να γίνει ακόμη πιο αληθοφανής, και ταυτόχρονα συντάχθηκε απόλυτα με τις απόψεις των δυτικοευρωπαίων για τη μεσαιωνική μας Ιστορία: ο βυζαντινός μεσαίωνας ήταν μια περίοδος σκοταδισμού, «θρησκείας και βαρβαρότητας» όπως έλεγε ο Γίββων, γεμάτη δολοπλοκίες, ίντριγκες σε σκοτεινά παλάτια και ατέρμονες συζητήσεις πάνω σε άλυτα και ακατανόητα  θεολογικά προβλήματα που δεν ενδιέφεραν κανέναν. Την άποψη αυτή αποδέχεται ακόμη και σήμερα μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης ήταν ο Κοραής  και μετά απ’ αυτόν ο Ι. Ρίζος-Νερουλός, ο Στ. Κουμανούδης και πολλοί θιασώτες της καθαρεύουσας. Για παράδειγμα, το 1841 ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, πρόεδρος της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, και πρώην υπουργός Εκκλησιαστικών, διακήρυττε πως «η βυζαντινή Ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών και αισχρών βιαιοτήτων του εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Ρωμαϊκού κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδητος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων».
Το δεύτερο ρεύμα είχε πιο βαθιές ρίζες και είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η αρχή του. Πιο εύκολο είναι να περιγραφούν οι θέσεις του. Κατ’ αρχήν, δε δεχόταν τόσο εύκολα το νεωτεριστικό όνομα «Έλληνες», τη στιγμή που όλοι οι υπόδουλοι ομοεθνείς μας γνώριζαν μόνον ότι είναι Ρωμηοί. Η διαφορά δεν είναι απλώς τυπολογική, όπως θα δούμε σε επόμενα κεφάλαια. Κατά δεύτερον, οι τωρινοί Ρωμηοί δεν ένιωθαν ότι είχαν άμεση συγγένεια με τους αρχαίους Έλληνες. Πολύ πιο κοντινούς αισθανόντουσαν τους Ρωμηούς της μεσαιωνικής εποχής: ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί διατεθειμένοι να θυσιαστούν για την πίστη τους όπως και κείνοι, δάκρυζαν το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» και όχι τους παιάνες του Αισχύλου, τιμούσαν τη μνήμη των «ευσεβών βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως», όνειρό τους όλα τα χρόνια της δουλείας ήταν η απελευθέρωση της Πόλης την οποία αναγνώριζαν ως μόνο εθνικό κέντρο, και τέλος έδειχναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δημώδη γλώσσα και στην παράδοση του λαού.
Το ρεύμα αυτό εκπροσωπείται από πολλούς λόγιους, χωρίς ενιαίο πρόγραμμα ή ιδεολογία. Στο σκέλος που αφορά την εθνική ονομασία «Ρωμηοί» μπορούμε να αναφέρουμε τον Δ. Καταρτζή, τον Γ. Τυπάλδο-Ιακωβάτο και αργότερα πολλούς δημοτικιστές, ένας από τους οποίους, ο Αργ. Εφταλιώτης, έφτασε να γράψει το 1901 «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» που ξεκινάει το 146 π.Χ., με την κατάκτηση δηλαδή της Ελλάδας από τους Ρωμαίους! Ο Δ. Καταρτζής (1730-1807) στο έργο του «Γνώθι σαυτόν», όπου κάνει μια ιστορική αναδρομή στις λέξεις Έλληνας και Ρωμηός, συμπεραίνει: «πως (λοιπόν) μερικοί σπουδαίοι ενάντια και στους κανόνες της γραμματικής τολμούν ν’ αλλάζουν σημασία λέξης, και να λεν τον εαυτό τους Έλληνες, και να μην το ‘χουν πρόκριμα καθό Χριστιανοί και ατιμία, καθό Ρωμηοί, που οι γονείς μας Ρωμαίοι δεν το εδέχτηκαν οξ από έναν, τον παραβάτη Ιουλιανό, που ενασμονίζονταν να λέγεται Έλληνας».
Ο επτανήσιος Γ. Τυπάλδος-Ιακωβάτος έγραφε χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του 1830: «ένα τμήμα του ιδανικού έθνους έχει λευτερωθεί, είναι η επαρχία της Ελλάδας». Απομένει το υπόλοιπο, «ο θρόνος του Μεγάλου Κωνσταντίνου», και μαζί μ’ αυτό το άλλο «μικρότατο μέρος της Ρωμιοσύνης, τα εφτά νησιά, που και κει, για να σιάξουν τα πράματα, θα πρέπει να αερισ’ η ρωμαϊκή σημαία».
Ο αρχηγός του δημοτικιστικού κινήματος, ο Ψυχάρης, πίστευε ότι «όταν το 1821 ο Μπότσαρης και οι όμοιοί του ξεσηκώνονταν υπάκουαν χωρίς μήτε να το ξέρουν σε μια ρωμαϊκή πολιτική ώθηση».  Χαρακτηριστική είναι και η επιγραφή που άφησε ο Ψυχάρης στον τάφο του: «Τραγουδήστε μου ένα μοιρολόι από κείνα που σας άκουσα να τραγουδάτε σαν ήμουνα παληκάρι και πήγα στα χωριά της μαστίχας να μάθω τη λαλιά σας, τα ρωμαίικα. Ποιος ξέρει, μπορεί να με ξυπνήσετε άξαφνα ως και στον τάφο, τόσο τ’ αγάπησα, τόσο βαθιά τα ‘βαλα μέσα για μέσα στην καρδιά μου, τη ρωμαϊκή μου την καρδιά».  Είναι άλλωστε αξιοσημείωτο ότι το περίφημο περιοδικό όργανο των δημοτικιστών έφερε τον τίτλο «Νουμάς» (Ο Νουμάς δεν ήταν άλλος από το δεύτερο βασιλιά της αρχαίας Ρώμης!).
Τα δύο ρεύματα βρίσκονταν σε σύγκρουση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Μια αναλυτική εξέταση αυτής της σύγκρουσης θα ξέφευγε από το πλαίσιο της εργασίας μας. Πάντως οι σκοπιμότητες που κρύβονταν πίσω από τη χρήση των εθνικών ονομασιών δεν είχαν διαφύγει της προσοχής των ξένων. Το 1857 ένας κορυφαίος φιλέλληνας Γάλλος ιστορικός έλεγε στον Σπ. Ζαμπέλιο: «Το δη παραδοξότερον, οι πλεονέκται ούτοι φίλοι μας (οι νεοέλληνες) προς μηδέν άλλο βλέποντες, ή προς το ίδιον συμφέρον, το μεν πρωί καλούνται κατά λόγον ιστορικόν Έλληνες, εν δε μεσημβρία λέγονται κατά λόγον πολιτικόν Ρωμαίοι, το δε εσπέρας αμφότερα συμβιβάζοντες γίνονται Γραικορωμαίοι».
Το σίγουρο είναι ότι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας το ζήτημα δεν είχε λυθεί. Το 1901, η έκδοση του πρώτου τόμου της «Ιστορίας της Ρωμιοσύνης» του Εφταλιώτη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο για τη γλώσσα της (ήταν το πρώτο βιβλίο Ιστορίας στη δημοτική), αλλά και για τη χρήση του όρου «Ρωμιοσύνη». Ακολούθησε μια έντονη διαμάχη που δίχασε τους Έλληνες διανοούμενους, με πρωταγωνιστές τους Γ. Χατζιδάκι και Ν. Πολίτη από τη μια πλευρά (εναντίον του όρου «Ρωμηοί») και τους Κ. Παλαμά, Γρ. Ξενόπουλου από την άλλη.
Απ’ ότι φαίνεται, μετά από εβδομήντα χρόνια ελεύθερου βίου, ο πολύς κόσμος δεν είχε συνηθίσει ακόμη το όνομα «Έλλην». Όπως έγραφε τότε ο Κωστής Παλαμάς, το «Ρωμιός» ερχόταν στο στόμα του κόσμου «πιο πολύ από το γιορτιάτικο και δυσκίνητο όνομα Έλλην, ακόμη και από το όνομα Έλληνας, που είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το Ρωμιός, και κρατούσε ως τα χτες ακόμη την αρχαία ειδωλολατρική σημασία (...) και σημαίνει κι ως την ώρ’ ακόμα, για τον πολύ λαό, τον αντρειωμένο, το γίγαντα».  Ο Κωστής Παλαμάς είχε συλλάβει επακριβώς την ουσία της διαμάχης:
«Οι όροι Ρωμιός και Ρωμιοσύνη επειδή δε μας έρχουνται, ίσα ολόισα, από την εποχή του Περικλή, παραμερίστηκαν αγάλια αγάλια, από την επίσημη γλώσσα». «Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου πραγματικά, Ρωμιοί. Το όνομα κάθε άλλο είναι παρά για ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριλιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό και θυμάρι μοσκοβολά και μπαρούτη». Και, δικαιώνοντας τον Εφταλιώτη για την επιλογή του όρου «Ρωμιοσύνη», κατέληγε: «κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθημα γλωσσικό δεν μπορεί παρά να βρη ακόμα στη λέξη Ρωμιοσύνη κάτι τι ποιητικά και μουσικά χρωματισμένο, κάτι τι φτερωτό, λεβέντικο για μας και ανάλαφρο, που νομίζω πως δεν τόχει ο Ελληνισμός, με όλη τη βαριά του ασάλευτη μεγαλοπρέπεια».
Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή πολεμική, που έφτασε μέχρι το σημείο να αμφισβητεί τον πατριωτισμό του Εφταλιώτη, οδήγησε τον τελευταίο στο να μη δημοσιεύσει ποτέ τους υπόλοιπους τόμους της «Ιστορίας» του. Σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε αγωνιωδώς να καλύψει τετρακόσια χρόνια «καθυστέρησης» απέναντι στη «φωτισμένη» Ευρώπη, δεν μπορούσε βέβαια να γίνει δεκτή η άποψη πως «αδύνατο πράμα, φίλε μου, να γυρεύης να μιμηθής Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, κι αρχαίους Έλληνες, και να μην έχης δόση από βαρβαρωσύνη, τη βαρβαρωσύνη που βλέπει τα φανταχτερά τα ξένα και σκιάζεται, βλέπει τα δικά της και ντρέπεται» ...
Οι υπέρμαχοι του «αντιρωμαίικου» αγώνα είχαν φτάσει να διακηρύττουν ότι ως λαός έχουμε σχέση μόνο με την αρχαία Ελλάδα και ότι η μεσαιωνική περίοδος είναι ολότελα ξένη προς τη νεώτερη Ελλάδα.  Και μάλιστα ως «αρχαία Ελλάδα» εννοούσαν την κλασική Ελλάδα, αυτήν που οι ξένοι αποκαλούν μέχρι και σήμερα «Greece proper» («καθαυτό Ελλάδα»), δηλαδή τη χώρα νότια των Θερμοπυλών. Για παράδειγμα, ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, ισχυριζόταν το 1841 ότι Ελλάδα είναι μόνο το ελληνικό κράτος (του 1830). Όσοι άλλοι το πατούν ή το πάτησαν είναι ξένοι. Συνεπώς ξένος ήταν ο Φίλιππος, νικητής των Ελλήνων στη Χαιρώνεια, ο οποίος μάλιστα, «έπραξεν άλλον της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησεν τον Αλέξανδρον».
Αυτές οι απόψεις είχαν αποκτήσει και πολιτική έκφραση κατά τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Π. Καρολίδη, επιμελητή και συνεχιστή της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρρηγόπουλου, «αι τοιαύται γελοιωδώς παράδοξοι δοξασίαι, προϊόντα αμαθείας και ακρισίας, είχον και την πολιτικήν αυτών ροπήν επί μερίδα λογίων κηρυττόντων ότι των νυν Ελλήνων αι πολιτικαί ροπαί και τάσεις και εθνικαί ιδέαι πρέπει να μη υπερβαίνωσιν τα όρια της αρχαίας Ελλάδος».
Όπως είναι φανερό, σε μια χώρα που γνώριζε ότι τα τρία – τέταρτα των ομοεθνών της  εξακολουθούσαν να ζουν υποδουλωμένοι, μια τέτοια παραποίηση της Ιστορίας εγκυμονούσε σοβαρούς εθνικούς κινδύνους. Και πως να μην εγκυμονούσε, όταν ο Κοραής είχε ανοίξει τον δρόμο για την αποδοχή μιας τέτοιας θεώρησης προσπαθώντας να φωτίσει τους ραγιάδες με λόγια όπως: «το έθνος είναι πτώμα σπαραττόμενο από κόρακας. Απέθανεν η πατρίς... αφ’ ότου μας επάτησεν ο Φίλιππος έως το 1453».  Ευτυχώς που οι σλαβομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη τον Κοραή...
Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, του Κοραή ούτε η λέξη «Έλληνας» του άρεζε. Στον περίφημο «Διάλογο δύο Γραικών» (1805) έγραφε: «Ένα από τα δύο λοιπόν ταύτα (Έλληνας ή Γραικός) είναι το αληθινόν του έθνους όνομα. Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης». Και παρακάτω: «Όχι μόνον απάνθρωποι αλλά και μωροί προς τούτοις έπρεπε να ονομασθώμεν εάν επροκρίνομεν τ’ όνομα των Ρωμαίων από τ’ όνομα των Γραικών», για να καταλήξει: «όστις μ’ ονομάση πλέον Ρωμαίον, θέλω τον στοχάζομ’ ως εχθρόν μου. Από της σήμερον εις το εξής είμαι Γραικός».  Το «Γραικός», όπως έχει τονίσει ο Ρωμανίδης και θα εξετάσουμε αναλυτικά στο κεφάλαιο 7, είναι μια εθνική ονομασία την οποία μας απέδωσαν τα «φωτισμένα» έθνη της Ευρώπης, κατά τον 8ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν στα βαθύτερα σκοτάδια της Ιστορίας τους. Δυστυχώς η οριστική μελέτη για το σκοταδιστικό ρόλο του Κοραή στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας περιμένει ακόμη το συγγραφέα της... Όσο για την ταλαίπωρη Ελλάδα, μετά τα όσα είπαμε ως τώρα, γίνεται αντιληπτό ότι τα σύνορα του 1830 δεν ήταν καθόλου τυχαία: αντιστοιχούσαν ακριβώς στα όρια της αρχαίας Ελλάδας, όπως τα έβλεπαν οι ξένοι και οι εγχώριοι μιμητές τους. Η αποδοχή της ονομασίας «Έλληνες» πρόσφερε το απαραίτητο ιδεολογικό άλλοθι σε όσους ήθελαν μια μικρή Ελλάδα στα όρια του 1830...

