''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Έλληνες λοιπόν ή Ρωμηοί;





Κεφάλαιο 2

Έλληνες λοιπόν ή Ρωμηοί;

Στο κεφάλαιο αυτό θα κάνουμε έναν σύντομο ιστορικό περίπατο στις πηγές για να ξεδιαλύνουμε τη σύγχυση την οποία συσσώρευσαν κατοπινές ιδεολογικές σκοπιμότητες γύρω από το εθνικό μας όνομα. Θα ανακαλύψουμε έτσι την απάντηση στο πρόβλημα που τέθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Οι πηγές προσφέρουν μια ξεκάθαρη εικόνα και ομολογουμένως χρειάζεται επίπονη προσπάθεια για να στηρίξει κάποιος μια αντίθετη άποψη.
Όλες οι πηγές που διαθέτουμε μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι το όνομα «Έλλην» είχε ήδη χάσει την εθνική-φυλετική του σημασία στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Στο τεράστιο χωνευτήρι της πολυφυλετικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όλοι οι λαοί απέχτησαν σταδιακά «ρωμαϊκή συνείδηση». Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να εξετάσουμε το πως συνέβηκε αυτό. Σημασία έχει ότι συνέβηκε. Χωρίς αμφιβολία, ο πολιτισμός αυτής της αυτοκρατορίας ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από την κλασική και ελληνιστική παράδοση. Ήταν κατά κάποιο τρόπο η οικουμενική ολοκλήρωση αυτού που οραματίστηκε αλλά δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει ο Μέγας Αλέξανδρος, να εγκαταστήσει δηλαδή μόνιμα την ελληνική παιδεία σε όλο το πλάτος του γνωστού κόσμου. Σύγχρονοι ξένοι ιστορικοί δέχονται ότι τελικά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε κράτος ελληνιστικό, ενώ άλλοι φτάνουν να μιλάνε για «Ελληνικό Ελληνισμό» και «Λατινικό Ελληνισμό».
Γι’ αυτό άλλωστε οι «ελληνικές» αντιδράσεις στους Ρωμαίους κατακτητές φθίνουν με τον καιρό και οπωσδήποτε εκλείπουν μετά τον πρώτο π.Χ. αιώνα. Μετά την πτώση του ελληνιστικού βασιλείου της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ., δεν αναφέρονται αντιρωμαϊκές εξεγέρσεις, πράγμα που δείχνει ότι οι Έλληνες αισθάνονταν άνετα μέσα σ’ αυτό τον εξελληνισμένο περίγυρο που επιπλέον τους πρόσφερε επί εκατοντάδες χρόνια μια πολυπόθητη ειρήνη και ασφάλεια.
Με τον καιρό, την ίδια ταύτιση ένιωσαν και οι Ρωμαίοι. Απόδειξη το ότι ένας μεγάλος αυτοκράτοράς τους, ο Κωνσταντίνος ο Α’, διάλεξε για νέα συμπρωτεύουσα το Βυζάντιο, μια καθαρά «ελληνική» πόλη σε ελληνόφωνο χώρο. Αν οι Ρωμαίοι αισθάνονταν διαφορετικοί και αντίπαλοι των Ελλήνων, δε θα μετέφεραν βέβαια εκεί, σε «εχθρικό» χώρο, τη συμπρωτεύουσά τους. Όμως το 320 μ.Χ., πεντακόσια χρόνια μετά την κατάληψη της Ελλάδας, τέτοιες φυλετικές διαφορές ήταν πλέον ολότελα ανύπαρκτες.
Η λέξη «Έλλην» είχε ήδη αποκτήσει καθαρά θρησκευτικό περιεχόμενο και ταυτιζόταν με την έννοια του ειδωλολάτρη. Φαίνεται πως αυτή η μεταβολή είχε ήδη αρχίσει να συντελείται τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, πολύ πριν ο Χριστιανισμός γίνει η επίσημη θρησκεία του κράτους. Στο Ευαγγέλιο του Μάρκου διαβάζουμε για κάποια γυναίκα που ήρθε στο Χριστό όταν αυτός βρισκόταν κοντά στην Τύρο η οποία, λέει ο ευαγγελιστής, ήταν «Ελληνίς, Συροφοινίκισσα τω γένει» (Μάρκου, 7, 26). Όπως σωστά σημειώνει ο Χρήστου, εφ’ όσον ήταν Συροφοινίκισσα εθνικά, το «Ελληνίς» δηλώνει το θρήσκευμά της.  Λίγα χρόνια μετά το 300 μ.Χ., ο Μέγας Αθανάσιος, ελληνόφωνος ο ίδιος και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, της κατ’ εξοχήν ελληνιστικής πόλης, γράφει «Λόγο κατά Ελλήνων». Αν η λέξη δήλωνε ακόμα το ελληνικό έθνος, το πράγμα θα ήταν εντελώς παράδοξο: το μεγάλο ελληνιστικό κέντρο στρεφόταν εναντίον – ποίου; Το ίδιο βλέπουμε αργότερα σε λόγους του Χρυσοστόμου, που ήταν τέκνο μιας άλλης μεγάλης ελληνιστικής πόλης, της Αντιόχειας. Η λέξη «Έλληνες» δηλώνει τους ασεβείς, τους ειδωλολάτρες.
Ούτε είναι σωστό το επιχείρημα ότι η λέξη έχασε την εθνική σημασία της με τη βία, επειδή τη χρησιμοποίησαν οι Χριστιανοί για τους αντιπάλους τους. Κατ’ αρχήν, όπως προκύπτει από το χωρίο του ευαγγελιστή Μάρκου που παραθέσαμε, η μεταβολή είχε συμβεί πριν οι Χριστιανοί αποκτήσουν οποιαδήποτε εξουσία. Επιπλέον, όπως σωστά σημειώνει η Μαντουβάλου, οι κατ’ εξοχήν εχθροί  και διώκτες των Χριστιανών ήταν οι Ρωμαίοι. Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τους Χριστιανούς κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας να συνεχίσουν να λέγονται Ρωμαίοι.  Επομένως πρέπει να συμπεράνουμε ότι το όνομα «Έλλην» είχε ήδη χάσει την εθνική του σημασία την εποχή της επικράτησης του Χριστιανισμού, ανεξάρτητα από το τι έλεγαν οι Χριστιανοί. Οι Χριστιανοί βρήκαν, δεν δημιούργησαν τη νέα έννοια.
Από κει και ύστερα, σ’ όλο το Μεσαίωνα, η λέξη «Έλληνας» σήμαινε τον ειδωλολάτρη. Με αυτή τη σημασία τη συναντούμε μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, για παράδειγμα, σε μια ομιλία του σε κάποιο χωριό έλεγε: «Και εγώ αδελφοί μου, οπού αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν, δια την ευσπλαγχνίαν του Χριστού μας, εξέτασα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί...».

Το εθνικό όνομα των προγόνων μας όλα αυτά τα χρόνια είναι «Ρωμαίοι» ή στη δημώδη «Ρωμηοί». Σε όλες ανεξαιρέτως τις πηγές η αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης αυτοαποκαλείται «Ρωμαϊκή» ή «Ρωμανία» στη δημώδη, και ο αυτοκράτοράς της, μέχρι και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, «βασιλεύς Ρωμαίων». Για περίεργους λόγους, όμως, αυτό το ξεκάθαρο γεγονός, αμφισβητείται από ορισμένους σύγχρονους ερευνητές οι οποίοι προσπαθούν να κατασκευάσουν τα προσωπικά τους ιδεολογήματα.
Έχει προβληθεί, για παράδειγμα, η αντίρρηση ότι για τον πολύ κόσμο δε χάθηκε η εθνική σημασία της λέξης Έλληνας, και ότι το «Ρωμαίοι» που συναντούμε σε όλες τις πηγές είναι απλής η επίσημη ονομασία των πολιτών του κράτους, κάτι που είχε επιβληθεί από πάνω, και όχι αυτό που πραγματικά πίστευαν για τον εαυτό τους οι κάτοικοι της «Ελλάδας».
Όπως όμως παρατηρεί εύστοχα η Μαντουβάλου, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πως δικαιολογείται η χρήση του ονόματος «Ρωμαίοι» (Ρωμηοί) επί Τουρκοκρατίας, μετά την κατάλυση του Ρωμαϊκού κράτους;  Οι «Έλληνες», υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πλέον, δε θα είχαν λόγο να χρησιμοποιούν το όνομα των κατακτητών Ρωμαίων και να αυτοαποκαλούνται Ρωμηοί. Εκτός κι αν αισθάνονταν Ρωμαίοι... Και η αλήθεια βέβαια είναι ότι αισθάνονταν και το γνώριζαν, άσχετα με το τι προπαγάνδιζαν οι δυτικοευρωπαίοι. Από τα αναρίθμητα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν θα παραθέσουμε ορισμένα, απλώς ενδεικτικά. Όλα προέρχονται όχι από λόγιους και διανοούμενους αλλά από τον απλό λαό.