Έλληνες λοιπόν ή Ρωμηοί;





Κεφάλαιο 2

Έλληνες λοιπόν ή Ρωμηοί;

Στο κεφάλαιο αυτό θα κάνουμε έναν σύντομο ιστορικό περίπατο στις πηγές για να ξεδιαλύνουμε τη σύγχυση την οποία συσσώρευσαν κατοπινές ιδεολογικές σκοπιμότητες γύρω από το εθνικό μας όνομα. Θα ανακαλύψουμε έτσι την απάντηση στο πρόβλημα που τέθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Οι πηγές προσφέρουν μια ξεκάθαρη εικόνα και ομολογουμένως χρειάζεται επίπονη προσπάθεια για να στηρίξει κάποιος μια αντίθετη άποψη.
Όλες οι πηγές που διαθέτουμε μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι το όνομα «Έλλην» είχε ήδη χάσει την εθνική-φυλετική του σημασία στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Στο τεράστιο χωνευτήρι της πολυφυλετικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όλοι οι λαοί απέχτησαν σταδιακά «ρωμαϊκή συνείδηση». Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να εξετάσουμε το πως συνέβηκε αυτό. Σημασία έχει ότι συνέβηκε. Χωρίς αμφιβολία, ο πολιτισμός αυτής της αυτοκρατορίας ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από την κλασική και ελληνιστική παράδοση. Ήταν κατά κάποιο τρόπο η οικουμενική ολοκλήρωση αυτού που οραματίστηκε αλλά δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει ο Μέγας Αλέξανδρος, να εγκαταστήσει δηλαδή μόνιμα την ελληνική παιδεία σε όλο το πλάτος του γνωστού κόσμου. Σύγχρονοι ξένοι ιστορικοί δέχονται ότι τελικά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε κράτος ελληνιστικό, ενώ άλλοι φτάνουν να μιλάνε για «Ελληνικό Ελληνισμό» και «Λατινικό Ελληνισμό».
Γι’ αυτό άλλωστε οι «ελληνικές» αντιδράσεις στους Ρωμαίους κατακτητές φθίνουν με τον καιρό και οπωσδήποτε εκλείπουν μετά τον πρώτο π.Χ. αιώνα. Μετά την πτώση του ελληνιστικού βασιλείου της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ., δεν αναφέρονται αντιρωμαϊκές εξεγέρσεις, πράγμα που δείχνει ότι οι Έλληνες αισθάνονταν άνετα μέσα σ’ αυτό τον εξελληνισμένο περίγυρο που επιπλέον τους πρόσφερε επί εκατοντάδες χρόνια μια πολυπόθητη ειρήνη και ασφάλεια.
Με τον καιρό, την ίδια ταύτιση ένιωσαν και οι Ρωμαίοι. Απόδειξη το ότι ένας μεγάλος αυτοκράτοράς τους, ο Κωνσταντίνος ο Α’, διάλεξε για νέα συμπρωτεύουσα το Βυζάντιο, μια καθαρά «ελληνική» πόλη σε ελληνόφωνο χώρο. Αν οι Ρωμαίοι αισθάνονταν διαφορετικοί και αντίπαλοι των Ελλήνων, δε θα μετέφεραν βέβαια εκεί, σε «εχθρικό» χώρο, τη συμπρωτεύουσά τους. Όμως το 320 μ.Χ., πεντακόσια χρόνια μετά την κατάληψη της Ελλάδας, τέτοιες φυλετικές διαφορές ήταν πλέον ολότελα ανύπαρκτες.
Η λέξη «Έλλην» είχε ήδη αποκτήσει καθαρά θρησκευτικό περιεχόμενο και ταυτιζόταν με την έννοια του ειδωλολάτρη. Φαίνεται πως αυτή η μεταβολή είχε ήδη αρχίσει να συντελείται τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, πολύ πριν ο Χριστιανισμός γίνει η επίσημη θρησκεία του κράτους. Στο Ευαγγέλιο του Μάρκου διαβάζουμε για κάποια γυναίκα που ήρθε στο Χριστό όταν αυτός βρισκόταν κοντά στην Τύρο η οποία, λέει ο ευαγγελιστής, ήταν «Ελληνίς, Συροφοινίκισσα τω γένει» (Μάρκου, 7, 26). Όπως σωστά σημειώνει ο Χρήστου, εφ’ όσον ήταν Συροφοινίκισσα εθνικά, το «Ελληνίς» δηλώνει το θρήσκευμά της.  Λίγα χρόνια μετά το 300 μ.Χ., ο Μέγας Αθανάσιος, ελληνόφωνος ο ίδιος και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, της κατ’ εξοχήν ελληνιστικής πόλης, γράφει «Λόγο κατά Ελλήνων». Αν η λέξη δήλωνε ακόμα το ελληνικό έθνος, το πράγμα θα ήταν εντελώς παράδοξο: το μεγάλο ελληνιστικό κέντρο στρεφόταν εναντίον – ποίου; Το ίδιο βλέπουμε αργότερα σε λόγους του Χρυσοστόμου, που ήταν τέκνο μιας άλλης μεγάλης ελληνιστικής πόλης, της Αντιόχειας. Η λέξη «Έλληνες» δηλώνει τους ασεβείς, τους ειδωλολάτρες.
Ούτε είναι σωστό το επιχείρημα ότι η λέξη έχασε την εθνική σημασία της με τη βία, επειδή τη χρησιμοποίησαν οι Χριστιανοί για τους αντιπάλους τους. Κατ’ αρχήν, όπως προκύπτει από το χωρίο του ευαγγελιστή Μάρκου που παραθέσαμε, η μεταβολή είχε συμβεί πριν οι Χριστιανοί αποκτήσουν οποιαδήποτε εξουσία. Επιπλέον, όπως σωστά σημειώνει η Μαντουβάλου, οι κατ’ εξοχήν εχθροί  και διώκτες των Χριστιανών ήταν οι Ρωμαίοι. Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τους Χριστιανούς κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας να συνεχίσουν να λέγονται Ρωμαίοι.  Επομένως πρέπει να συμπεράνουμε ότι το όνομα «Έλλην» είχε ήδη χάσει την εθνική του σημασία την εποχή της επικράτησης του Χριστιανισμού, ανεξάρτητα από το τι έλεγαν οι Χριστιανοί. Οι Χριστιανοί βρήκαν, δεν δημιούργησαν τη νέα έννοια.
Από κει και ύστερα, σ’ όλο το Μεσαίωνα, η λέξη «Έλληνας» σήμαινε τον ειδωλολάτρη. Με αυτή τη σημασία τη συναντούμε μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, για παράδειγμα, σε μια ομιλία του σε κάποιο χωριό έλεγε: «Και εγώ αδελφοί μου, οπού αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν, δια την ευσπλαγχνίαν του Χριστού μας, εξέτασα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί...».