Το τι πίστευε για τους «Έλληνες» ο πολύς κόσμος, πριν φωτιστεί από τους δυτικοευρωπαίους, το έχει καταγράψει ο Ι. Θ. Κακριδής στην πολύτιμη λαογραφική μελέτη του «Οι αρχαίοι Έλληνες στην νεοελληνική λαϊκή παράδοση».  Πολύ συνοπτικά, ο απλός λαός μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα πίστευε ότι οι Έλληνες ήταν κάποιος αρχαίος ειδωλολατρικός λαός γιγάντων – έτσι εξηγούνταν και η ύπαρξη των τεράστιων μνημείων που αφθονούσαν στον τόπο μας. Τους αρχαίους αυτούς τους θαύμαζε για τη δύναμή τους (στην Κεφαλληνία του 19ου αιώνα ο Κακριδής αναφέρει ότι υπήρχε η έκφραση «μωρέ, σαν Έλληνας είναι τούτος!» ), αλλά πάντως δεν ταυτιζόταν μαζί τους. Άλλωστε, επειδή προφανώς δεν υπήρχε περίπτωση σύγχυσης με κάποιο τωρινό λαό, τους ονόμαζε «Έλληνες» και όχι «αρχαίους Έλληνες».
Στα Σφακιά του 19ου αιώνα λέγανε πως «απάνω στη Σαμαριά είναι παλιά χώρα των Ελλήνων. Εδακεί ετελειώσανε οι Ελλήνοι. Και λέγουνε όπως έχει εκεί θησαυρό, όμως δεν εβρέθηκε».  Στη Θεσπρωτία, του 20ού αιώνα μάλιστα, οι γιαγιάδες έλεγαν μια ιστορία που άρχιζε ως εξής: «τα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλλήνες (...) οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσια...».  Χαρακτηριστικό είναι το ηπειρώτικο τραγούδι του 19ου αιώνα: «Η Αγγελική της Κούμαινας έχει άντρα παλικάρι, σαν Έλληνας έχει τσαμπά και στήθια σα λιοντάρι»  (τσαμπά: μακριά μαλλιά). Γνωστό είναι και το δημοτικό τραγούδι που λέει «Η μάνα του ήταν Χριστιανή κι ο κύρης του Έλλην...». Ο Κακριδής αναφέρει συνολικά 85 διηγήσεις ή φράσεις απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας όπου οι «Έλληνες» έχουν παραμείνει στη λαϊκή μας παράδοση με τη σημασία που αναφέραμε.
Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι δυτικοευρωπαίοι γνώριζαν το αληθινό μας όνομα και δε δίσταζαν να το αναφέρουν, όταν δεν κατευθύνονταν από άλλες σκοπιμότητες. Έτσι το 1713, σε μια εποχή δηλαδή για την οποία τα σχολικά μας βιβλία διδάσκουν ότι οι Ρωμαίοι έχουν χαθεί πριν 1200 χρόνια, ο Βενετός τυπογράφος της πρώτης έκδοσης του «Ερωτόκριτου» γράφει ότι τυπώνει αυτό το βιβλίο «παρακινημένος από την διάπυρον αγάπην και ευλάβειαν οπού παιδιόθεν έχω προς το ένδοξον έθνος των Ρωμαίων». Ο ίδιος δηλώνει ότι είναι «Ιταλικός και της γλώσσης ολότελα ανήξευρος», αλλά παρά ταύτα προσπάθησε να τυπώσει βιβλία «τα οποία ως τώρα και από άλλους Ρωμαίους και Ιταλικούς τυπογράφους ετυπώθησαν, αλλά και τα ασυνήθιστα και χρησιμώτερα, οπού υπό τινα Ρωμαίον δεν έγιναν». Ο πρόλογος κλείνει με παράκληση προς τους «άρχοντες Ρωμαίους» να προσφέρουν τυχόν χειρόγραφα στον εκδότη ώστε να τυπώσει αργότερα μια βελτιωμένη έκδοση.   Στο ίδιο το ποίημα διαβάζουμε το δίστιχο:
«Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη τως θεμέλιο μηδέ ρίζα»
(στ. Α 19-20).
Οι στίχοι αυτοί βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τη λαϊκή παράδοση, όπως την κατέγραψε ο Κακριδής: υπήρχε κάποτε μια εποχή κατά την οποία κυβερνούσαν οι «Έλληνες», όχι οι «αρχαίοι Έλληνες» αλλά οι «Έλληνες», κάποιοι άλλοι από μας, οι οποίοι είχαν μια πίστη χωρίς θεμέλιο και ρίζα, ήταν δηλαδή άθεοι και ειδωλολάτρες.
Για μερικές ακόμη αποδείξεις της χρήσης του ονόματος «Ρωμαίοι – Ρωμηοί» ας γυρίσουμε πιο παλιά. Τετρακόσια χρόνια νωρίτερα, τον 14ο αιώνα, ο ανώνυμος ανθέλληνας συγγραφέας του «Χρονικού του Μορέως» γνώριζε πολύ καλά ότι οι αντίπαλοι των Λατίνων, οι κάτοικοι της «Ελλάδας», είναι οι Ρωμαίοι. Ορίστε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του «Χρονικού»:
«Ποίος ν’ ακούση πώποτε Ρωμαίου να έχη πιστέψει
δι’ αγάπην γαρ ή δια φιλίαν ή δια καμίαν συγγένειαν;
Ποτέ Ρωμαίου μη εμπιστευτής δια όσα και σου ομνύει
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώση,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψη»
(στίχοι 3932-3937).
Ή όταν ο μισέρ Τζεφρές (Βιλλεαρδουίνος) αφέντης του Μορέως γράφει στο βασιλιά της Πόλης Ρομπέρτο (de Courtenay, 1221-1228):
«Κι αν χρήζη τα φουσάτά του, ομοίως και το κορμί του,
όταν ορίζη και χρειαστή, να ένι εις ορισμόν του,
να ένι μετ’ αυτόν ενομού και να κρατούν την μάχην,
να κουγκεστίζουν τους Ρωμαίους με τα φουσάτα οπού έχουν».
(κουγκεστίζουν: κατακτούν, στίχοι 2564-2567).
Για το τελευταίο παράδειγμά μας ας γυρίσουμε άλλα τριακόσια χρόνια πίσω, στον 11ο αιώνα. Στο μεγάλο έπος με το οποίο «αρχίζει η νεοελληνική λογοτεχνία», τον «Διγενή Ακρίτα», ο συγγραφέας, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν υποψιάζεται ότι είναι Έλληνας (ούτε και «βυζαντινός», αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο). Στην αρχή-αρχή ακόμα, ο Άραβας αμηράς φέρεται ότι «ακριβώς γαρ ηπίστατο την των Ρωμαίων γλώτταν»  και έτσι είχε τη δυνατότητα να συνομιλεί με τους αντιπάλους του. Στη συνέχεια, ένα από τα αδέρφια που ήρθαν να ζητήσουν την κόρη που απήγαγε ο αμηράς μονομαχεί μαζί του και, καθώς πλησιάζει προς τη νίκη, οι υπόλοιποι Σαρακηνοί συμβουλεύουν τον αμηρά: «Αγάπην επιζήτησον, τον δε πόλεμον άφες. Ο Ρωμαίος δεινός εστί, μη σε κακοδικήση».
Κατά τη γνώμη μας, τα παραδείγματα από τον «Διγενή Ακρίτα» είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα γιατί προέρχονται από ένα έργο που διαδραματίζεται στα όρια της αυτοκρατορίας, στον Ευφράτη, και όχι στην πρωτεύουσα. Δείχνουν λοιπόν ότι και οι επαρχιακοί πληθυσμοί πίστευαν ότι είναι Ρωμαίοι και όχι οτιδήποτε άλλο. Σε συνδυασμό με τα όσα παραθέσαμε παραπάνω και με τις πληροφορίες που έχουμε από όλες τις «επίσημες» πηγές (ιστορίες, κρατικά έγγραφα) είναι ολοφάνερο ότι οι πρόγονοί μας καλούνταν Ρωμαίοι-Ρωμηοί παντού. Επομένως η άποψη, την οποία διατυπώνει ο Χρήστου και άλλοι ερευνητές, ότι το «Ρωμαίοι» ήταν απλώς το επίσημο όνομά τους, ενώ οι ίδιοι προτιμούσαν κάποιο άλλο (Έλληνες; Γραικοί;) είναι παντελώς αβάσιμη.