Το εθνικό όνομα των προγόνων μας όλα αυτά τα χρόνια είναι «Ρωμαίοι» ή στη δημώδη «Ρωμηοί». Σε όλες ανεξαιρέτως τις πηγές η αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης αυτοαποκαλείται «Ρωμαϊκή» ή «Ρωμανία» στη δημώδη, και ο αυτοκράτοράς της, μέχρι και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, «βασιλεύς Ρωμαίων». Για περίεργους λόγους, όμως, αυτό το ξεκάθαρο γεγονός, αμφισβητείται από ορισμένους σύγχρονους ερευνητές οι οποίοι προσπαθούν να κατασκευάσουν τα προσωπικά τους ιδεολογήματα.
Έχει προβληθεί, για παράδειγμα, η αντίρρηση ότι για τον πολύ κόσμο δε χάθηκε η εθνική σημασία της λέξης Έλληνας, και ότι το «Ρωμαίοι» που συναντούμε σε όλες τις πηγές είναι απλής η επίσημη ονομασία των πολιτών του κράτους, κάτι που είχε επιβληθεί από πάνω, και όχι αυτό που πραγματικά πίστευαν για τον εαυτό τους οι κάτοικοι της «Ελλάδας».
Όπως όμως παρατηρεί εύστοχα η Μαντουβάλου, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πως δικαιολογείται η χρήση του ονόματος «Ρωμαίοι» (Ρωμηοί) επί Τουρκοκρατίας, μετά την κατάλυση του Ρωμαϊκού κράτους;  Οι «Έλληνες», υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πλέον, δε θα είχαν λόγο να χρησιμοποιούν το όνομα των κατακτητών Ρωμαίων και να αυτοαποκαλούνται Ρωμηοί. Εκτός κι αν αισθάνονταν Ρωμαίοι... Και η αλήθεια βέβαια είναι ότι αισθάνονταν και το γνώριζαν, άσχετα με το τι προπαγάνδιζαν οι δυτικοευρωπαίοι. Από τα αναρίθμητα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν θα παραθέσουμε ορισμένα, απλώς ενδεικτικά. Όλα προέρχονται όχι από λόγιους και διανοούμενους αλλά από τον απλό λαό.

Το τι πίστευε για τους «Έλληνες» ο πολύς κόσμος, πριν φωτιστεί από τους δυτικοευρωπαίους, το έχει καταγράψει ο Ι. Θ. Κακριδής στην πολύτιμη λαογραφική μελέτη του «Οι αρχαίοι Έλληνες στην νεοελληνική λαϊκή παράδοση».  Πολύ συνοπτικά, ο απλός λαός μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα πίστευε ότι οι Έλληνες ήταν κάποιος αρχαίος ειδωλολατρικός λαός γιγάντων – έτσι εξηγούνταν και η ύπαρξη των τεράστιων μνημείων που αφθονούσαν στον τόπο μας. Τους αρχαίους αυτούς τους θαύμαζε για τη δύναμή τους (στην Κεφαλληνία του 19ου αιώνα ο Κακριδής αναφέρει ότι υπήρχε η έκφραση «μωρέ, σαν Έλληνας είναι τούτος!» ), αλλά πάντως δεν ταυτιζόταν μαζί τους. Άλλωστε, επειδή προφανώς δεν υπήρχε περίπτωση σύγχυσης με κάποιο τωρινό λαό, τους ονόμαζε «Έλληνες» και όχι «αρχαίους Έλληνες».
Στα Σφακιά του 19ου αιώνα λέγανε πως «απάνω στη Σαμαριά είναι παλιά χώρα των Ελλήνων. Εδακεί ετελειώσανε οι Ελλήνοι. Και λέγουνε όπως έχει εκεί θησαυρό, όμως δεν εβρέθηκε».  Στη Θεσπρωτία, του 20ού αιώνα μάλιστα, οι γιαγιάδες έλεγαν μια ιστορία που άρχιζε ως εξής: «τα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλλήνες (...) οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσια...».  Χαρακτηριστικό είναι το ηπειρώτικο τραγούδι του 19ου αιώνα: «Η Αγγελική της Κούμαινας έχει άντρα παλικάρι, σαν Έλληνας έχει τσαμπά και στήθια σα λιοντάρι»  (τσαμπά: μακριά μαλλιά). Γνωστό είναι και το δημοτικό τραγούδι που λέει «Η μάνα του ήταν Χριστιανή κι ο κύρης του Έλλην...». Ο Κακριδής αναφέρει συνολικά 85 διηγήσεις ή φράσεις απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας όπου οι «Έλληνες» έχουν παραμείνει στη λαϊκή μας παράδοση με τη σημασία που αναφέραμε.
Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι δυτικοευρωπαίοι γνώριζαν το αληθινό μας όνομα και δε δίσταζαν να το αναφέρουν, όταν δεν κατευθύνονταν από άλλες σκοπιμότητες. Έτσι το 1713, σε μια εποχή δηλαδή για την οποία τα σχολικά μας βιβλία διδάσκουν ότι οι Ρωμαίοι έχουν χαθεί πριν 1200 χρόνια, ο Βενετός τυπογράφος της πρώτης έκδοσης του «Ερωτόκριτου» γράφει ότι τυπώνει αυτό το βιβλίο «παρακινημένος από την διάπυρον αγάπην και ευλάβειαν οπού παιδιόθεν έχω προς το ένδοξον έθνος των Ρωμαίων». Ο ίδιος δηλώνει ότι είναι «Ιταλικός και της γλώσσης ολότελα ανήξευρος», αλλά παρά ταύτα προσπάθησε να τυπώσει βιβλία «τα οποία ως τώρα και από άλλους Ρωμαίους και Ιταλικούς τυπογράφους ετυπώθησαν, αλλά και τα ασυνήθιστα και χρησιμώτερα, οπού υπό τινα Ρωμαίον δεν έγιναν». Ο πρόλογος κλείνει με παράκληση προς τους «άρχοντες Ρωμαίους» να προσφέρουν τυχόν χειρόγραφα στον εκδότη ώστε να τυπώσει αργότερα μια βελτιωμένη έκδοση.   Στο ίδιο το ποίημα διαβάζουμε το δίστιχο:
«Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη τως θεμέλιο μηδέ ρίζα»
(στ. Α 19-20).
Οι στίχοι αυτοί βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τη λαϊκή παράδοση, όπως την κατέγραψε ο Κακριδής: υπήρχε κάποτε μια εποχή κατά την οποία κυβερνούσαν οι «Έλληνες», όχι οι «αρχαίοι Έλληνες» αλλά οι «Έλληνες», κάποιοι άλλοι από μας, οι οποίοι είχαν μια πίστη χωρίς θεμέλιο και ρίζα, ήταν δηλαδή άθεοι και ειδωλολάτρες.
Για μερικές ακόμη αποδείξεις της χρήσης του ονόματος «Ρωμαίοι – Ρωμηοί» ας γυρίσουμε πιο παλιά. Τετρακόσια χρόνια νωρίτερα, τον 14ο αιώνα, ο ανώνυμος ανθέλληνας συγγραφέας του «Χρονικού του Μορέως» γνώριζε πολύ καλά ότι οι αντίπαλοι των Λατίνων, οι κάτοικοι της «Ελλάδας», είναι οι Ρωμαίοι. Ορίστε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του «Χρονικού»:
«Ποίος ν’ ακούση πώποτε Ρωμαίου να έχη πιστέψει
δι’ αγάπην γαρ ή δια φιλίαν ή δια καμίαν συγγένειαν;
Ποτέ Ρωμαίου μη εμπιστευτής δια όσα και σου ομνύει
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώση,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψη»
(στίχοι 3932-3937).
Ή όταν ο μισέρ Τζεφρές (Βιλλεαρδουίνος) αφέντης του Μορέως γράφει στο βασιλιά της Πόλης Ρομπέρτο (de Courtenay, 1221-1228):
«Κι αν χρήζη τα φουσάτά του, ομοίως και το κορμί του,
όταν ορίζη και χρειαστή, να ένι εις ορισμόν του,
να ένι μετ’ αυτόν ενομού και να κρατούν την μάχην,
να κουγκεστίζουν τους Ρωμαίους με τα φουσάτα οπού έχουν».
(κουγκεστίζουν: κατακτούν, στίχοι 2564-2567).
Για το τελευταίο παράδειγμά μας ας γυρίσουμε άλλα τριακόσια χρόνια πίσω, στον 11ο αιώνα. Στο μεγάλο έπος με το οποίο «αρχίζει η νεοελληνική λογοτεχνία», τον «Διγενή Ακρίτα», ο συγγραφέας, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν υποψιάζεται ότι είναι Έλληνας (ούτε και «βυζαντινός», αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο). Στην αρχή-αρχή ακόμα, ο Άραβας αμηράς φέρεται ότι «ακριβώς γαρ ηπίστατο την των Ρωμαίων γλώτταν»  και έτσι είχε τη δυνατότητα να συνομιλεί με τους αντιπάλους του. Στη συνέχεια, ένα από τα αδέρφια που ήρθαν να ζητήσουν την κόρη που απήγαγε ο αμηράς μονομαχεί μαζί του και, καθώς πλησιάζει προς τη νίκη, οι υπόλοιποι Σαρακηνοί συμβουλεύουν τον αμηρά: «Αγάπην επιζήτησον, τον δε πόλεμον άφες. Ο Ρωμαίος δεινός εστί, μη σε κακοδικήση».
Κατά τη γνώμη μας, τα παραδείγματα από τον «Διγενή Ακρίτα» είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα γιατί προέρχονται από ένα έργο που διαδραματίζεται στα όρια της αυτοκρατορίας, στον Ευφράτη, και όχι στην πρωτεύουσα. Δείχνουν λοιπόν ότι και οι επαρχιακοί πληθυσμοί πίστευαν ότι είναι Ρωμαίοι και όχι οτιδήποτε άλλο. Σε συνδυασμό με τα όσα παραθέσαμε παραπάνω και με τις πληροφορίες που έχουμε από όλες τις «επίσημες» πηγές (ιστορίες, κρατικά έγγραφα) είναι ολοφάνερο ότι οι πρόγονοί μας καλούνταν Ρωμαίοι-Ρωμηοί παντού. Επομένως η άποψη, την οποία διατυπώνει ο Χρήστου και άλλοι ερευνητές, ότι το «Ρωμαίοι» ήταν απλώς το επίσημο όνομά τους, ενώ οι ίδιοι προτιμούσαν κάποιο άλλο (Έλληνες; Γραικοί;) είναι παντελώς αβάσιμη.