Οι πρόσφατοι πρόγονοί μας, λοιπόν, δεν ήξεραν ότι είναι Έλληνες. Γνώριζαν ότι είναι Ρωμηοί, και ότι η πατρίδα τους ονομάζεται Ρωμανία, όπως φαίνεται από διάφορα δημοτικά τραγούδια π.χ. στον «Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως»: «Ω Θεέ, να τόχαν πολεμάν και οι Ρωμαίοι ούτως, ποτέ να μην εχάνασιν λέγω την βασιλείαν», ή στο γνωστό τραγούδι του Πόντου «Η Ρωμανία επάρθεν». Επίσης στον «Διγενή Ακρίτα», όπου ως μοναδικό όνομα του κράτους αναφέρεται δεκάδες φορές το «Ρωμανία». Για παράδειγμα:
«επήρε τους αγούρους του ο αμηράς ευθέως
εις Ρωμανίαν υπέστρεφε δια την ποθητήν του.
Όταν δε κατελάμβανε μέρη της Ρωμανίας,
ελευθέρωνεν άπαντας ους είχεν αιχμαλώτους».
Την καθομιλούμενη γλώσσα τους την ονόμαζαν «ρωμαίικη» για να την αντιδιαστείλουν από την αρχαία ελληνική την οποία ονόμαζαν απλώς «ελληνική».  Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν μεταφράσεις από αρχαίες μορφές της γλώσσας στη δημώδη που αναφέρουν ότι μεταφράζουν «από την ελληνικήν εις την ρωμαίικη».
Ο μεγάλος πρόδρομος του δημοτικισμού Δ. Καταρτζής διαφωνώντας με όσους έγραφαν σε αρχαΐζουσα γλώσσα, σημείωνε το 1783: «κάθε συγγραφή που κάμουμε στα ελληνικά είν’ ένα είδος μετάφρασις που κάμουμ’ απτά ρωμαίκια, που πάντα διανοούμε, στα ελληνικά που διανοούμε μόν’ όταν πιάσουμε κονδύλι».  Επομένως «το να φρονή κανείς πως η ελληνική και η ρωμαίκια είναι μία γλώσσα και όχι δύο είναι ενάντιο στον ορθό λόγο».  Αντίστοιχα, οι Δ. Φιλιππίδης και Γρ. Κωνσταντάς που συνέγραψαν τη «Γεωγραφία Νεωτερική» το 1791 σημειώνουν στην παρουσίαση των ευρωπαϊκών γλωσσών πως «η Ρωμέϊκη γλώσσα η αλόγως και αμαθέστατα καταφρονουμένη από μερικούς, έχει μεγάλη συγγένεια με την Ελληνική, και είναι μια θυγατέρα της οπού σχεδόν την ομοιάζει επειδή όλες σχεδόν οι λέξεις είναι από την Ελληνική».
Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν λεξικά, από την Τουρκοκρατία και αργότερα, με τίτλο «Γαλλικά – Ρωμαϊκά», «Ιταλικά – Ρωμαϊκά», κλπ.  Και, για να μην υπάρχει η παραμικρή περίπτωση αμφιβολίας, υπάρχουν και λεξικά, όπως το «Λεξικόπουλο» του Simon Portius (Παρίσι, 1635), που είναι «Ρωμαϊκό – Ελληνικό – Λατινικό». Στο λεξικό του Portius, η λατινική λέξη «fabula», για παράδειγμα, μεταφράζεται στην ελληνική ως «μύθος» και στη ρωμαϊκή ως «παραμύθι».
Όπως ήταν φυσικό, «Ρουμ – Ρωμαίους» μας ονόμασαν και οι Σελτζούκοι Τούρκοι που άρχισαν να κατακτούν εδάφη της αυτοκρατορίας από τον 11ο αιώνα, όπως «Ρουμ» μας αποκάλεσαν και οι Οθωμανοί. Τη χώρα που κατέκτησαν την ονόμασαν «Ρουμ-ιλί» («χώρα των Ρωμαίων») και από κει προέρχεται η λέξη Ρούμελη που μέχρι το 1912 δήλωνε ότι την ευρωπαϊκή Τουρκία (σχεδόν το σύνολο των Βαλκανίων), και όχι μόνον στην Στερεά Ελλάδα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος στους χάρτες της εποχής. Τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη χρήση αυτού του ονόματος είναι αναρίθμητα. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε το φιρμάνι που έβγαλε ο Βεζύρης τον Απρίλιο του 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου, προς τον Τούρκο νομάρχη Αδριανουπόλεως. Σ’ αυτό, το Πατριαρχείο αναφέρεται ως «η εν Κωνσταντινουπόλει Πατριαρχεία των Ρωμαίων» και η επανάσταση του 1821 ως «το κίνημα το παρασκευαζόμενον μεταξύ του Ρωμαϊκού Έθνους».  Οι Τούρκοι γνώριζαν δηλαδή και αυτοί, όπως και μεις, ότι είχαν κατακτήσει Ρωμαίους – Ρωμηούς. Ακόμη και σήμερα, οι Ρωμηοί της Πόλης αποκαλούνται «Ρουμ» από τους Τούρκους. Αφού όμως οι νεοέλληνες προτίμησαν να αλλάξουν το εθνικό τους όνομα, οι Τούρκοι επωφελήθηκαν και μας ονόμασαν «Γιουνάν», διαφοροποιώντας έτσι τους Ρωμηούς της Πόλης από τους ομοεθνείς τους της Ελλάδας.
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η όλη συζήτηση για την εθνική μας ονομασία δεν είναι απλώς νομιναλιστική. Το όνομα «Ρωμαίοι» αντιστοιχούσε σε μια εθνική συνείδηση διαφορετική απ’ αυτήν που συναντούμε στους δυτικούς λαούς, διαφορετική απ’ αυτήν που μεταφέρθηκε στο ελληνικό κρατίδιο μετά το 1830. Στο δεύτερο τμήμα της μελέτης μας θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τις βασικές συνιστώσες αυτής της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης» η οποία, κατά μεγάλο μέρος, χάθηκε στη διάρκεια 160 χρόνων ελεύθερου βίου. Τους τελευταίους δύο αιώνες δόθηκε σκληρός αγώνας από δυτικοθρεμένους λόγιους, τύπου Κοραή, για την εξαφάνιση της ρωμαίικης συνείδησης και, παρά τις αντιδράσεις, το όνομα «Ρωμηοί» τελικά παραμερίστηκε.
Η σύγκρουση των δύο ρευμάτων κατέληξε σε μια σύνθεση, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος με τη μνημειώδη «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Εκεί η βυζαντινή περίοδος ενσωματώθηκε στη διαχρονική πορεία του ελληνικού έθνους και δημιουργήθηκε η νεοελληνική εθνική ιδεολογία της αδιάσπαστης συνέχειας της φυλής. Ωστόσο, το κομπλεξικό αναμάσημα δυτικών ιδεών του Διαφωτισμού συνεχίστηκε από πολλούς λόγιους, με αποτέλεσμα την παραποίηση και κατασυκοφάντηση της μεσαιωνικής μας Ιστορίας. Ακόμη και στις μέρες μας, στα 1975, ο πολυδιαβασμένος και πολυδιαφημισμένος Γιάννης Σκαρίμπας έγραφε: «η αγωνία του ελληνικού έθνους δεν είχε αρχίσει από την άλωση της Πόλης.... αλλά πολλούς πριν από την άλωση αιώνες, από τη συντριβή της στρατιωτικής ισχύος των Αθηνών από την Μακεδονική δυναστεία (Φίλιππο και Μεγαλέξανδρο) στη μάχη της Χαιρώνειας». Και παρακάτω: «Ο (Κων.) Παλαιολόγος ήταν Έλληνας; Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος «Αθηναίος»; Φυλετικά, καμιάν δεν είχαμε αναμεταξύ μας, συγγένεια. Ήσαν και οι δυο καταχτητές μας».
Επηρεασμένο από παρόμοιες ιδέες, μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού θέλει σήμερα να αρνείται τη φυσική του συνέχεια από το «Βυζάντιο» και εξακολουθεί να συγχέει τον σκοταδιστικό δυτικό μεσαίωνα με την ελληνορθόδοξη Ρωμανία. Γι’ αυτό και θεωρήσαμε σκόπιμο να σκιαγραφήσουμε στο 5ο και 6ο κεφάλαιο της μελέτης μας ορισμένες από τις θεμελιώδεις διαφορές «Βυζαντίου» και Δύσης κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Άλλωστε, αν και η επίσημη Ιστορία μας ενσωματώνει τη βυζαντινή περίοδο, η εθνική μας ζωή κυριαρχείται επί δύο αιώνες από μια ακατάσχετη αρχαιολατρεία η οποία φαντάζει κωμική ακόμη και στα μάτια των όποιων φίλων μας στη Δύση. Όταν μάλιστα οι νεοέλληνες, παρασυρμένοι από την αρχαιολατρεία τους, πιστεύουν ότι μπορούν να υπερασπιστούν τα εθνικά τους δίκαια μόνο με επιχειρήματα από την εποχή του Περικλή και του Μεγαλεξάνδρου, το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του εθνικά επικίνδυνου.
Οπωσδήποτε σήμερα, στα 1994, δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης των δύο εθνικών μας ονομασιών. Έχουν άλλωστε πλέον και οι δυο το ίδιο ακριβώς νόημα. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι, ιστορικά, ο όρος «Ρωμηός» καλύπτει κάτι ευρύτερο από το «Έλληνας», και βέβαια το «Ρωμαίος» προκαλεί διαφορετικούς συνειρμούς από το «Έλληνας» τόσο σε μας όσο και στους ξένους. Επιπλέον, αν σκοπός μας είναι να ορίσουμε την εθνική μας ταυτότητα, η λέξη «Έλληνας» δεν μπορεί να αποδώσει την πλατύτερη σημασία της λέξης «Ρωμηός» για τη μεσαιωνική περίοδο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η λέξη «Έλληνας», που επανήλθε ως εθνική μας ονομασία τον 19ο αιώνα, είναι δημιούργημα της εποχής του Διαφωτισμού και της ανάπτυξης των εθνικισμών στην Ευρώπη. Αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, οι Ρωμηοί ήταν περήφανοι πολίτες ενός υπερεθνικού κράτους που ενσωμάτωνε και επεκτεινόταν πολύ πέρα από τα όρια της αρχαίας ή της νεώτερης Ελλάδας. Επεκτεινόταν όχι ως κατακτητής, αλλά ως φορέας της μιας Οικουμενικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας πάνω στη γη. 

Και οι Βυζαντινοί;





Κεφάλαιο 3
Και οι Βυζαντινοί;

Πριν περάσουμε στην ανίχνευση των συστατικών στοιχείων της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης», θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια ακόμη παρανόηση την οποία έχει καθιερώσει η δυτική βιβλιογραφία σχετικά με την ονομασία των προγόνων μας του μεσαίωνα. Όπως είναι γνωστό, η εποχή αυτή ονομάζεται «βυζαντινή», και οι πρόγονοί μας είναι κάποιοι μυστηριώδεις «βυζαντινοί» που ήρθαν από το πουθενά και χάθηκαν δια μαγείας, παρ’ όλο που «εμείς» διατηρηθήκαμε στα 400 χρόνια της δουλείας. Είναι επίσης γνωστό από τις πηγές ότι δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία λαός που ονόμαζε τον εαυτό του βυζαντινό ή το κράτος του βυζαντινό. Ο όρος επινοήθηκε μετά την κατάλυση της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, το 1562, από τον Ιερώνυμο Wolf που άρχισε να συγκεντρώνει ιστορικές πηγές σ’ ένα έργο το οποίο τιτλοφόρησε «Corpus Historiae Byzantinae».