Οι πρόσφατοι πρόγονοί μας, λοιπόν, δεν ήξεραν ότι είναι Έλληνες. Γνώριζαν ότι είναι Ρωμηοί, και ότι η πατρίδα τους ονομάζεται Ρωμανία, όπως φαίνεται από διάφορα δημοτικά τραγούδια π.χ. στον «Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως»: «Ω Θεέ, να τόχαν πολεμάν και οι Ρωμαίοι ούτως, ποτέ να μην εχάνασιν λέγω την βασιλείαν», ή στο γνωστό τραγούδι του Πόντου «Η Ρωμανία επάρθεν». Επίσης στον «Διγενή Ακρίτα», όπου ως μοναδικό όνομα του κράτους αναφέρεται δεκάδες φορές το «Ρωμανία». Για παράδειγμα:
«επήρε τους αγούρους του ο αμηράς ευθέως
εις Ρωμανίαν υπέστρεφε δια την ποθητήν του.
Όταν δε κατελάμβανε μέρη της Ρωμανίας,
ελευθέρωνεν άπαντας ους είχεν αιχμαλώτους».
Την καθομιλούμενη γλώσσα τους την ονόμαζαν «ρωμαίικη» για να την αντιδιαστείλουν από την αρχαία ελληνική την οποία ονόμαζαν απλώς «ελληνική».  Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν μεταφράσεις από αρχαίες μορφές της γλώσσας στη δημώδη που αναφέρουν ότι μεταφράζουν «από την ελληνικήν εις την ρωμαίικη».
Ο μεγάλος πρόδρομος του δημοτικισμού Δ. Καταρτζής διαφωνώντας με όσους έγραφαν σε αρχαΐζουσα γλώσσα, σημείωνε το 1783: «κάθε συγγραφή που κάμουμε στα ελληνικά είν’ ένα είδος μετάφρασις που κάμουμ’ απτά ρωμαίκια, που πάντα διανοούμε, στα ελληνικά που διανοούμε μόν’ όταν πιάσουμε κονδύλι».  Επομένως «το να φρονή κανείς πως η ελληνική και η ρωμαίκια είναι μία γλώσσα και όχι δύο είναι ενάντιο στον ορθό λόγο».  Αντίστοιχα, οι Δ. Φιλιππίδης και Γρ. Κωνσταντάς που συνέγραψαν τη «Γεωγραφία Νεωτερική» το 1791 σημειώνουν στην παρουσίαση των ευρωπαϊκών γλωσσών πως «η Ρωμέϊκη γλώσσα η αλόγως και αμαθέστατα καταφρονουμένη από μερικούς, έχει μεγάλη συγγένεια με την Ελληνική, και είναι μια θυγατέρα της οπού σχεδόν την ομοιάζει επειδή όλες σχεδόν οι λέξεις είναι από την Ελληνική».
Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν λεξικά, από την Τουρκοκρατία και αργότερα, με τίτλο «Γαλλικά – Ρωμαϊκά», «Ιταλικά – Ρωμαϊκά», κλπ.  Και, για να μην υπάρχει η παραμικρή περίπτωση αμφιβολίας, υπάρχουν και λεξικά, όπως το «Λεξικόπουλο» του Simon Portius (Παρίσι, 1635), που είναι «Ρωμαϊκό – Ελληνικό – Λατινικό». Στο λεξικό του Portius, η λατινική λέξη «fabula», για παράδειγμα, μεταφράζεται στην ελληνική ως «μύθος» και στη ρωμαϊκή ως «παραμύθι».
Όπως ήταν φυσικό, «Ρουμ – Ρωμαίους» μας ονόμασαν και οι Σελτζούκοι Τούρκοι που άρχισαν να κατακτούν εδάφη της αυτοκρατορίας από τον 11ο αιώνα, όπως «Ρουμ» μας αποκάλεσαν και οι Οθωμανοί. Τη χώρα που κατέκτησαν την ονόμασαν «Ρουμ-ιλί» («χώρα των Ρωμαίων») και από κει προέρχεται η λέξη Ρούμελη που μέχρι το 1912 δήλωνε ότι την ευρωπαϊκή Τουρκία (σχεδόν το σύνολο των Βαλκανίων), και όχι μόνον στην Στερεά Ελλάδα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος στους χάρτες της εποχής. Τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη χρήση αυτού του ονόματος είναι αναρίθμητα. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε το φιρμάνι που έβγαλε ο Βεζύρης τον Απρίλιο του 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου, προς τον Τούρκο νομάρχη Αδριανουπόλεως. Σ’ αυτό, το Πατριαρχείο αναφέρεται ως «η εν Κωνσταντινουπόλει Πατριαρχεία των Ρωμαίων» και η επανάσταση του 1821 ως «το κίνημα το παρασκευαζόμενον μεταξύ του Ρωμαϊκού Έθνους».  Οι Τούρκοι γνώριζαν δηλαδή και αυτοί, όπως και μεις, ότι είχαν κατακτήσει Ρωμαίους – Ρωμηούς. Ακόμη και σήμερα, οι Ρωμηοί της Πόλης αποκαλούνται «Ρουμ» από τους Τούρκους. Αφού όμως οι νεοέλληνες προτίμησαν να αλλάξουν το εθνικό τους όνομα, οι Τούρκοι επωφελήθηκαν και μας ονόμασαν «Γιουνάν», διαφοροποιώντας έτσι τους Ρωμηούς της Πόλης από τους ομοεθνείς τους της Ελλάδας.
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η όλη συζήτηση για την εθνική μας ονομασία δεν είναι απλώς νομιναλιστική. Το όνομα «Ρωμαίοι» αντιστοιχούσε σε μια εθνική συνείδηση διαφορετική απ’ αυτήν που συναντούμε στους δυτικούς λαούς, διαφορετική απ’ αυτήν που μεταφέρθηκε στο ελληνικό κρατίδιο μετά το 1830. Στο δεύτερο τμήμα της μελέτης μας θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τις βασικές συνιστώσες αυτής της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης» η οποία, κατά μεγάλο μέρος, χάθηκε στη διάρκεια 160 χρόνων ελεύθερου βίου. Τους τελευταίους δύο αιώνες δόθηκε σκληρός αγώνας από δυτικοθρεμένους λόγιους, τύπου Κοραή, για την εξαφάνιση της ρωμαίικης συνείδησης και, παρά τις αντιδράσεις, το όνομα «Ρωμηοί» τελικά παραμερίστηκε.
Η σύγκρουση των δύο ρευμάτων κατέληξε σε μια σύνθεση, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος με τη μνημειώδη «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Εκεί η βυζαντινή περίοδος ενσωματώθηκε στη διαχρονική πορεία του ελληνικού έθνους και δημιουργήθηκε η νεοελληνική εθνική ιδεολογία της αδιάσπαστης συνέχειας της φυλής. Ωστόσο, το κομπλεξικό αναμάσημα δυτικών ιδεών του Διαφωτισμού συνεχίστηκε από πολλούς λόγιους, με αποτέλεσμα την παραποίηση και κατασυκοφάντηση της μεσαιωνικής μας Ιστορίας. Ακόμη και στις μέρες μας, στα 1975, ο πολυδιαβασμένος και πολυδιαφημισμένος Γιάννης Σκαρίμπας έγραφε: «η αγωνία του ελληνικού έθνους δεν είχε αρχίσει από την άλωση της Πόλης.... αλλά πολλούς πριν από την άλωση αιώνες, από τη συντριβή της στρατιωτικής ισχύος των Αθηνών από την Μακεδονική δυναστεία (Φίλιππο και Μεγαλέξανδρο) στη μάχη της Χαιρώνειας». Και παρακάτω: «Ο (Κων.) Παλαιολόγος ήταν Έλληνας; Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος «Αθηναίος»; Φυλετικά, καμιάν δεν είχαμε αναμεταξύ μας, συγγένεια. Ήσαν και οι δυο καταχτητές μας».
Επηρεασμένο από παρόμοιες ιδέες, μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού θέλει σήμερα να αρνείται τη φυσική του συνέχεια από το «Βυζάντιο» και εξακολουθεί να συγχέει τον σκοταδιστικό δυτικό μεσαίωνα με την ελληνορθόδοξη Ρωμανία. Γι’ αυτό και θεωρήσαμε σκόπιμο να σκιαγραφήσουμε στο 5ο και 6ο κεφάλαιο της μελέτης μας ορισμένες από τις θεμελιώδεις διαφορές «Βυζαντίου» και Δύσης κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Άλλωστε, αν και η επίσημη Ιστορία μας ενσωματώνει τη βυζαντινή περίοδο, η εθνική μας ζωή κυριαρχείται επί δύο αιώνες από μια ακατάσχετη αρχαιολατρεία η οποία φαντάζει κωμική ακόμη και στα μάτια των όποιων φίλων μας στη Δύση. Όταν μάλιστα οι νεοέλληνες, παρασυρμένοι από την αρχαιολατρεία τους, πιστεύουν ότι μπορούν να υπερασπιστούν τα εθνικά τους δίκαια μόνο με επιχειρήματα από την εποχή του Περικλή και του Μεγαλεξάνδρου, το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του εθνικά επικίνδυνου.
Οπωσδήποτε σήμερα, στα 1994, δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης των δύο εθνικών μας ονομασιών. Έχουν άλλωστε πλέον και οι δυο το ίδιο ακριβώς νόημα. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι, ιστορικά, ο όρος «Ρωμηός» καλύπτει κάτι ευρύτερο από το «Έλληνας», και βέβαια το «Ρωμαίος» προκαλεί διαφορετικούς συνειρμούς από το «Έλληνας» τόσο σε μας όσο και στους ξένους. Επιπλέον, αν σκοπός μας είναι να ορίσουμε την εθνική μας ταυτότητα, η λέξη «Έλληνας» δεν μπορεί να αποδώσει την πλατύτερη σημασία της λέξης «Ρωμηός» για τη μεσαιωνική περίοδο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η λέξη «Έλληνας», που επανήλθε ως εθνική μας ονομασία τον 19ο αιώνα, είναι δημιούργημα της εποχής του Διαφωτισμού και της ανάπτυξης των εθνικισμών στην Ευρώπη. Αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, οι Ρωμηοί ήταν περήφανοι πολίτες ενός υπερεθνικού κράτους που ενσωμάτωνε και επεκτεινόταν πολύ πέρα από τα όρια της αρχαίας ή της νεώτερης Ελλάδας. Επεκτεινόταν όχι ως κατακτητής, αλλά ως φορέας της μιας Οικουμενικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας πάνω στη γη. 

Και οι Βυζαντινοί;





Κεφάλαιο 3
Και οι Βυζαντινοί;

Πριν περάσουμε στην ανίχνευση των συστατικών στοιχείων της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης», θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια ακόμη παρανόηση την οποία έχει καθιερώσει η δυτική βιβλιογραφία σχετικά με την ονομασία των προγόνων μας του μεσαίωνα. Όπως είναι γνωστό, η εποχή αυτή ονομάζεται «βυζαντινή», και οι πρόγονοί μας είναι κάποιοι μυστηριώδεις «βυζαντινοί» που ήρθαν από το πουθενά και χάθηκαν δια μαγείας, παρ’ όλο που «εμείς» διατηρηθήκαμε στα 400 χρόνια της δουλείας. Είναι επίσης γνωστό από τις πηγές ότι δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία λαός που ονόμαζε τον εαυτό του βυζαντινό ή το κράτος του βυζαντινό. Ο όρος επινοήθηκε μετά την κατάλυση της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, το 1562, από τον Ιερώνυμο Wolf που άρχισε να συγκεντρώνει ιστορικές πηγές σ’ ένα έργο το οποίο τιτλοφόρησε «Corpus Historiae Byzantinae».

Οι λόγοι εφεύρεσης ενός νέου ονόματος ήταν καθαρά πολιτικοί. Έπρεπε με κάθε τρόπο να σβήσει από την εθνική συνείδηση των Ρωμηών η ανάμνηση του παρελθόντος τους. Κυρίως έπρεπε να πάψει να ταυτίζεται η χώρα τους με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Από κει και ύστερα, δυτικοευρωπαίοι και Ρωμηοί θα μάθαιναν ότι υπήρχε κάποια Ρωμαϊκή και στη συνέχεια κάποια Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι οι δυτικοευρωπαίοι θα πετύχαιναν αυτό που προσπαθούσαν να επιβάλουν από τον 8ο αιώνα, να θεωρηθούν οι ίδιοι κληρονόμοι του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και κράτους. Η εφεύρεση της λέξης «βυζαντινοί» ήταν, δηλαδή, μια βίαιη νόθευση της Ιστορίας υπαγορευμένη από τους αντιπάλους μας. Το ότι αποδέχτηκαν τον όρο «βυζαντινοί» οι νεοέλληνες και τον διδασκόμαστε στα σχολεία μας είναι ένδειξη του τυφλού, κομπλεξικού μιμητισμού ο οποίος επικράτησε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα.
Αυτή η παραχάραξη της Ιστορίας έχει δημιουργήσει ένα άλυτο πρόβλημα στους δυτικούς ιστορικούς: πότε αρχίζει η βυζαντινή Ιστορία; Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες που κυμαίνονται από το 284 μ.Χ. (άνοδος Διοκλητιανού στην εξουσία, πρόταση E. Stein) ως το 717 μ.Χ. (άνοδος Λέοντα Γ’ Ισαύρου, πρόταση της Cambridge Medieval History). Ενδιάμεσες λύσεις θεωρούνται το 330 (ίδρυση Κωνσταντινούπολης), το 395 (διαίρεση της αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική από το Θεοδόσιο Α’), το 476 («οριστική» κατάλυση Δυτ. Αυτοκρατορίας) ή το 610 (άνοδος Ηρακλείου και «εξελληνισμός» του κράτους). Τονίζεται βέβαια από όλους τους ερευνητές ότι κάθε ιστορική διαίρεση είναι αυθαίρετη, και ότι τέτοιου είδους τομές είναι υποκειμενικές και χρησιμοποιούνται μόνο για παιδευτικούς λόγους. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν εξηγούν το γιατί θα έπρεπε να ψάχνουμε εναγωνίως να βρούμε ένα καινούργιο όνομα τη στιγμή που θα μπορούσαμε κάλλιστα να ονομάσουμε την αυτοκρατορία με το όνομά της: Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Ρωμανία. Ο χαρακτήρας της αλλάζει κάποτε, ίσως όταν επιβάλλεται ο Χριστιανισμός, και θα μπορούσαμε να διδασκόμαστε για τη Ρωμαϊκή και μετά για τη Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όχι όμως και να εφευρίσκουμε παράξενους νεολογισμούς που κουβαλούν ιδιαίτερη ιδεολογική φόρτιση. Ας χρησιμοποιήσουμε  ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε το μέγεθος της ιστορικής παραποίησης που συντελείται με τον όρο «βυζαντινός».
Αν με τη βοήθεια κάποιας χρονομηχανής βρισκόμασταν στη Θεσσαλονίκη του 330 μ.Χ. και αποκαλούσαμε «Βυζαντινό» έναν τυχαίο περαστικό, το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος θα φρόντιζε να αλλάξει δρόμο για να βρει κάποιον πιο μορφωμένο συνομιλητή. Διότι ο ίδιος γνώριζε καλά ότι είναι Ρωμαίος πολίτης, μέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με όλο το βάρος της ομώνυμης παράδοσης πίσω του. Αν του λέγαμε ότι από δω και μπρος τα βιβλία μας τον αποκαλούν «Βυζαντινό» και όχι Ρωμαίο θα εξεγειρόταν, και θα είχε δίκιο, αφού δεν είχε συμβεί τίποτα που να τον ανάγκαζε να αλλάξει υπηκοότητα.
Αν δοκιμάζαμε να πούμε τα ίδια σ’ έναν Θεσσαλονικιό του 530 θα παίρναμε πάλι την ίδια απάντηση. Και αν του αντιλέγαμε «μα πως Ρωμαίος; Αφού η Ρώμη βρίσκεται στα χέρια των Γότθων εδώ και 54 χρόνια, από το 476, τα βιβλία μας λένε ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έχει πάψει να υφίσταται!», έκπληκτος ο συνομιλητής μας θα απαντούσε πως ναι μεν η Ρώμη έπεσε, αλλά η υπόλοιπη αυτοκρατορία στο μεγαλύτερο μέρος της παραμένει ελεύθερη, διοικείται από τη Νέα Ρώμη που είναι συμπρωτεύουσα εδώ και 200 χρόνια και πως, όπου να είναι, οι υπόδουλοι αδερφοί μας θα ελευθερωθούν και πάλι. Και θα είχε δίκιο, αφού σε λίγα χρόνια οι στρατιές του Ιουστινιανού θα απελευθέρωναν την Ιταλία.
Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι θα πρέπει επιπλέον να καθιερωθεί η λέξη «απελευθέρωση» αντί των λέξεων «κατάκτηση», ή «ανακατάληψη – reconquista», που χρησιμοποιούνται σαν να έχουμε να κάνουμε με αλλότριο εχθρό Ιταλών και με ιμπεριαλιστικά σχέδια κάποιου φιλόδοξου ηγεμόνα. Οι στρατιές του Ιουστινιανού γίνονταν δεκτές ως ελευθερώτριες από τους υπόδουλους ομοεθνείς Ρωμαίους: φτάνοντας στην Καρχηδόνα, ο Βελισσάριος βρήκε την πόλη φωταγωγημένη και τον ορθόδοξο πληθυσμό να πανηγυρίζει για την ήττα των αρειανών Βανδάλων. Όπως αναφέρει ο Προκόπιος «οι τε γαρ Καρχηδόνιοι τας πύλας ανακλίναντες λύχνα έκαιον πανδημεί και η πόλις κατελάμπετο τω πυρί την νύκτα όλην εκείνην, και των Βανδίλων οι απολελειμμένοι εν τοις ιεροίς ικέται εκάθηντο».  Την ίδια υποδοχή επιφύλαξε και η Ρώμη που προσκάλεσε η ίδια το Βελισσάριο.
Πάντως είναι παράλογο η κατάληψη τμήματος μιας χώρας να υποχρεώνει την υπόλοιπη ελεύθερη χώρα σε αλλαγή του ονόματός της. Μετά από μια τυχόν κατάληψη της Θράκης από τους Τούρκους, θα έπρεπε δηλαδή να υποχρεωθεί η Ελλάδα να πάψει να ονομάζεται Ελλάδα και να αρχίσει να λέγεται π.χ. Πελασγία... Κι ωστόσο σ’ αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό έχουμε πέσει με το να ονομάζουμε «Βυζαντινή» την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το ελεύθερο τμήμα της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μετά την πτώση της Ρώμης.
Μια τελευταία προσπάθεια με έναν Θεσσαλονικιό του 630 – ή οποιασδήποτε εποχής μέχρι το 1430 που η Θεσσαλονίκη έπεσε στους Τούρκους – θα είχε την ίδια κατάληξη. Παρ’ όλο που τα σχολικά βιβλία μας διδάσκουν επίμονα ότι ο χαρακτήρας της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας αλλάζει στις αρχές του 7ου αιώνα (περίπου την εποχή του Ηράκλειου) και μετατρέπεται σε καθαρά ελληνικό κράτος, ο φίλος μας θα παρέμενε απορημένος. Ο ίδιος και οι πρόγονοί του μιλούσαν πάντα ελληνικά, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δε  σήμαινε ότι ήταν ή ένιωθαν λιγότερο Ρωμαίοι από τους λατινόφωνους συμπατριώτες τους της Δύσης. Άλλωστε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν πάντοτε δίγλωσση. Για παράδειγμα, ήδη το 57 μ.Χ. ο Απ. Παύλος έγραφε στα ελληνικά τη γνωστή επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης, ενώ οι δεκατρείς από τους πρώτους δεκαέξη Πάπες της Ρώμης ήταν ελληνόφωνοι. Στις εκκλησίες της Ρώμης οι ακολουθίες τελούνταν στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστο μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, και πιθανόν και αργότερα. . Άλλωστε είναι γνωστό ότι «από τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. κάθε καλλιεργημένος Ρωμαίος ήταν δίγλωσσος».
Η μόνη αλλαγή τον έβδομο αιώνα είναι η σταδιακή επισημοποίηση της ελληνικής γλώσσας στη θέση της λατινικής. Αυτό έγινε για καθαρά πρακτικούς λόγους, αφού το κομμάτι της αυτοκρατορίας που παρέμενε ελεύθερο ήταν ελληνόφωνο. Ο Ιουστινιανός το σημειώνει ξεκάθαρα σε μια από τις «Νεαρές» του ότι οι νόμοι αυτοί είναι γραμμένοι στην ελληνική επειδή έτσι γίνονται πιο κατανοητοί από τον πληθυσμό («ου τη πατρίω φωνή – λατινική – τον νόμον συνεγράψαμεν αλλά ταύτη δη τη κοινή και Ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον δια το πρόχειρον της ερμηνείας»).  Και πάντως, όπως σημειώνει ο P. Charanis, αυτό το γεγονός, που σήμερα μας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό, συνέβηκε τόσο ανεπαίσθητα που και οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας πιθανότατα ούτε που το παρατήρησαν.  Οπωσδήποτε η χρήση της μιας ή της άλλης γλώσσας δεν σήμαινε αλλαγή στην «εθνική συνείδηση» του κράτους. Απλοϊκές απόψεις που ταυτίζουν τη γλώσσα με την εθνική συνείδηση θα ταίριαζαν ίσως σε παλιότερες εποχές, όχι όμως και στα τέλη του 20ού αιώνα. Το σίγουρο είναι πως δεν έχουμε την παραμικρή ένδειξη στις πηγές για αλλαγή συνείδησης κατά τον 7ο αιώνα.