Οι λόγοι εφεύρεσης ενός νέου ονόματος ήταν καθαρά πολιτικοί. Έπρεπε με κάθε τρόπο να σβήσει από την εθνική συνείδηση των Ρωμηών η ανάμνηση του παρελθόντος τους. Κυρίως έπρεπε να πάψει να ταυτίζεται η χώρα τους με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Από κει και ύστερα, δυτικοευρωπαίοι και Ρωμηοί θα μάθαιναν ότι υπήρχε κάποια Ρωμαϊκή και στη συνέχεια κάποια Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι οι δυτικοευρωπαίοι θα πετύχαιναν αυτό που προσπαθούσαν να επιβάλουν από τον 8ο αιώνα, να θεωρηθούν οι ίδιοι κληρονόμοι του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και κράτους. Η εφεύρεση της λέξης «βυζαντινοί» ήταν, δηλαδή, μια βίαιη νόθευση της Ιστορίας υπαγορευμένη από τους αντιπάλους μας. Το ότι αποδέχτηκαν τον όρο «βυζαντινοί» οι νεοέλληνες και τον διδασκόμαστε στα σχολεία μας είναι ένδειξη του τυφλού, κομπλεξικού μιμητισμού ο οποίος επικράτησε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα.
Αυτή η παραχάραξη της Ιστορίας έχει δημιουργήσει ένα άλυτο πρόβλημα στους δυτικούς ιστορικούς: πότε αρχίζει η βυζαντινή Ιστορία; Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες που κυμαίνονται από το 284 μ.Χ. (άνοδος Διοκλητιανού στην εξουσία, πρόταση E. Stein) ως το 717 μ.Χ. (άνοδος Λέοντα Γ’ Ισαύρου, πρόταση της Cambridge Medieval History). Ενδιάμεσες λύσεις θεωρούνται το 330 (ίδρυση Κωνσταντινούπολης), το 395 (διαίρεση της αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική από το Θεοδόσιο Α’), το 476 («οριστική» κατάλυση Δυτ. Αυτοκρατορίας) ή το 610 (άνοδος Ηρακλείου και «εξελληνισμός» του κράτους). Τονίζεται βέβαια από όλους τους ερευνητές ότι κάθε ιστορική διαίρεση είναι αυθαίρετη, και ότι τέτοιου είδους τομές είναι υποκειμενικές και χρησιμοποιούνται μόνο για παιδευτικούς λόγους. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν εξηγούν το γιατί θα έπρεπε να ψάχνουμε εναγωνίως να βρούμε ένα καινούργιο όνομα τη στιγμή που θα μπορούσαμε κάλλιστα να ονομάσουμε την αυτοκρατορία με το όνομά της: Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Ρωμανία. Ο χαρακτήρας της αλλάζει κάποτε, ίσως όταν επιβάλλεται ο Χριστιανισμός, και θα μπορούσαμε να διδασκόμαστε για τη Ρωμαϊκή και μετά για τη Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όχι όμως και να εφευρίσκουμε παράξενους νεολογισμούς που κουβαλούν ιδιαίτερη ιδεολογική φόρτιση. Ας χρησιμοποιήσουμε  ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε το μέγεθος της ιστορικής παραποίησης που συντελείται με τον όρο «βυζαντινός».
Αν με τη βοήθεια κάποιας χρονομηχανής βρισκόμασταν στη Θεσσαλονίκη του 330 μ.Χ. και αποκαλούσαμε «Βυζαντινό» έναν τυχαίο περαστικό, το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος θα φρόντιζε να αλλάξει δρόμο για να βρει κάποιον πιο μορφωμένο συνομιλητή. Διότι ο ίδιος γνώριζε καλά ότι είναι Ρωμαίος πολίτης, μέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με όλο το βάρος της ομώνυμης παράδοσης πίσω του. Αν του λέγαμε ότι από δω και μπρος τα βιβλία μας τον αποκαλούν «Βυζαντινό» και όχι Ρωμαίο θα εξεγειρόταν, και θα είχε δίκιο, αφού δεν είχε συμβεί τίποτα που να τον ανάγκαζε να αλλάξει υπηκοότητα.
Αν δοκιμάζαμε να πούμε τα ίδια σ’ έναν Θεσσαλονικιό του 530 θα παίρναμε πάλι την ίδια απάντηση. Και αν του αντιλέγαμε «μα πως Ρωμαίος; Αφού η Ρώμη βρίσκεται στα χέρια των Γότθων εδώ και 54 χρόνια, από το 476, τα βιβλία μας λένε ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έχει πάψει να υφίσταται!», έκπληκτος ο συνομιλητής μας θα απαντούσε πως ναι μεν η Ρώμη έπεσε, αλλά η υπόλοιπη αυτοκρατορία στο μεγαλύτερο μέρος της παραμένει ελεύθερη, διοικείται από τη Νέα Ρώμη που είναι συμπρωτεύουσα εδώ και 200 χρόνια και πως, όπου να είναι, οι υπόδουλοι αδερφοί μας θα ελευθερωθούν και πάλι. Και θα είχε δίκιο, αφού σε λίγα χρόνια οι στρατιές του Ιουστινιανού θα απελευθέρωναν την Ιταλία.
Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι θα πρέπει επιπλέον να καθιερωθεί η λέξη «απελευθέρωση» αντί των λέξεων «κατάκτηση», ή «ανακατάληψη – reconquista», που χρησιμοποιούνται σαν να έχουμε να κάνουμε με αλλότριο εχθρό Ιταλών και με ιμπεριαλιστικά σχέδια κάποιου φιλόδοξου ηγεμόνα. Οι στρατιές του Ιουστινιανού γίνονταν δεκτές ως ελευθερώτριες από τους υπόδουλους ομοεθνείς Ρωμαίους: φτάνοντας στην Καρχηδόνα, ο Βελισσάριος βρήκε την πόλη φωταγωγημένη και τον ορθόδοξο πληθυσμό να πανηγυρίζει για την ήττα των αρειανών Βανδάλων. Όπως αναφέρει ο Προκόπιος «οι τε γαρ Καρχηδόνιοι τας πύλας ανακλίναντες λύχνα έκαιον πανδημεί και η πόλις κατελάμπετο τω πυρί την νύκτα όλην εκείνην, και των Βανδίλων οι απολελειμμένοι εν τοις ιεροίς ικέται εκάθηντο».  Την ίδια υποδοχή επιφύλαξε και η Ρώμη που προσκάλεσε η ίδια το Βελισσάριο.
Πάντως είναι παράλογο η κατάληψη τμήματος μιας χώρας να υποχρεώνει την υπόλοιπη ελεύθερη χώρα σε αλλαγή του ονόματός της. Μετά από μια τυχόν κατάληψη της Θράκης από τους Τούρκους, θα έπρεπε δηλαδή να υποχρεωθεί η Ελλάδα να πάψει να ονομάζεται Ελλάδα και να αρχίσει να λέγεται π.χ. Πελασγία... Κι ωστόσο σ’ αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό έχουμε πέσει με το να ονομάζουμε «Βυζαντινή» την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το ελεύθερο τμήμα της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μετά την πτώση της Ρώμης.
Μια τελευταία προσπάθεια με έναν Θεσσαλονικιό του 630 – ή οποιασδήποτε εποχής μέχρι το 1430 που η Θεσσαλονίκη έπεσε στους Τούρκους – θα είχε την ίδια κατάληξη. Παρ’ όλο που τα σχολικά βιβλία μας διδάσκουν επίμονα ότι ο χαρακτήρας της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας αλλάζει στις αρχές του 7ου αιώνα (περίπου την εποχή του Ηράκλειου) και μετατρέπεται σε καθαρά ελληνικό κράτος, ο φίλος μας θα παρέμενε απορημένος. Ο ίδιος και οι πρόγονοί του μιλούσαν πάντα ελληνικά, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δε  σήμαινε ότι ήταν ή ένιωθαν λιγότερο Ρωμαίοι από τους λατινόφωνους συμπατριώτες τους της Δύσης. Άλλωστε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν πάντοτε δίγλωσση. Για παράδειγμα, ήδη το 57 μ.Χ. ο Απ. Παύλος έγραφε στα ελληνικά τη γνωστή επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης, ενώ οι δεκατρείς από τους πρώτους δεκαέξη Πάπες της Ρώμης ήταν ελληνόφωνοι. Στις εκκλησίες της Ρώμης οι ακολουθίες τελούνταν στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστο μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, και πιθανόν και αργότερα. . Άλλωστε είναι γνωστό ότι «από τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. κάθε καλλιεργημένος Ρωμαίος ήταν δίγλωσσος».
Η μόνη αλλαγή τον έβδομο αιώνα είναι η σταδιακή επισημοποίηση της ελληνικής γλώσσας στη θέση της λατινικής. Αυτό έγινε για καθαρά πρακτικούς λόγους, αφού το κομμάτι της αυτοκρατορίας που παρέμενε ελεύθερο ήταν ελληνόφωνο. Ο Ιουστινιανός το σημειώνει ξεκάθαρα σε μια από τις «Νεαρές» του ότι οι νόμοι αυτοί είναι γραμμένοι στην ελληνική επειδή έτσι γίνονται πιο κατανοητοί από τον πληθυσμό («ου τη πατρίω φωνή – λατινική – τον νόμον συνεγράψαμεν αλλά ταύτη δη τη κοινή και Ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον δια το πρόχειρον της ερμηνείας»).  Και πάντως, όπως σημειώνει ο P. Charanis, αυτό το γεγονός, που σήμερα μας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό, συνέβηκε τόσο ανεπαίσθητα που και οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας πιθανότατα ούτε που το παρατήρησαν.  Οπωσδήποτε η χρήση της μιας ή της άλλης γλώσσας δεν σήμαινε αλλαγή στην «εθνική συνείδηση» του κράτους. Απλοϊκές απόψεις που ταυτίζουν τη γλώσσα με την εθνική συνείδηση θα ταίριαζαν ίσως σε παλιότερες εποχές, όχι όμως και στα τέλη του 20ού αιώνα. Το σίγουρο είναι πως δεν έχουμε την παραμικρή ένδειξη στις πηγές για αλλαγή συνείδησης κατά τον 7ο αιώνα.

Όσο για τον όρο «βυζαντινός», δεν περιήλθε σε ευρύτερη χρήση πριν τον 19ο αιώνα. Ο μεγάλος Βρετανός ιστορικός Γίββων έγραψε την περίφημη «Παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στα τέλη του 18ου αιώνα και τελειώνει το έργο του στα 1453, οπότε και θεωρεί ότι συντελέστηκε η οριστική πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη γνώμη μας, ενώ ο όρος δε χρησιμεύει σε τίποτα, συσκοτίζει τη σωστή κατανόηση της μεσαιωνικής Ιστορίας.
Για παράδειγμα, πέρα απ’ όσα αναφέραμε για τις δυσκολίες εντοπισμού της αρχής της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας και για την «ελληνικότητα» της, προβλήματα δημιουργούνται και στην ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής της. Έτσι, πολλοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι την ιμπεριαλιστική ιουστινιάνεια ιδεολογία του 6ου αιώνα διαδέχεται μια αμυντική ιδεολογία διατήρησης των εδαφών από τον 7ο αιώνα. Αν όμως ξεχάσουμε τον όρο «Βυζαντινή» και θυμηθούμε ότι έχουμε να κάνουμε με το ελεύθερο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πολιτική του Ιουστινιανού παύει να είναι ιμπεριαλιστική, αφού στόχευε απλώς στην απελευθέρωση των υπόδουλων Ρωμαίων της Ιταλίας και της Αφρικής.
Όσο προχωράμε προς τον 8ο και 9ο αιώνα, τα προβλήματα από τη χρήση του όρου «βυζαντινός» πολλαπλασιάζονται. Όπως θα δούμε στα κεφάλαια 7 και 8, οι δυτικοί ισχυρίζονται ότι η ρωμαϊκή Ιταλία επαναστάτησε τότε εναντίον της «βυζαντινής» κυριαρχίας και προτίμησε να τεθεί υπό τη βαρβαρική κατοχή των Φράγκων. Χρησιμοποιώντας τον όρο «Βυζαντινοί», οι δυτικοί ιστορικοί διαχωρίζουν εθνικά τους ομοεθνείς Ρωμαίους Ιταλίας και Ανατολής και μιλάνε για «βυζαντινό επεκτατισμό» στη Ν. Ιταλία, τη στιγμή που όλοι οι Ρωμαίοι της Δύσης προσπαθούσαν να απαλλαγούν από το βαρβαρικό ζυγό των Φράγκων. Το κωμικό είναι ότι στη συνέχεια οι ίδιοι ιστορικοί αναγνωρίζουν «βυζαντινές» επιδράσεις στην ιταλική τέχνη αυτής της εποχής και προσπαθούν να βρουν τα κανάλια μέσα από τα οποία επέδρασε η «βυζαντινή» τέχνη στη Δύση. Προσπαθούν, δηλαδή, να βρουν πως γίνεται και εμφανίζεται ρωμαϊκή τέχνη στη ρωμαϊκή Ιταλία...
Όλα αυτά τα περιττά προβλήματα έχουν συσσωρευθεί μόνο και μόνον επειδή οι δυτικοευρωπαίοι αντίπαλοί μας θέλησαν κάποτε να εφεύρουν ένα ακόμη όνομα για να μας αποξενώσουν από την Ιστορία μας. Στο όνομα αυτό μάλιστα προσπάθησαν επί αιώνες να προσδώσουν με κάθε τρόπο αρνητική χροιά – παράδειγμα η λέξη «βυζαντινισμός» που πολιτογραφήθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα. Σε μεγάλο βαθμό το πέτυχαν: οι νεοέλληνες πιστεύουν σήμερα ότι το «Βυζάντιο» κατέστρεψε τον ελληνικό πολιτισμό και προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από κάθε τι «βυζαντινό»*.
Τα πράγματα θα ήταν αρκετά διαφορετικά αν απλώς χρησιμοποιούσαμε τα σωστά εθνικά ονόματα. Τότε θα απαιτούσε ιδιαίτερο κόπο από τους δυτικούς το να μας εξηγήσουν πως γίνεται οι Ρωμαίοι να κατέστρεψαν οι ίδιοι τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό τους. Τελικά, η χρήση του όρου «βυζαντινός» αντί του Ρωμαίικος στις αρχές του 19ου αιώνα εξυπηρετούσε απλώς τα πολιτικά σχέδια των δυτικοευρωπαίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όταν απελευθερώνονταν, οι Ρωμηοί (Γραικοί για τους ξένους) δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν την ανασύσταση της αυτοκρατορίας τους. Θα έπρεπε να αρκεστούν απλώς στα όρια της αρχαίας Graecia, στα οποία, όπως ξέρουμε σήμερα, τους περιόρισαν οι συμφωνίες δημιουργίας του ελληνικού βασιλείου το 1830...