Όσο για τον όρο «βυζαντινός», δεν περιήλθε σε ευρύτερη χρήση πριν τον 19ο αιώνα. Ο μεγάλος Βρετανός ιστορικός Γίββων έγραψε την περίφημη «Παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στα τέλη του 18ου αιώνα και τελειώνει το έργο του στα 1453, οπότε και θεωρεί ότι συντελέστηκε η οριστική πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη γνώμη μας, ενώ ο όρος δε χρησιμεύει σε τίποτα, συσκοτίζει τη σωστή κατανόηση της μεσαιωνικής Ιστορίας.
Για παράδειγμα, πέρα απ’ όσα αναφέραμε για τις δυσκολίες εντοπισμού της αρχής της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας και για την «ελληνικότητα» της, προβλήματα δημιουργούνται και στην ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής της. Έτσι, πολλοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι την ιμπεριαλιστική ιουστινιάνεια ιδεολογία του 6ου αιώνα διαδέχεται μια αμυντική ιδεολογία διατήρησης των εδαφών από τον 7ο αιώνα. Αν όμως ξεχάσουμε τον όρο «Βυζαντινή» και θυμηθούμε ότι έχουμε να κάνουμε με το ελεύθερο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πολιτική του Ιουστινιανού παύει να είναι ιμπεριαλιστική, αφού στόχευε απλώς στην απελευθέρωση των υπόδουλων Ρωμαίων της Ιταλίας και της Αφρικής.
Όσο προχωράμε προς τον 8ο και 9ο αιώνα, τα προβλήματα από τη χρήση του όρου «βυζαντινός» πολλαπλασιάζονται. Όπως θα δούμε στα κεφάλαια 7 και 8, οι δυτικοί ισχυρίζονται ότι η ρωμαϊκή Ιταλία επαναστάτησε τότε εναντίον της «βυζαντινής» κυριαρχίας και προτίμησε να τεθεί υπό τη βαρβαρική κατοχή των Φράγκων. Χρησιμοποιώντας τον όρο «Βυζαντινοί», οι δυτικοί ιστορικοί διαχωρίζουν εθνικά τους ομοεθνείς Ρωμαίους Ιταλίας και Ανατολής και μιλάνε για «βυζαντινό επεκτατισμό» στη Ν. Ιταλία, τη στιγμή που όλοι οι Ρωμαίοι της Δύσης προσπαθούσαν να απαλλαγούν από το βαρβαρικό ζυγό των Φράγκων. Το κωμικό είναι ότι στη συνέχεια οι ίδιοι ιστορικοί αναγνωρίζουν «βυζαντινές» επιδράσεις στην ιταλική τέχνη αυτής της εποχής και προσπαθούν να βρουν τα κανάλια μέσα από τα οποία επέδρασε η «βυζαντινή» τέχνη στη Δύση. Προσπαθούν, δηλαδή, να βρουν πως γίνεται και εμφανίζεται ρωμαϊκή τέχνη στη ρωμαϊκή Ιταλία...
Όλα αυτά τα περιττά προβλήματα έχουν συσσωρευθεί μόνο και μόνον επειδή οι δυτικοευρωπαίοι αντίπαλοί μας θέλησαν κάποτε να εφεύρουν ένα ακόμη όνομα για να μας αποξενώσουν από την Ιστορία μας. Στο όνομα αυτό μάλιστα προσπάθησαν επί αιώνες να προσδώσουν με κάθε τρόπο αρνητική χροιά – παράδειγμα η λέξη «βυζαντινισμός» που πολιτογραφήθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα. Σε μεγάλο βαθμό το πέτυχαν: οι νεοέλληνες πιστεύουν σήμερα ότι το «Βυζάντιο» κατέστρεψε τον ελληνικό πολιτισμό και προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από κάθε τι «βυζαντινό»*.
Τα πράγματα θα ήταν αρκετά διαφορετικά αν απλώς χρησιμοποιούσαμε τα σωστά εθνικά ονόματα. Τότε θα απαιτούσε ιδιαίτερο κόπο από τους δυτικούς το να μας εξηγήσουν πως γίνεται οι Ρωμαίοι να κατέστρεψαν οι ίδιοι τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό τους. Τελικά, η χρήση του όρου «βυζαντινός» αντί του Ρωμαίικος στις αρχές του 19ου αιώνα εξυπηρετούσε απλώς τα πολιτικά σχέδια των δυτικοευρωπαίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όταν απελευθερώνονταν, οι Ρωμηοί (Γραικοί για τους ξένους) δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν την ανασύσταση της αυτοκρατορίας τους. Θα έπρεπε να αρκεστούν απλώς στα όρια της αρχαίας Graecia, στα οποία, όπως ξέρουμε σήμερα, τους περιόρισαν οι συμφωνίες δημιουργίας του ελληνικού βασιλείου το 1830...

* Ίσως γι’ αυτό το νεοελληνικό κράτος δεν κατάφερε να βρει ούτε μια ιστορική μορφή από τη χιλιόχρονη «βυζαντινή» περίοδο που να αξίζει να απεικονιστεί στα νομίσματά του: από τα 12 κέρματα και χαρτονομίσματα που κυκλοφορούν σήμερα στην Ελλάδα τα 4 απεικονίζουν πρόσωπα από την αρχαία Ιστορία, 2 από την αρχαία μυθολογία (!) και 6 από τη νεώτερη Ιστορία μας.

Ο σχηματισμός της ρωμαίικης συνείδησης





Μέρος Β’
Ο σχηματισμός της ρωμαίκης συνείδησης


Κεφάλαιο 4
Το υπερεθνικό κράτος

Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε την εθνική συνείδηση των προγόνων μας από το 300 μ.Χ. και μετά. Πρόκειται για την ίδια εθνική συνείδηση που διατηρήθηκε ως τις μέρες της απελευθέρωσης της Ελλάδας το 1830 και που, σε μεγάλο βαθμό, μας διαφοροποιεί από τους δυτικοευρωπαίους. Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτή τη «ρωμαίικη εθνική συνείδηση» πρέπει να μελετήσουμε την εθνική συνείδηση των Ρωμαίων του 4ου, 5ου και 6ου αιώνα, όταν αρχίζουν οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Ρωμαίους και στους βαρβάρους, δηλαδή ανάμεσα στους προγόνους μας και στους προγόνους των σημερινών δυτικοευρωπαίων. Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο σήμερα, αφού για να αποκτήσουμε μια σωστή εικόνα της εποχής πρέπει να αποδιώξουμε τις σύγχρονες αντιλήψεις μας που είναι ανεξίτηλα σφραγισμένες από την έννοια του «εθνικού κράτους» (nation-state). Τα εθνικά κράτη χαρακτηρίζονται από τους κοινούς δεσμούς αίματος – γλώσσας – παράδοσης – ιστορίας οι οποίοι τα διαφοροποιούν από άλλα εθνικά κράτη.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν ο ισχυρότερος πολιτικός οργανισμός στην ως τότε Ιστορία της ανθρωπότητας και, επιπλέον, μετά την ενσωμάτωση της Ελλάδας και τη σταδιακή δημιουργία του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, ο αποκλειστικός φορέας πολιτισμού στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Σ’ όλη αυτή την τεράστια έκταση δεν υπήρχε άλλο πολιτισμένο κράτος. Μέσα στην αυτοκρατορία υπήρχαν πολλά έθνη, διάφορες γλώσσες και διάφορες θρησκείες, όμως όλα αυτά ήταν ασήμαντα μπροστά στη διαφορά Ρωμαίου και βαρβάρου, τη διαφορά πολιτισμού και πρωτογονισμού. (Μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα κανένας βαρβαρικός λαός δεν είχε καν ανακαλύψει τη γραφή. Οι Γότθοι ήταν οι πρώτοι που απέχτησαν αλφάβητο τότε).
Σ’ αυτό το πολυεθνικό κράτος οι πολίτες του (και όσοι κάτοικοι δεν είχαν γίνει πολίτες ως το 212 μ.Χ. έγιναν τότε) ήταν περήφανοι για την ρωμαϊκότητά τους και για την παιδεία τους. Η φυλετική και εθνική καταγωγή σταδιακά έπαψαν να είναι αποφασιστικοί παράγοντες για το σχηματισμό της συλλογικής συνείδησης, και η ρωμαϊκότητα περιβλήθηκε – όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις – μεταφυσικό ένδυμα. Η Ρώμη απεκαλείτο «αιωνία πόλη» και η πίστη στην αιωνιότητά της ήταν βαθύτατη και ακλόνητη.
Οι ίδιοι οι βάρβαροι στέκονταν έκθαμβοι μπροστά σ’ αυτό το κολοσσιαίο πολιτικό και στρατιωτικό οικοδόμημα. Όνειρό τους δεν ήταν να το γκρεμίσουν – δεν υπάρχει η παραμικρή τέτοια ένδειξη – αλλά να γίνουν μέλη του.  Κατατάσσονταν στο ρωμαϊκό στρατό ως μισθοφόροι και προσπαθούσαν να γευθούν κάτι από το μεγαλείο του πλούσιου γείτονα. Ίσως το μόνο σύγχρονο παράδειγμα που μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση αυτής της σχέσης είναι η μετανάστευση  στην Αμερική. Η Αμερική είναι κι αυτή μια παντοδύναμη, πλούσια, πολυεθνική χώρα στην οποία κάθε προηγούμενη εθνική περηφάνεια του μετανάστη σβήνει μπροστά στην περηφάνεια ότι κάποτε θα γίνει Αμερικάνος. Όνειρο του εξαθλιωμένου χωρικού από το Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα δεν είναι να καταστρέψει αυτό που αντικρύζει, αλλά να τον αποδεχθούν οι Αμερικάνοι ως ίσο, να τον κάνουν συμμέτοχο στο «βασίλειό» τους.
Κάπως έτσι πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την αρχική σχέση των βαρβάρων με τους Ρωμαίους. Πολλοί απ’ αυτούς κατάφεραν πραγματικά να εξελιχθούν στο στράτευμα. Ένας μάλιστα, ο Στηλίχων, έφτασε να κρατάει στα χέρια του την υπεράσπιση της ίδιας της Ιταλίας γύρω στα 400 μ.Χ., με τον τίτλο του magister militum.
Η λάμψη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και ο σεβασμός των βαρβάρων, διατηρήθηκαν για πολύ μετά την πτώση της Ρώμης. Άλλωστε και ο ίδιος ο θεωρούμενος –λαθεμένα- οριστικός κατακτητής της, ο Οδόακρος το 476, δεν τόλμησε να υποκαταστήσει τον αυτοκράτορα Ρωμύλο-Αυγουστύλο τον οποίο εξεδίωξε. Λέμε «λαθεμένα» γιατί δεν υπήρχε τίποτα το οριστικό σ’ αυτή την κατάκτηση. Εξήντα χρόνια αργότερα, ο ρωμαϊκός στρατός υπό το Βελισσάριο και το Ναρσή απελευθέρωσε πάλι την πόλη. Το μόνο που συνέβηκε οριστικά το 476 ήταν η κατάργηση της δυαρχίας που ήταν κληρονομιά του Θεοδόσιου του Α’ από το 395. Από δω και πέρα υπάρχει μόνον ένας αυτοκράτορας των Ρωμαίων, με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Δυστυχώς, η χρήση του παραπλανητικού όρου «βυζαντινός» μας εμποδίζει να δούμε τα πράγματα όπως πραγματικά ήταν, κι έτσι διαβάζουμε για «βυζαντινή κατάκτηση της Ιταλίας» επί Ιουστινιανού. Ο Οδόακρος έστειλε τα αυτοκρατορικά σύμβολα στον αυτοκράτορα της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ζήνωνα, από τον οποίο ζήτησε να τον ονομάσει πατρίκιο και να του επιτρέψει να κυβερνήσει στη Δύση εξ ονόματός του.
Το ίδιο συνέβηκε και με το νικητή του Οδόακρου, Οστρογότθο Θεοδώριχο (ο οποίος ανατράφηκε στην Κωνσταντινούπολη), βασιλιά της Ιταλίας από το 493 ως το 526. Ο Θεοδώριχος έκοψε νομίσματα μόνο στο όνομα του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και υιοθέτησε το όνομα Φλάβιος. Στον αυτοκράτορα Αναστάσιο έγραφε: «regnum nostrum imitation vestra est, unici exemplar imperii» («Το βασίλειό μας είναι μίμηση του δικού σας, υπόδειγμα μοναδικής αυτοκρατορίας»).