* Ίσως γι’ αυτό το νεοελληνικό κράτος δεν κατάφερε να βρει ούτε μια ιστορική μορφή από τη χιλιόχρονη «βυζαντινή» περίοδο που να αξίζει να απεικονιστεί στα νομίσματά του: από τα 12 κέρματα και χαρτονομίσματα που κυκλοφορούν σήμερα στην Ελλάδα τα 4 απεικονίζουν πρόσωπα από την αρχαία Ιστορία, 2 από την αρχαία μυθολογία (!) και 6 από τη νεώτερη Ιστορία μας.

Ο σχηματισμός της ρωμαίικης συνείδησης





Μέρος Β’
Ο σχηματισμός της ρωμαίκης συνείδησης


Κεφάλαιο 4
Το υπερεθνικό κράτος

Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε την εθνική συνείδηση των προγόνων μας από το 300 μ.Χ. και μετά. Πρόκειται για την ίδια εθνική συνείδηση που διατηρήθηκε ως τις μέρες της απελευθέρωσης της Ελλάδας το 1830 και που, σε μεγάλο βαθμό, μας διαφοροποιεί από τους δυτικοευρωπαίους. Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτή τη «ρωμαίικη εθνική συνείδηση» πρέπει να μελετήσουμε την εθνική συνείδηση των Ρωμαίων του 4ου, 5ου και 6ου αιώνα, όταν αρχίζουν οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Ρωμαίους και στους βαρβάρους, δηλαδή ανάμεσα στους προγόνους μας και στους προγόνους των σημερινών δυτικοευρωπαίων. Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο σήμερα, αφού για να αποκτήσουμε μια σωστή εικόνα της εποχής πρέπει να αποδιώξουμε τις σύγχρονες αντιλήψεις μας που είναι ανεξίτηλα σφραγισμένες από την έννοια του «εθνικού κράτους» (nation-state). Τα εθνικά κράτη χαρακτηρίζονται από τους κοινούς δεσμούς αίματος – γλώσσας – παράδοσης – ιστορίας οι οποίοι τα διαφοροποιούν από άλλα εθνικά κράτη.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν ο ισχυρότερος πολιτικός οργανισμός στην ως τότε Ιστορία της ανθρωπότητας και, επιπλέον, μετά την ενσωμάτωση της Ελλάδας και τη σταδιακή δημιουργία του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, ο αποκλειστικός φορέας πολιτισμού στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Σ’ όλη αυτή την τεράστια έκταση δεν υπήρχε άλλο πολιτισμένο κράτος. Μέσα στην αυτοκρατορία υπήρχαν πολλά έθνη, διάφορες γλώσσες και διάφορες θρησκείες, όμως όλα αυτά ήταν ασήμαντα μπροστά στη διαφορά Ρωμαίου και βαρβάρου, τη διαφορά πολιτισμού και πρωτογονισμού. (Μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα κανένας βαρβαρικός λαός δεν είχε καν ανακαλύψει τη γραφή. Οι Γότθοι ήταν οι πρώτοι που απέχτησαν αλφάβητο τότε).
Σ’ αυτό το πολυεθνικό κράτος οι πολίτες του (και όσοι κάτοικοι δεν είχαν γίνει πολίτες ως το 212 μ.Χ. έγιναν τότε) ήταν περήφανοι για την ρωμαϊκότητά τους και για την παιδεία τους. Η φυλετική και εθνική καταγωγή σταδιακά έπαψαν να είναι αποφασιστικοί παράγοντες για το σχηματισμό της συλλογικής συνείδησης, και η ρωμαϊκότητα περιβλήθηκε – όπως συμβαίνει συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις – μεταφυσικό ένδυμα. Η Ρώμη απεκαλείτο «αιωνία πόλη» και η πίστη στην αιωνιότητά της ήταν βαθύτατη και ακλόνητη.
Οι ίδιοι οι βάρβαροι στέκονταν έκθαμβοι μπροστά σ’ αυτό το κολοσσιαίο πολιτικό και στρατιωτικό οικοδόμημα. Όνειρό τους δεν ήταν να το γκρεμίσουν – δεν υπάρχει η παραμικρή τέτοια ένδειξη – αλλά να γίνουν μέλη του.  Κατατάσσονταν στο ρωμαϊκό στρατό ως μισθοφόροι και προσπαθούσαν να γευθούν κάτι από το μεγαλείο του πλούσιου γείτονα. Ίσως το μόνο σύγχρονο παράδειγμα που μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση αυτής της σχέσης είναι η μετανάστευση  στην Αμερική. Η Αμερική είναι κι αυτή μια παντοδύναμη, πλούσια, πολυεθνική χώρα στην οποία κάθε προηγούμενη εθνική περηφάνεια του μετανάστη σβήνει μπροστά στην περηφάνεια ότι κάποτε θα γίνει Αμερικάνος. Όνειρο του εξαθλιωμένου χωρικού από το Σαλβαδόρ και τη Γουατεμάλα δεν είναι να καταστρέψει αυτό που αντικρύζει, αλλά να τον αποδεχθούν οι Αμερικάνοι ως ίσο, να τον κάνουν συμμέτοχο στο «βασίλειό» τους.
Κάπως έτσι πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την αρχική σχέση των βαρβάρων με τους Ρωμαίους. Πολλοί απ’ αυτούς κατάφεραν πραγματικά να εξελιχθούν στο στράτευμα. Ένας μάλιστα, ο Στηλίχων, έφτασε να κρατάει στα χέρια του την υπεράσπιση της ίδιας της Ιταλίας γύρω στα 400 μ.Χ., με τον τίτλο του magister militum.
Η λάμψη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και ο σεβασμός των βαρβάρων, διατηρήθηκαν για πολύ μετά την πτώση της Ρώμης. Άλλωστε και ο ίδιος ο θεωρούμενος –λαθεμένα- οριστικός κατακτητής της, ο Οδόακρος το 476, δεν τόλμησε να υποκαταστήσει τον αυτοκράτορα Ρωμύλο-Αυγουστύλο τον οποίο εξεδίωξε. Λέμε «λαθεμένα» γιατί δεν υπήρχε τίποτα το οριστικό σ’ αυτή την κατάκτηση. Εξήντα χρόνια αργότερα, ο ρωμαϊκός στρατός υπό το Βελισσάριο και το Ναρσή απελευθέρωσε πάλι την πόλη. Το μόνο που συνέβηκε οριστικά το 476 ήταν η κατάργηση της δυαρχίας που ήταν κληρονομιά του Θεοδόσιου του Α’ από το 395. Από δω και πέρα υπάρχει μόνον ένας αυτοκράτορας των Ρωμαίων, με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Δυστυχώς, η χρήση του παραπλανητικού όρου «βυζαντινός» μας εμποδίζει να δούμε τα πράγματα όπως πραγματικά ήταν, κι έτσι διαβάζουμε για «βυζαντινή κατάκτηση της Ιταλίας» επί Ιουστινιανού. Ο Οδόακρος έστειλε τα αυτοκρατορικά σύμβολα στον αυτοκράτορα της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ζήνωνα, από τον οποίο ζήτησε να τον ονομάσει πατρίκιο και να του επιτρέψει να κυβερνήσει στη Δύση εξ ονόματός του.
Το ίδιο συνέβηκε και με το νικητή του Οδόακρου, Οστρογότθο Θεοδώριχο (ο οποίος ανατράφηκε στην Κωνσταντινούπολη), βασιλιά της Ιταλίας από το 493 ως το 526. Ο Θεοδώριχος έκοψε νομίσματα μόνο στο όνομα του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και υιοθέτησε το όνομα Φλάβιος. Στον αυτοκράτορα Αναστάσιο έγραφε: «regnum nostrum imitation vestra est, unici exemplar imperii» («Το βασίλειό μας είναι μίμηση του δικού σας, υπόδειγμα μοναδικής αυτοκρατορίας»).

Πολύ συχνά οι βάρβαροι προσπαθούσαν να μιμηθούν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Ρωμαϊκού τυπικού. Ο Γρηγόριος επίσκοπος Τουρενσίου (Tour) μας έχει διασώσει την περιγραφή της ανακήρυξης του Χλωδοβίκου (Clovis ή Clodwig), βασιλιά των Φράγκων, σε ύπατο (consul) το 508: «Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος έστειλε γράμματα στο Χλωδοβίκο για να του απονείμει την υπατεία. Ο Χλωδοβίκος στάθηκε στην εκκλησία του αγίου Μαρτίνου, περιβεβλημένος χιτώνα και στρατιωτικό μανδύα, και στεφανώθηκε με διάδημα. Στη συνέχεια ίππευσε το άλογό του και μοίρασε με τα χέρια του χρυσά και ασημένια νομίσματα στο πλήθος που παρευρισκόταν από την πόρτα της εκκλησίας του αγίου Μαρτίνου ως τον καθεδρικό της Τουρ. Και από κείνη την ημέρα ονομαζόταν Ύπατος ή Αύγουστος».
Η επιτηδευμένη προσπάθεια ενός βάρβαρου ηγεμόνα να ακολουθήσει τα ρωμαϊκά πρότυπα – μέχρι και την καθιερωμένη μοιρασιά νομισμάτων – δε χρειάζεται ιδιαίτερα σχόλια. Είναι φανερό ότι το υπέρτατο όνειρο κάθε βαρβάρου ήταν να μπορέσει να μοιάσει σε Ρωμαίο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η στάση των Λογγοβάρδων οι οποίοι μεταξύ 570-600 ολοκλήρωσαν την οριστική πτώση της Ιταλίας στους βαρβάρους. Πέρα από τη Ρώμη, την περιοχή της Ραβέννας, της Νάπολης, της Καλαβρίας και της Σικελίας, οι υπόλοιποι Ρωμαίοι της δυτικής αυτοκρατορίας είναι πια οριστικά υπόδουλοι από δω και πέρα. Παρ’ όλο που είχαν περάσει πάνω από 200 χρόνια από τότε που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άρχισε να δείχνει τις αδυναμίες της απέναντι στους βαρβάρους, οι κατακτητές Λογγοβάρδοι δεν τόλμησαν να ονομάσουν τους εαυτούς τους κυρίους της ιταλικής γης. Ο Λογγοβάρδος Παύλος ο Διάκονος, γράφοντας το 780 την Ιστορία του λαού του, αναφέρει (σε μια πολυσυζητημένη φράση) ότι οι Λογγοβάρδοι έμειναν στην Ιταλία ως «φιλοξενούμενοι» («hospes/hospites») των Ρωμαίων ιδιοκτητών.  Το ότι χρησιμοποιείται αυτή η λέξη, αντί της λέξης «πάτρονας» που ταιριάζει σε ένα φεουδαρχικό σύστημα, αποτελεί ένδειξη ότι οι Ρωμαίοι δεν έχασαν τον τίτλο ιδιοκτησίας τους. Η προσωρινότητα την οποία υποδηλώνει η λέξη «hospes» δεν μπορεί παρά να έχει μια μόνο εξήγηση. Αφού τα όπλα των Λογγοβάρδων είχαν υποτάξει αμετάκλητα τους Ρωμαίους στην περιοχή που αναφέραμε, αυτή η διστακτικότητα πρέπει κατά τη γνώμη μας να αποδοθεί στη συνεχιζόμενη λάμψη του Ρωμαϊκού θρύλου.
Πάντως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο που αποδεικνύει την αίγλη της Ρωμαϊκής αρχής είναι η χρήση του τίτλου «αυτοκράτορας Ρωμαίων»¨από βάρβαρους ηγεμόνες όπως ο Καρλομάγνος και ο Όθων Α’ τον 9ο και 10ο αιώνα, 400 και 500 χρόνια μετά την «οριστική» πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Φαίνεται ότι ακόμη και τότε, στη συνείδηση κάθε μεσαιωνικού ανθρώπου, μόνη νόμιμη υπέρτατη εξουσία παρέμενε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Αυτός και μόνο είχε δικαίωμα εξουσίας πάνω σε όλους του Χριστιανούς της Οικουμένης. Στις λεπτομέρειες της στέψης του Καρλομάγνου σε αυτοκράτορα θα επανέρθουμε στο 8ο κεφάλαιο.
Ολοκληρώνοντας αυτή την ενότητα θα επαναλάβουμε ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος στο οποίο ήταν αδύνατο να αναπτυχθούν φυλετικοί και εθνικιστικοί φανατισμοί στη μορφή που γνώρισε η ανθρωπότητα από το 1800 και μετά. Στην υπερεθνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τις διάφορες εθνότητες να συμμετέχουν περήφανες στην ιδέα της «ρωμαϊκότητας», οποιοσδήποτε πρώην βάρβαρος μπορούσε να γίνει Ρωμαίος αρκεί να αποδεχόταν την ελληνορωμαϊκή παιδεία και παράδοση. Με γάμους και επιμειξίες πολλοί βάρβαροι ενσωματώθηκαν στη Ρωμαϊκή κοινωνία. Ο Στηλίχων, τον οποίον αναφέραμε πιο πάνω, είχε παντρευτεί  την ανηψιά του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Ο Χριστιανισμός, που κυριάρχησε σταδιακά σε όλη την Αυτοκρατορία, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στις εθνικές διακρίσεις.
Από κει και ύστερα, η υπερεθνική ρωμαϊκή ιδεολογία, διευρυμένη χάρη στη χριστιανική διδασκαλία της αδελφωσύνης όλων των ανθρώπων, διατηρήθηκε επί αιώνες στη «βυζαντινή» αυτοκρατορία που ήταν επίσης ένα υπερεθνικό κράτος. Γι’ αυτό και δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η συζήτηση που απασχολεί ακόμη και σήμερα τους ιστορικούς για το πόσο «ελληνική» ήταν η «βυζαντινή» αυτοκρατορία (βλ. π.χ. τις  συγκρουόμενες απόψεις των Mango, Charanis και Καραγιαννόπουλου). Από εθνική σκοπιά δεν ήταν ούτε ελληνική ούτε βυζαντινή: ήταν ρωμαϊκή και υπερεθνική. (Πολιτιστικά, βέβαια, ήταν αναμφισβήτητα ο μοναδικός φορέας του ελληνικού πολιτισμού).
Το ίδιο κενές περιεχομένου είναι και οι διαμάχες για τη θέση των Σύρων ή αργότερα των Σλάβων απέναντι στους «Έλληνες». Στη «βυζαντινή» αυτοκρατορία αυτοκράτορας ή πατριάρχης μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική ή φυλετική καταγωγή του. Ήδη στα μέσα του 8ου αιώνα βρίσκουμε έναν Σλάβο, το Νικήτα, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.  Και αν προχωρήσουμε παραπέρα, στα πρόσωπα στα οποία έτρεφαν το μεγαλύτερο σεβασμό οι Ρωμηοί, στους αγίους, θα δούμε ότι προέρχονται από όλες τις γωνιές της Ρωμανίας και μπορεί και να μη γνώριζαν καν ελληνικά. Ο R. Browning αναφέρει χαρακτηριστικά τον άγιο Δανιήλ τον Στυλίτη που έζησε σε ένα στύλο κοντά στην Κωνσταντινούπολη από το 460 ως το 493 και τον οποίον επισκέπτονταν και συμβουλεύονταν οι αυτοκράτορες Λέων και Ζήνων. Ο άγιος Δανιήλ δεν έμαθε ποτέ ελληνικά. Τα λόγια του τα μετέφραζαν από τα συριακά οι μαθητές του.  Εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο άγιος Δημήτριος, προστάτης της Θεσσαλονίκης εναντίον των Σλάβων κατά τις επιδρομές του 6ου, 7ου και 8ου αιώνα, έγινε στη συνέχεια, όπως σημειώνει ο Ομπολένσκυ, ένας από τους πιο λαοφιλείς αγίους στο μεσαιωνικό Σλαβικό κόσμο.
Οι Ρωμηοί διατήρησαν την ίδια υπερεθνική συνείδηση ακόμη και μετά την υποδούλωση στους Τούρκους. Μια ξεχωριστή μελέτη θα μπορούσε να υποδείξει ότι αυτή την οικουμενική αντίληψη εξέφραζε ο Ρήγας Φεραίος όταν καλούσε όλους τους λαούς των Βαλκανίων να ενωθούν. Η αντίληψη του Ρήγα Φεραίου δεν μπορεί να προέρχεται μόνον από το πνεύμα του Διαφωτισμού της εποχής, το οποίο τόνιζε την αυτοδιάθεση κάθε έθνους. Έχει βαθύτερες ρίζες στην κοινή ρωμαίικη («βυζαντινή») παράδοση των λαών της περιοχής, όπου το πιο σημαντικό δεν ήταν η φυλετική καταγωγή αλλά η ορθόδοξη πίστη και η ελληνική παιδεία.
Βέβαια, για τους δυτικοευρωπαίους με την περιορισμένη Ιστορία και τη βαρβαρική παράδοση όλα αυτά δεν γίνονταν εύκολα κατανοητά. Έτσι προσπαθούσαν πάντα να εξηγήσουν τα επιτεύγματα ενός λαού με απλοϊκές φυλετικές ερμηνείες, όπου κάποιοι λαοί ή κάποιες κοινωνικές τάξεις ήταν λόγω αίματος πιο «ευγενείς» από άλλους. Το 19ο αιώνα, μάλιστα, οι πλέον «επιστημονικές» φυλετικές θεωρίες έφτασαν να κατατάσσουν τους λαούς ανάλογα με τη χωρητικότητα του κρανίου («βραχυκέφαλοι», «δολιχοκέφαλοι», κλπ). Μέσα σ’ αυτό το ρατσιστικό σκεπτικό, τις συνέπειες του οποίου πλήρωσε πανάκριβα όλη η ανθρωπότητα κατά τον 20ό αιώνα, τοποθετούνται και θεωρίες τύπου Φαλμεράιερ που τόσο συντάραξαν τους Έλληνες πριν 150 χρόνια. Δυστυχώς ο εκδυτικισμός της Ελλάδας παρέσυρε πολλούς ιστορικούς μας σε απαντήσεις μέσα στο δυτικό πλαίσιο που έθεσε ο Φαλμεράιερ. Η όλη προσπάθεια, δηλαδή, στράφηκε στο να αποδείξουμε πως, ναι, κυλάει ακόμα μέσα μας το αίμα του Περικλή, αντί να απορρίψουμε ως εντελώς λαθεμένη και ανούσια μια συζήτηση που ξεκινάει από φυλετικά, αντί για πολιτιστικά, χαρακτηριστικά. Είναι κι αυτό μια ένδειξη για το πόσο αδιόρατα έχει εισβάλει ο αντιρωμαίικος δυτικός τρόπος σκέψης στη νεώτερη Ελλάδα.
Ας επανέλθουμε όμως στην εποχή που εξετάζουμε, μετά τις βαρβαρικές εισβολές. Πέρα απ’ όσα είπαμε, οι Ρωμαίοι γνώριζαν καλά ότι οι βάρβαροι που δεν δέχονταν αυτή την πολιτιστική ενσωμάτωση παρέμεναν ξένο σώμα, ακόμη κι αν κατοικούσαν σε πρώην εδάφη της αυτοκρατορίας. Αυτή η ξεκάθαρη (πολιτιστική και όχι φυλετική) διαφοροποίηση συνεχίστηκε για αιώνες, παρ’ όλο που οι δυτικοί ιστορικοί θέλουν να πιστεύουν ότι Ρωμαίοι και βάρβαροι συγχωνεύθηκαν και έτσι γεννήθηκε ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός. Στην πραγματικότητα, και για όσο διάστημα έχουμε στοιχεία, οι υποταγμένοι Ρωμαίοι διατηρούν την ταυτότητά τους και ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός σχηματίζεται καταστρέφοντας τα υλικά και πνευματικά μνημεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου.
Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά τι απέγιναν οι Ρωμαίοι στις κατακτημένες περιοχές από το 476 και μετά. Όταν ο Οστρογότθος Θεοδώριχος (ο οποίος είναι αξιοσημείωτο ότι αποκαλείται «Μέγας» στη δυτική ιστοριογραφία!) ανέτρεψε τον Οδόακρο και έγινε κύριος της Ιταλίας (493), δεν επέβαλε τη γοτθική διοίκηση και νομοθεσία πάνω στους Ρωμαίους. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος τον αναγνώρισε ως «ρήγα» (rex) και ο Θεοδώριχος εγκατέστησε δυαδική διοίκηση. Οι Οστρογότθοι διοικούσαν όλους τους μη-Ρωμαϊκούς πληθυσμούς και Ρωμαίοι αξιωματούχοι τους Ρωμαίους.
Λίγο μετά το θάνατο του Θεοδώριχου ο ρωμαϊκός στρατός του Ιουστινιανού απελευθέρωσε την Ιταλία και επανένωσε την αυτοκρατορία. Η ελευθερία όμως δεν κράτησε πολύ. Από το 568 νέα βαρβαρικά φύλα, οι Λογγοβάρδοι, κυριάρχησαν στην ιταλική χερσόνησο λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Οι λιγοστοί Ρωμαίοι πολίτες που επέζησαν μετατράπηκαν σε δουλοπάροικους ή ημιελεύθερους καλλιεργητές της γης. Αν και διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία για την κατάστασή τους αυτή την περίοδο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απόσταση Ρωμαίων και βαρβάρων διατηρήθηκε μέσα σ’ αυτό το καθεστώς βαρβαρικής κατοχής. Υπήρχαν τρεις σημαντικοί λόγοι γι’ αυτό.
Ο πρώτος ήταν η πολιτιστική διαφορά, όπως την εκθέσαμε και παραπάνω. Επιπλέον υπήρχαν και θρησκευτικές διαφορές. Οστρογότθοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι και Λογγοβάρδοι ήταν αρειανοί στο θρήσκευμα και μόνον οι Φράγκοι ασπάστηκαν από την αρχή την Ορθοδοξία. Αυτό σήμαινε ότι, ακόμη και σε περιοχές όπου συγκατοικούσαν, οι Ρωμαίοι και οι βάρβαροι δεν έρχονταν σε άμεση κοινωνία. Τέλος, ο τρίτος πολύ σημαντικός λόγος για τον οποίο δεν αφομοιώθηκαν οι βάρβαροι ήταν ότι τις διαφορές στεγανοποιούσε και η διαφορετική νομική παράδοση. Οι νόμοι των γερμανικών φυλών (Λογγοβάρδων, Φράγκων, κλπ) ήταν προσωπικοί ενώ οι ρωμαϊκοί ήταν γεωγραφικοί.  Αυτό σήμαινε ότι, για παράδειγμα, ένας Λογγοβάρδος κρινόταν με βάση το λογγοβαρδικό νόμο, ανεξάρτητα από το που ζούσε. Αντίθετα, στο ρωμαϊκό δίκαιο, όλοι οι κάτοικοι στο έδαφος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από εθνικότητα, κρίνονταν με βάση το ρωμαϊκό δίκαιο, πράγμα που βοηθούσε στην εξάλειψη των εθνικών διαφορών. Η γερμανική νομοθεσία έπαιξε έτσι σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της «εθνικής συνείδησης» των βαρβαρικών φυλών, αφού ξεχώριζε αυστηρά τους διάφορους λαούς. Η νομική παράδοση συντέλεσε μ’ αυτό τον τρόπο στην εξαφάνιση της οικουμενικής Ρωμαϊκής συνείδησης στη Δύση και στην εμφάνιση του εθνικισμού και, κυρίως, του ρατσισμού ο οποίος δεν έπαψε από τότε να αποτελεί μόνιμο, εγγενές στοιχείο στις δυτικές κοινωνίες.
Οι υπόδουλοι Ρωμαίοι αντιστάθηκαν σ’ αυτή την πολιτιστική οπισθοδρόμηση. Από τα τμήματα του λογγοβαρδικού δικαίου που έχουν διασωθεί (παράδειγμα η νομοθεσία του Λιουτπράνδου, βασιλιά των Λογγοβάρδων 712-744) φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι εξακολουθούσαν, 150 χρόνια μετά την υποταγή τους στους Λογγοβάρδους, να υπόκεινται στο δικό τους δίκαιο. Για παράδειγμα, ένας νόμος ορίζει ότι αυτοί που γράφουν συμβόλαια, είτε σύμφωνα με τους νόμους των Λογγοβάρδων, είτε σύμφωνα με τους νόμους των Ρωμαίων, δεν πρέπει να τα γράφουν σε αντίθεση με αυτούς τους νόμους. Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο δίκαιο, αν μια Λογγοβάρδα παντρευόταν Ρωμαίο έχανε τα δικαιώματά της, και τα παιδιά αυτού του γάμου θεωρούνταν Ρωμαίοι και υπόκεινταν πλέον στους ρωμαϊκούς νόμους.
Ας προσέξουμε λίγο καλύτερα την τελευταία διάταξη της νομοθεσίας του Λιουτπράνδου που έχει, κατά τη γνώμη μας, μεγάλη σημασία. Κατ’ αρχήν, είναι αξιοπρόσεκτο και πολύ σημαντικό το ότι οι ρωμαϊκοί νόμοι ήταν γνωστοί και εξακολουθούσαν να ισχύουν για τους Ρωμαίους. Επιπλέον, η διάταξη δηλώνει ξεκάθαρα ότι οι δύο λαοί παρέμεναν χωρισμένοι, σε μια αυστηρή σχέση κατακτητή-κατακτημένου. Μάλιστα ένας Ρωμαίος δεν μπορούσε καν να ανέβει στην τάξη των «κυρίων» μέσω γάμου (ενώ είδαμε προτήτερα ότι στο Ρωμαϊκό κράτος ένας βάρβαρος μπορούσε άνετα να ανελιχθεί με γάμο ή άλλο τρόπο). Αντίθετα η σύζυγός τους έχανε τα δικαιώματα της και «έπεφτε» στις τάξεις των (πιθανότατα δουλοπάροικων) Ρωμαίων. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι οι Λογγοβάρδοι, ακολουθώντας μια παλιά γερμανική παράδοση, είχαν θεσπίσει μια σταθερή τιμή («wergild») για τη ζωή κάθε ανθρώπου. Την τιμή αυτή πλήρωνε όποιος σκότωνε ή τραυμάτιζε κάποιον. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ζωή ενός ελεύθερου γαιοκτήμονα (Λογγοβάρδου) αποτιμόταν 300 solidi (το ρωμαϊκό χρυσό νόμισμα)μ ενός ελεύθερου ακτήμονα 150 solidi, ενώ του ημιελεύθερου aldius (στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι περισσότεροι υπόδουλοι Ρωμαίοι) μόλις 60 solidi.
Οι κατακτημένοι Ρωμαίοι προσπάθησαν απεγνωσμένα να διατηρήσουν ό,τι μπορούσαν από τον πολιτισμό τους σ’ αυτό το καθεστώς βαρβαρικής κατοχής. Στην προσπάθεια αυτή είχαν πάντα συμπαράσταση από τις ελεύθερες περιοχές της αυτοκρατορίας. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, στην Ιταλία ελεύθερες παρέμεναν η Ραβέννα με τη γύρω περιοχή, η Ρώμη και το μεγαλύτερο τμήμα της Νότιας Ιταλίας. Την εξουσία του αυτοκράτορα αντιπροσώπευε εκεί ο έξαρχος της Ραβέννας. Όλη η ιστορία της Ιταλίας από το θάνατο του Ιουστινιανού (567) μέχρι την εποχή της νομοθεσίας του Λιουτπράνδου είναι μια σειρά από πολέμους και συμβιβασμούς μεταξύ Ρωμαίων και Λογγοβάρδων.
Η αντίσταση ενάντια σε κάθε λογής βαρβάρους αποτέλεσε βασικό εθνικό χαρακτηριστικό που σφράγισε τη συνείδηση των Ρωμηών σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Δεν είναι εύκολο να αποδείξει κανείς ιστορικά ότι ο κύριος εθνικός σκοπός της αυτοκρατορίας μετά το 400 μ.Χ. ήταν η άμυνα, η υπεράσπιση του πολιτισμού απέναντι σε αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές. Πραγματικά: ο μόνος πόλεμος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιθετικός στα 1100 χρόνια της χριστιανικής Ρωμανίας ήταν ο πόλεμος του Ηρακλείου κατά των Περσών. Μόνον τότε προχώρησε η αυτοκρατορία πέρα από τα όρια που είχε κληρονομήσει από την ειδωλολατρική Ρώμη. Όλοι οι άλλοι πόλεμοι έγιναν για να ανακτηθούν ρωμαϊκά εδάφη και να απελευθερωθούν υπόδουλοι Ρωμαίοι, στην Ιταλία, στη Β. Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια. Με το πέρασμα του χρόνου έγινε φανερό πως η απελευθέρωση όλων των Ρωμηών είχε καταστεί αδύνατη. Σ’ αυτή την πικρή συνειδητοποίηση πρέπει να αναζητηθούν τα σπέρματα του «καημού της Ρωμηοσύνης», της ιδεολογίας του αλυτρωτισμού και της αίσθησης «αδικίας» αλλά και αδυναμίας απέναντι στις επιδιώξεις των ξένων, που καθόρισε το νέο ελληνισμό μέχρι και τον εικοστό αιώνα...
Ο «καημός της Ρωμηοσύνης» και ο πέρα από φυλετικές διακρίσεις υπερεθνικός χαρακτήρας του Ρωμαίικου κράτους αποτέλεσαν δύο σημαντικότατους παράγοντες στη διαμόρφωση της εθνικής μας συνείδησης. Και οι δυο είναι παντελώς άγνωστοι και ακατανόητοι στη Δύση. Δεν είναι, επομένως, δύσκολο να αντιληφθούμε ότι σ’ αυτή τη διαφορά οφείλονται πολλές από τις σύγχρονες παρεξηγήσεις και απογοητεύσεις ανάμεσα στους νεοέλληνες και τους δυτικοευρωπαίους. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί θα έχουμε την ευκαιρία να αναλύσουμε το ρόλο που έπαιξε στο σχηματισμό της εθνικής μας συνείδησης, η Τρίτη μεγάλη διαφορά μας με τους δυτικούς, η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη.