Πολύ συχνά οι βάρβαροι προσπαθούσαν να μιμηθούν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Ρωμαϊκού τυπικού. Ο Γρηγόριος επίσκοπος Τουρενσίου (Tour) μας έχει διασώσει την περιγραφή της ανακήρυξης του Χλωδοβίκου (Clovis ή Clodwig), βασιλιά των Φράγκων, σε ύπατο (consul) το 508: «Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος έστειλε γράμματα στο Χλωδοβίκο για να του απονείμει την υπατεία. Ο Χλωδοβίκος στάθηκε στην εκκλησία του αγίου Μαρτίνου, περιβεβλημένος χιτώνα και στρατιωτικό μανδύα, και στεφανώθηκε με διάδημα. Στη συνέχεια ίππευσε το άλογό του και μοίρασε με τα χέρια του χρυσά και ασημένια νομίσματα στο πλήθος που παρευρισκόταν από την πόρτα της εκκλησίας του αγίου Μαρτίνου ως τον καθεδρικό της Τουρ. Και από κείνη την ημέρα ονομαζόταν Ύπατος ή Αύγουστος».
Η επιτηδευμένη προσπάθεια ενός βάρβαρου ηγεμόνα να ακολουθήσει τα ρωμαϊκά πρότυπα – μέχρι και την καθιερωμένη μοιρασιά νομισμάτων – δε χρειάζεται ιδιαίτερα σχόλια. Είναι φανερό ότι το υπέρτατο όνειρο κάθε βαρβάρου ήταν να μπορέσει να μοιάσει σε Ρωμαίο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η στάση των Λογγοβάρδων οι οποίοι μεταξύ 570-600 ολοκλήρωσαν την οριστική πτώση της Ιταλίας στους βαρβάρους. Πέρα από τη Ρώμη, την περιοχή της Ραβέννας, της Νάπολης, της Καλαβρίας και της Σικελίας, οι υπόλοιποι Ρωμαίοι της δυτικής αυτοκρατορίας είναι πια οριστικά υπόδουλοι από δω και πέρα. Παρ’ όλο που είχαν περάσει πάνω από 200 χρόνια από τότε που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άρχισε να δείχνει τις αδυναμίες της απέναντι στους βαρβάρους, οι κατακτητές Λογγοβάρδοι δεν τόλμησαν να ονομάσουν τους εαυτούς τους κυρίους της ιταλικής γης. Ο Λογγοβάρδος Παύλος ο Διάκονος, γράφοντας το 780 την Ιστορία του λαού του, αναφέρει (σε μια πολυσυζητημένη φράση) ότι οι Λογγοβάρδοι έμειναν στην Ιταλία ως «φιλοξενούμενοι» («hospes/hospites») των Ρωμαίων ιδιοκτητών.  Το ότι χρησιμοποιείται αυτή η λέξη, αντί της λέξης «πάτρονας» που ταιριάζει σε ένα φεουδαρχικό σύστημα, αποτελεί ένδειξη ότι οι Ρωμαίοι δεν έχασαν τον τίτλο ιδιοκτησίας τους. Η προσωρινότητα την οποία υποδηλώνει η λέξη «hospes» δεν μπορεί παρά να έχει μια μόνο εξήγηση. Αφού τα όπλα των Λογγοβάρδων είχαν υποτάξει αμετάκλητα τους Ρωμαίους στην περιοχή που αναφέραμε, αυτή η διστακτικότητα πρέπει κατά τη γνώμη μας να αποδοθεί στη συνεχιζόμενη λάμψη του Ρωμαϊκού θρύλου.
Πάντως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο που αποδεικνύει την αίγλη της Ρωμαϊκής αρχής είναι η χρήση του τίτλου «αυτοκράτορας Ρωμαίων»¨από βάρβαρους ηγεμόνες όπως ο Καρλομάγνος και ο Όθων Α’ τον 9ο και 10ο αιώνα, 400 και 500 χρόνια μετά την «οριστική» πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Φαίνεται ότι ακόμη και τότε, στη συνείδηση κάθε μεσαιωνικού ανθρώπου, μόνη νόμιμη υπέρτατη εξουσία παρέμενε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Αυτός και μόνο είχε δικαίωμα εξουσίας πάνω σε όλους του Χριστιανούς της Οικουμένης. Στις λεπτομέρειες της στέψης του Καρλομάγνου σε αυτοκράτορα θα επανέρθουμε στο 8ο κεφάλαιο.
Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα θα επαναλάβουμε ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος στο οποίο ήταν αδύνατο να αναπτυχθούν φυλετικοί και εθνικιστικοί φανατισμοί στη μορφή που γνώρισε η ανθρωπότητα από το 1800 και μετά. Στην υπερεθνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τις διάφορες εθνότητες να συμμετέχουν περήφανες στην ιδέα της «ρωμαϊκότητας», οποιοσδήποτε πρώην βάρβαρος μπορούσε να γίνει Ρωμαίος αρκεί να αποδεχόταν την ελληνορωμαϊκή παιδεία και παράδοση. Με γάμους και επιμειξίες πολλοί βάρβαροι ενσωματώθηκαν στη Ρωμαϊκή κοινωνία. Ο Στηλίχων, τον οποίον αναφέραμε πιο πάνω, είχε παντρευτεί  την ανηψιά του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Ο Χριστιανισμός, που κυριάρχησε σταδιακά σε όλη την Αυτοκρατορία, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στις εθνικές διακρίσεις.
Από κει και ύστερα, η υπερεθνική ρωμαϊκή ιδεολογία, διευρυμένη χάρη στη χριστιανική διδασκαλία της αδελφωσύνης όλων των ανθρώπων, διατηρήθηκε επί αιώνες στη «βυζαντινή» αυτοκρατορία που ήταν επίσης ένα υπερεθνικό κράτος. Γι’ αυτό και δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η συζήτηση που απασχολεί ακόμη και σήμερα τους ιστορικούς για το πόσο «ελληνική» ήταν η «βυζαντινή» αυτοκρατορία (βλ. π.χ. τις  συγκρουόμενες απόψεις των Mango, Charanis και Καραγιαννόπουλου). Από εθνική σκοπιά δεν ήταν ούτε ελληνική ούτε βυζαντινή: ήταν ρωμαϊκή και υπερεθνική. (Πολιτιστικά, βέβαια, ήταν αναμφισβήτητα ο μοναδικός φορέας του ελληνικού πολιτισμού).
Το ίδιο κενές περιεχομένου είναι και οι διαμάχες για τη θέση των Σύρων ή αργότερα των Σλάβων απέναντι στους «Έλληνες». Στη «βυζαντινή» αυτοκρατορία αυτοκράτορας ή πατριάρχης μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική ή φυλετική καταγωγή του. Ήδη στα μέσα του 8ου αιώνα βρίσκουμε έναν Σλάβο, το Νικήτα, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.  Και αν προχωρήσουμε παραπέρα, στα πρόσωπα στα οποία έτρεφαν το μεγαλύτερο σεβασμό οι Ρωμηοί, στους αγίους, θα δούμε ότι προέρχονται από όλες τις γωνιές της Ρωμανίας και μπορεί και να μη γνώριζαν καν ελληνικά. Ο R. Browning αναφέρει χαρακτηριστικά τον άγιο Δανιήλ τον Στυλίτη που έζησε σε ένα στύλο κοντά στην Κωνσταντινούπολη από το 460 ως το 493 και τον οποίον επισκέπτονταν και συμβουλεύονταν οι αυτοκράτορες Λέων και Ζήνων. Ο άγιος Δανιήλ δεν έμαθε ποτέ ελληνικά. Τα λόγια του τα μετέφραζαν από τα συριακά οι μαθητές του.  Εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο άγιος Δημήτριος, προστάτης της Θεσσαλονίκης εναντίον των Σλάβων κατά τις επιδρομές του 6ου, 7ου και 8ου αιώνα, έγινε στη συνέχεια, όπως σημειώνει ο Ομπολένσκυ, ένας από τους πιο λαοφιλείς αγίους στο μεσαιωνικό Σλαβικό κόσμο.
Οι Ρωμηοί διατήρησαν την ίδια υπερεθνική συνείδηση ακόμη και μετά την υποδούλωση στους Τούρκους. Μια ξεχωριστή μελέτη θα μπορούσε να υποδείξει ότι αυτή την οικουμενική αντίληψη εξέφραζε ο Ρήγας Φεραίος όταν καλούσε όλους τους λαούς των Βαλκανίων να ενωθούν. Η αντίληψη του Ρήγα Φεραίου δεν μπορεί να προέρχεται μόνον από το πνεύμα του Διαφωτισμού της εποχής, το οποίο τόνιζε την αυτοδιάθεση κάθε έθνους. Έχει βαθύτερες ρίζες στην κοινή ρωμαίικη («βυζαντινή») παράδοση των λαών της περιοχής, όπου το πιο σημαντικό δεν ήταν η φυλετική καταγωγή αλλά η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική παιδεία.
Βέβαια, για τους δυτικοευρωπαίους με την περιορισμένη Ιστορία και τη βαρβαρική παράδοση όλα αυτά δεν γίνονταν εύκολα κατανοητά. Έτσι προσπαθούσαν πάντα να εξηγήσουν τα επιτεύγματα ενός λαού με απλοϊκές φυλετικές ερμηνείες, όπου κάποιοι λαοί ή κάποιες κοινωνικές τάξεις ήταν λόγω αίματος πιο «ευγενείς» από άλλους. Το 19ο αιώνα, μάλιστα, οι πλέον «επιστημονικές» φυλετικές θεωρίες έφτασαν να κατατάσσουν τους λαούς ανάλογα με τη χωρητικότητα του κρανίου («βραχυκέφαλοι», «δολιχοκέφαλοι», κλπ). Μέσα σ’ αυτό το ρατσιστικό σκεπτικό, τις συνέπειες του οποίου πλήρωσε πανάκριβα όλη η ανθρωπότητα κατά τον 20ό αιώνα, τοποθετούνται και θεωρίες τύπου Φαλμεράιερ που τόσο συντάραξαν τους Έλληνες πριν 150 χρόνια. Δυστυχώς ο εκδυτικισμός της Ελλάδας παρέσυρε πολλούς ιστορικούς μας σε απαντήσεις μέσα στο δυτικό πλαίσιο που έθεσε ο Φαλμεράιερ. Η όλη προσπάθεια, δηλαδή, στράφηκε στο να αποδείξουμε πως, ναι, κυλάει ακόμα μέσα μας το αίμα του Περικλή, αντί να απορρίψουμε ως εντελώς λαθεμένη και ανούσια μια συζήτηση που ξεκινάει από φυλετικά, αντί για πολιτιστικά, χαρακτηριστικά. Είναι κι αυτό μια ένδειξη για το πόσο αδιόρατα έχει εισβάλει ο αντιρωμαίικος δυτικός τρόπος σκέψης στη νεώτερη Ελλάδα.