Η Χριστιανική Οικουμένη





Κεφάλαιο 5
Η Χριστιανική Οικουμένη

α) Πολιτική ιδεολογία

Η δεύτερη σημαντική συνιστώσα της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης», μετά τη ρωμαϊκότητα, είναι ο Χριστιανισμός. Μετά το 300 μ.Χ. ο σταδιακός εκχριστιανισμός προσέδωσε νέο χαρακτήρα και σκοπό στην αυτοκρατορία. Ο συγκερασμός Χριστιανισμού και Ρωμαϊκότητας δεν άργησε να παραγάγει μια νέα πολιτική ιδεολογία η οποία και κυριάρχησε για πολλούς αιώνες στο ελεύθερο (ανατολικό) τμήμα της αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία, η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ως όραμα την επίγεια πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού. Η χρονική σύμπτωση της ίδρυσης της αυτοκρατορίας από τον Αύγουστο και της ενανθρώπησης του Χριστού δεν ήταν τυχαία: πρώτος ο Ωριγένης διακήρυξε ότι ο Θεός είχε διαλέξει αυτή τη στιγμή να στείλει τον Υιό Του στον κόσμο, όταν η Ρώμη είχε φέρει ενότητα και ειρήνη, ώστε να μπορέσει το Ευαγγέλιο να διαδοθεί χωρίς εμπόδια σε όλους τους ανθρώπους.  Ο Ευσέβιος Καισαρείας στον πανηγυρικό του λόγο για τα τριάντα χρόνια της βασιλείας του Μεγ. Κωνσταντίνου διατυπώνει την ίδια θεωρία: την εποχή ακριβώς που επιβλήθηκε σε όλους τους ανθρώπους η βασιλεία των Ρωμαίων και σταμάτησαν οι προαιώνιες έχθρες των εθνών, τότε φανερώθηκε στους ανθρώπους η γνώση του ενός Θεού και επικράτησε παντού ειρήνη.
  Η ανάμνηση αυτή επέζησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ανά τους αιώνες μέχρι και σήμερα, μέσα από τον γνωστό δοξαστικό ύμνο του εσπερινού των Χριστουγέννων:
«Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης,
η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο
και σου ενανθρωπήσαντος εκ της Αγνής
η πολυθεΐα των ειδώλων κατήργηται.
Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον
αι πόλεις γεγένηνται
και εις μίαν δεσποτείαν Θεότητος
τα έθνη επίστευσαν».

Και επειδή η Βασιλεία του Θεού δεν μπορεί παρά να είναι μία και αδιαίρετη, η χριστιανική ρωμαϊκή αυτοκρατορία υποχρεωτικά περιελάμβανε όλους τους Χριστιανούς της υφηλίου. Οι βαρβαρικοί λαοί που σταδιακά εκχριστιανίζονταν έπαιρναν τη θέση τους σε μια παγκόσμια ιεραρχία που είχε στην κορυφή το Ρωμαίο αυτοκράτορα. Αυτός «υιοθετούσε» ορισμένους ξένους ηγεμόνες και αποκαλούσε «φίλους» τους υπόλοιπους. Σε μια μεταγενέστερη εποχή, για παράδειγμα, η παγκόσμια ιεραρχία είχε ως εξής: μετά τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης ακολουθούσαν τα «πνευματικά τέκνα» του, όπως οι ηγεμόνες της Αρμενίας και της Βουλγαρίας. Μετά έρχονταν οι «πνευματικού αδελφοί» του, όπως οι ηγεμόνες των Γάλλων και των Γερμανών. Στη συνέχεια έρχονταν οι «φίλοι» του, ο εμίρης της Αιγύπτου, οι ηγεμόνες της Αγγλίας, της Βενετίας και της Γένουας. Τέλος υπήρχαν και οι «δούλοι» του που ήταν διάφοροι μικροί τοπικού άρχοντες της Αρμενίας, της Σερβίας, κλπ.  Αυτή η πολιτική ιδεολογία δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τους βαρβάρους (Φράγκους) που προσπάθησαν τον 9ο αιώνα να υποκαταστήσουν την Κωνσταντινούπολη ως παγκόσμιο κέντρο εξουσίας. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Καρλομάγνος στέφθηκε αυτοκράτορας Ρωμαίων πιστεύοντας ότι έτσι αντικαθιστά τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης στη κορυφή της πυραμίδας. Η μάχη δηλαδή δεν γινόταν για την καταστροφή της πυραμίδας, αλλά για την κατοχή της κορυφής της.
Σύμφωνα με την Αρβελέρ, η ταύτιση Ρωμαίων και Χριστιανών γίνεται οριστική στην επίσημη ιδεολογία, την εποχή του Ιουστινιανού, στα μέσα του 6ου αιώνα: στο χρυσό νόμισμα (solidus) απεικονίζεται ο αυτοκράτορας να κρατάει στο ένα χέρι τη σφαίρα με το σταυρό, σύμβολο της οικουμενικότητας, και στο άλλο το λάβαρο ή το σταυρόσχημο σκήπτρο, σύμβολο της ρωμαϊκής και χριστιανικής εξουσίας στον κόσμο.  Πάντως τα νομίσματα που είχαν κυκλοφορήσει με την ευκαιρία των εγκαινίων της Κωνσταντινούπολης, το 330, απεικονιζόταν ήδη στη μια πλευρά μια γυναικεία φιγούρα (η «Νέα Ρώμη») με τη σφαίρα και το σταυρό. (Στην άλλη πλευρά υπήρχε η Παλιά Ρώμη, μια λύκαινα με τα δίδυμα παιδιά της πάνω από την οποία υψώνεται το Πάνθεο της ειδωλολατρικής Ρώμης).
Από τον 4ο αιώνα και μετά οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν υπερασπίζονταν πλέον μόνο την κρατική τους υπόσταση, αλλά και τη χριστιανική θρησκεία. Με τον καιρό, τα δυο έγιναν αξεδιάλυτα. Λίγους αιώνες αργότερα, ο Λέων ΣΤ’ (886-912) έγραφε χαρακτηριστικά προς τους διοικητές του στρατού ότι «οφείλουν να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για την πατρίδα και την ορθή χριστιανική πίστη, όπως και οι στρατιώτες τους που με την κραυγή «ο Σταυρός θα νικήσει» πολεμούν, σαν στρατιώτες του Χριστού, του Κυρίου μας, για τους γονείς, για τους φίλους, για την πατρίδα, για ολόκληρο το χριστιανικό έθνος».  Τον απόηχο αυτής της ταύτισης θα τον συναντήσουμε απαράλλαχτο 1000 χρόνια αργότερα στους Ρωμηούς που πολεμάνε «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Είναι η κατάληξη μιας πεποίθησης που ξεκινάει από το σημείο καμπής της Χριστιανικής Ιστορίας, την αποκάλυψη του «Εν τούτω νίκα» στο Μ. Κωνσταντίνο.
Μέσα σ’ αυτή την πολιτική ιδεολογία όπου όλοι οι Χριστιανοί αποτελούσαν μία Οικουμένη, οι πόλεμοι κάποιων χριστιανικών φυλών εναντίον της Κωνσταντινούπολης δεν συνιστούσαν εθνική σύγκρουση με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Αντίθετα αντιμετωπίζονταν ως στάση κατά της αρχής, δηλαδή ως εσωτερική «εμφύλια» διαμάχη. Έτσι αντιμετωπίστηκαν, για παράδειγμα, οι πόλεμοι της Αυτοκρατορίας με τους Σλάβους μετά τον εκχριστιανισμό τους. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο «βυζαντινο-βουλγαρικός» πόλεμος επί Συμεών, στις αρχές του 10ου αιώνα. Τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους της αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή είχε αναλάβει ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, ο οποίος απευθύνεται στον Συμεών ως «τέκνον εμόν» και προσπαθεί να τον μεταπείσει αποκαλώντας την εκστρατεία του «σκάνδαλο» (με την ευαγγελική έννοια του όρου). Και αν ο Χριστός είπε ότι «συμφέρει σ’ αυτόν που σκανδαλίζει για κάτι μικρό να δέσει μια πέτρα στο λαιμό του και να πέσει στη θάλασσα» παρά να συνεχίσει να σκανδαλίζει, τι μπορούμε να πούμε, γράφει ο Νικόλαος, γι’ αυτό το σκάνδαλο που δεν είναι για κάτι μικρό «αλλά εναντίον της βασιλείας που βρίσκεται πάνω από κάθε επίγεια αρχή, της μόνης βασιλείας στη γη που ίδρυσε ο βασιλεύς του παντός» ;
Σε όλη την αλληλογραφία του Νικολάου Μυστικού με τον Συμεών είναι φανερή η ταύτιση της βασιλείας των Ρωμαίων με τη Χριστιανική Βασιλεία την οποία ίδρυσε στη γη «ο του παντός βασιλεύς». Άλλωστε, όπως παρατηρεί ο Ομπολένσκυ, και ο Συμεών, από τη μεριά του, «πολεμούσε και ταυτόχρονα αντέγραφε την αυτοκρατορία, ερήμωνε τη βυζαντινή επικράτεια και προωθούσε τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στη σλαβική γλώσσα» αφού «επιθυμούσε να ταυτισθεί με τις πολιτιστικές παραδόσεις του Βυζαντίου, ιδιαίτερα όταν ήδη ήταν ως προς τη μόρφωση ένας ‘’μισοέλληνας’’», έχοντας περάσει τα παιδικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη.  Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σλαβικό όνομα της Κωνσταντινούπολης ήταν «Τσάριγκραντ» (κυριολεκτικά: «Πόλη των Καισάρων», Βασιλεύουσα). Γι’ αυτούς η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν μια οποιαδήποτε πρωτεύουσα, αλλά η Βασιλεύουσα πόλη, η κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας.
Η οικουμενική αυτή συνείδηση σχηματίστηκε σταδιακά κάτω από την επίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία έδωσε νέο νόημα στον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, η διαίρεση σε έθνη ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας και της αλαζονείας του ανθρώπου που τον οδήγησε στο κτίσιμο του πύργου της Βαβέλ. Με τον ερχομό του Χριστού και την ίδρυση της Εκκλησίας οι πιστοί έχουν τη δυνατότητα (και τον προορισμό) να υπερβούν τις εθνικές διαιρέσεις και να ανήκουν πλέον στο «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον», όπως ονομάζει ο Απ. Πέτρος το λαό του Θεού.
Όπως υπογραμμίζει ο π. Ιερόθεος Βλάχος, «στο χωρίο αυτό που νομίζω αποτελεί κεντρικό χωρίο της Καινής Διαθήκης φαίνεται καλά ότι οι λέξεις λαός και έθνος αποδεσμεύονται από τη φυλετική έννοια και συνδέονται με τη χαρισματική σχέση Θεού και ανθρώπου που επετεύχθη με την ενανθρώπηση του Χριστού».  Γι’ αυτό άλλωστε και ο Απ. Παύλος διακήρυττε «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλατάς, 8, 28). Ιδιαίτερα ενδεικτικό, απ’ αυτή την άποψη, είναι το Κοντάκιο που ψάλλεται την Πεντηκοστή και στο οποίο γίνεται η σύνδεση ανάμεσα στην αρχική διαίρεση της ανθρωπότητας σε έθνη και στην υπέρβαση αυτής της διαίρεσης με την ίδρυση της Χριστιανικής Εκκλησίας:
«Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε,
διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος.
Ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν,
εις ενότητα πάντας εκάλεσε
Και συμφώνως δοξάζομεν το Πανάγιον
Πνεύμα».

Η οικουμενική συνείδηση των Ορθοδόξων, την οποία γρήγορα κατέστρεψαν οι βάρβαροι στη Δύση, θα επιβιώσει στα Βαλκάνια σε όλη τη μεσαιωνική και την Οθωμανική περίοδο, μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. Χρειάστηκε να μεταφερθεί το πλήρες οπλοστάσιο του δυτικού Διαφωτισμού στην Ελλάδα και να επιβληθεί ο Ρωσικός Πανσλαβισμός στη Βουλγαρία για να εμφανιστούν οι εθνικισμοί και να καταπνιγεί και εδώ η οικουμενική χριστιανική συνείδηση.  Στις μέρες μας έχουμε το θλιβερό προνόμιο να παρακολουθούμε την τραγική κατάληξη της οριστικής επικράτησης της δυτικής ιδέας περί εθνικού κράτους στα Βαλκάνια και, όπως συνήθως συμβαίνει με τη δυτική υποκρισία, να εισπράττουμε όλοι οι βαλκανικοί λαοί περιφρονητικά σχόλια επειδή επιτέλους αφομοιώσαμε τις δυτικές αντιλήψεις...
Ο καινούργιος προορισμός τον οποίο πρόσφερε η Χριστιανική κοσμοθεωρία στο κράτος διαφοροποιούσε έντονα τη Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τις μετέπειτα μεγάλες δυνάμεις της Ιστορίας. Έτσι, η ταύτιση της Αυτοκρατορίας με την επίγεια Βασιλεία