Ας επανέλθουμε όμως στην εποχή που εξετάζουμε, μετά τις βαρβαρικές εισβολές. Πέρα απ’ όσα είπαμε, οι Ρωμαίοι γνώριζαν καλά ότι οι βάρβαροι που δεν δέχονταν αυτή την πολιτιστική ενσωμάτωση παρέμεναν ξένο σώμα, ακόμη κι αν κατοικούσαν σε πρώην εδάφη της αυτοκρατορίας. Αυτή η ξεκάθαρη (πολιτιστική και όχι φυλετική) διαφοροποίηση συνεχίστηκε για αιώνες, παρ’ όλο που οι δυτικοί ιστορικοί θέλουν να πιστεύουν ότι Ρωμαίοι και βάρβαροι συγχωνεύθηκαν και έτσι γεννήθηκε ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός. Στην πραγματικότητα, και για όσο διάστημα έχουμε στοιχεία, οι υποταγμένοι Ρωμαίοι διατηρούν την ταυτότητά τους και ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός σχηματίζεται καταστρέφοντας τα υλικά και πνευματικά μνημεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου.
Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά τι απέγιναν οι Ρωμαίοι στις κατακτημένες περιοχές από το 476 και μετά. Όταν ο Οστρογότθος Θεοδώριχος (ο οποίος είναι αξιοσημείωτο ότι αποκαλείται «Μέγας» στη δυτική ιστοριογραφία!) ανέτρεψε τον Οδόακρο και έγινε κύριος της Ιταλίας (493), δεν επέβαλε τη γοτθική διοίκηση και νομοθεσία πάνω στους Ρωμαίους. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος τον αναγνώρισε ως «ρήγα» (rex) και ο Θεοδώριχος εγκατέστησε δυαδική διοίκηση. Οι Οστρογότθοι διοικούσαν όλους τους μη-Ρωμαϊκούς πληθυσμούς και Ρωμαίοι αξιωματούχοι τους Ρωμαίους.
Λίγο μετά το θάνατο του Θεοδώριχου ο ρωμαϊκός στρατός του Ιουστινιανού απελευθέρωσε την Ιταλία και επανένωσε την αυτοκρατορία. Η ελευθερία όμως δεν κράτησε πολύ. Από το 568 νέα βαρβαρικά φύλα, οι Λογγοβάρδοι, κυριάρχησαν στην ιταλική χερσόνησο λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Οι λιγοστοί Ρωμαίοι πολίτες που επέζησαν μετατράπηκαν σε δουλοπάροικους ή ημιελεύθερους καλλιεργητές της γης. Αν και διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία για την κατάστασή τους αυτή την περίοδο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απόσταση Ρωμαίων και βαρβάρων διατηρήθηκε μέσα σ’ αυτό το καθεστώς βαρβαρικής κατοχής. Υπήρχαν τρεις σημαντικοί λόγοι γι’ αυτό.
Ο πρώτος ήταν η πολιτιστική διαφορά, όπως την εκθέσαμε και παραπάνω. Επιπλέον υπήρχαν και θρησκευτικές διαφορές. Οστρογότθοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι και Λογγοβάρδοι ήταν αρειανοί στο θρήσκευμα και μόνον οι Φράγκοι ασπάστηκαν από την αρχή την Ορθοδοξία. Αυτό σήμαινε ότι, ακόμη και σε περιοχές όπου συγκατοικούσαν, οι Ρωμαίοι και οι βάρβαροι δεν έρχονταν σε άμεση κοινωνία. Τέλος, ο τρίτος πολύ σημαντικός λόγος για τον οποίο δεν αφομοιώθηκαν οι βάρβαροι ήταν ότι τις διαφορές στεγανοποιούσε και η διαφορετική νομική παράδοση. Οι νόμοι των γερμανικών φυλών (Λογγοβάρδων, Φράγκων, κλπ) ήταν προσωπικοί ενώ οι ρωμαϊκοί ήταν γεωγραφικοί.  Αυτό σήμαινε ότι, για παράδειγμα, ένας Λογγοβάρδος κρινόταν με βάση το λογγοβαρδικό νόμο, ανεξάρτητα από το που ζούσε. Αντίθετα, στο ρωμαϊκό δίκαιο, όλοι οι κάτοικοι στο έδαφος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από εθνικότητα, κρίνονταν με βάση το ρωμαϊκό δίκαιο, πράγμα που βοηθούσε στην εξάλειψη των εθνικών διαφορών. Η γερμανική νομοθεσία έπαιξε έτσι σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της «εθνικής συνείδησης» των βαρβαρικών φυλών, αφού ξεχώριζε αυστηρά τους διάφορους λαούς. Η νομική παράδοση συντέλεσε μ’ αυτό τον τρόπο στην εξαφάνιση της οικουμενικής Ρωμαϊκής συνείδησης στη Δύση και στην εμφάνιση του εθνικισμού και, κυρίως, του ρατσισμού ο οποίος δεν έπαψε από τότε να αποτελεί μόνιμο, εγγενές στοιχείο στις δυτικές κοινωνίες.
Οι υπόδουλοι Ρωμαίοι αντιστάθηκαν σ’ αυτή την πολιτιστική οπισθοδρόμηση. Από τα τμήματα του λογγοβαρδικού δικαίου που έχουν διασωθεί (παράδειγμα η νομοθεσία του Λιουτπράνδου, βασιλιά των Λογγοβάρδων 712-744) φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι εξακολουθούσαν, 150 χρόνια μετά την υποταγή τους στους Λογγοβάρδους, να υπόκεινται στο δικό τους δίκαιο. Για παράδειγμα, ένας νόμος ορίζει ότι αυτοί που γράφουν συμβόλαια, είτε σύμφωνα με τους νόμους των Λογγοβάρδων, είτε σύμφωνα με τους νόμους των Ρωμαίων, δεν πρέπει να τα γράφουν σε αντίθεση με αυτούς τους νόμους. Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο δίκαιο, αν μια Λογγοβάρδα παντρευόταν Ρωμαίο έχανε τα δικαιώματά της, και τα παιδιά αυτού του γάμου θεωρούνταν Ρωμαίοι και υπόκεινταν πλέον στους ρωμαϊκούς νόμους.
Ας προσέξουμε λίγο καλύτερα την τελευταία διάταξη της νομοθεσίας του Λιουτπράνδου που έχει, κατά τη γνώμη μας, μεγάλη σημασία. Κατ’ αρχήν, είναι αξιοπρόσεκτο και πολύ σημαντικό το ότι οι ρωμαϊκοί νόμοι ήταν γνωστοί και εξακολουθούσαν να ισχύουν για τους Ρωμαίους. Επιπλέον, η διάταξη δηλώνει ξεκάθαρα ότι οι δύο λαοί παρέμεναν χωρισμένοι, σε μια αυστηρή σχέση κατακτητή-κατακτημένου. Μάλιστα ένας Ρωμαίος δεν μπορούσε καν να ανέβει στην τάξη των «κυρίων» μέσω γάμου (ενώ είδαμε προτήτερα ότι στο Ρωμαϊκό κράτος ένας βάρβαρος μπορούσε άνετα να ανελιχθεί με γάμο ή άλλο τρόπο). Αντίθετα η σύζυγός τους έχανε τα δικαιώματα της και «έπεφτε» στις τάξεις των (πιθανότατα δουλοπάροικων) Ρωμαίων. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι οι Λογγοβάρδοι, ακολουθώντας μια παλιά γερμανική παράδοση, είχαν θεσπίσει μια σταθερή τιμή («wergild») για τη ζωή κάθε ανθρώπου. Την τιμή αυτή πλήρωνε όποιος σκότωνε ή τραυμάτιζε κάποιον. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ζωή ενός ελεύθερου γαιοκτήμονα (Λογγοβάρδου) αποτιμόταν 300 solidi (το ρωμαϊκό χρυσό νόμισμα)μ ενός ελεύθερου ακτήμονα 150 solidi, ενώ του ημιελεύθερου aldius (στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι περισσότεροι υπόδουλοι Ρωμαίοι) μόλις 60 solidi.
Οι κατακτημένοι Ρωμαίοι προσπάθησαν απεγνωσμένα να διατηρήσουν ό,τι μπορούσαν από τον πολιτισμό τους σ’ αυτό το καθεστώς βαρβαρικής κατοχής. Στην προσπάθεια αυτή είχαν πάντα συμπαράσταση από τις ελεύθερες περιοχές της αυτοκρατορίας. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, στην Ιταλία ελεύθερες παρέμεναν η Ραβέννα με τη γύρω περιοχή, η Ρώμη και το μεγαλύτερο τμήμα της Νότιας Ιταλίας. Την εξουσία του αυτοκράτορα αντιπροσώπευε εκεί ο έξαρχος της Ραβέννας. Όλη η ιστορία της Ιταλίας από το θάνατο του Ιουστινιανού (567) μέχρι την εποχή της νομοθεσίας του Λιουτπράνδου είναι μια σειρά από πολέμους και συμβιβασμούς μεταξύ Ρωμαίων και Λογγοβάρδων.
Η αντίσταση ενάντια σε κάθε λογής βαρβάρους αποτέλεσε βασικό εθνικό χαρακτηριστικό που σφράγισε τη συνείδηση των Ρωμηών σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Δεν είναι εύκολο να αποδείξει κανείς ιστορικά ότι ο κύριος εθνικός σκοπός της αυτοκρατορίας μετά το 400 μ.Χ. ήταν η άμυνα, η υπεράσπιση του πολιτισμού απέναντι σε αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές. Πραγματικά: ο μόνος πόλεμος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιθετικός στα 1100 χρόνια της χριστιανικής Ρωμανίας ήταν ο πόλεμος του Ηρακλείου κατά των Περσών. Μόνον τότε προχώρησε η αυτοκρατορία πέρα από τα όρια που είχε κληρονομήσει από την ειδωλολατρική Ρώμη. Όλοι οι άλλοι πόλεμοι έγιναν για να ανακτηθούν ρωμαϊκά εδάφη και να απελευθερωθούν υπόδουλοι Ρωμαίοι, στην Ιταλία, στη Β. Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια. Με το πέρασμα του χρόνου έγινε φανερό πως η απελευθέρωση όλων των Ρωμηών είχε καταστεί αδύνατη. Σ’ αυτή την πικρή συνειδητοποίηση πρέπει να αναζητηθούν τα σπέρματα του «καημού της Ρωμηοσύνης», της ιδεολογίας του αλυτρωτισμού και της αίσθησης «αδικίας» αλλά και αδυναμίας απέναντι στις επιδιώξεις των ξένων, που καθόρισε το νέο ελληνισμό μέχρι και τον εικοστό αιώνα...
Ο «καημός της Ρωμηοσύνης» και ο πέρα από φυλετικές διακρίσεις υπερεθνικός χαρακτήρας του Ρωμαίικου κράτους αποτέλεσαν δύο σημαντικότατους παράγοντες στη διαμόρφωση της εθνικής μας συνείδησης. Και οι δυο είναι παντελώς άγνωστοι και ακατανόητοι στη Δύση. Δεν είναι, επομένως, δύσκολο να αντιληφθούμε ότι σ’ αυτή τη διαφορά οφείλονται πολλές από τις σύγχρονες παρεξηγήσεις και απογοητεύσεις ανάμεσα στους νεοέλληνες και τους δυτικοευρωπαίους. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί θα έχουμε την ευκαιρία να αναλύσουμε το ρόλο που έπαιξε στο σχηματισμό της εθνικής μας συνείδησης, η Τρίτη μεγάλη διαφορά μας με τους δυτικούς, η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη.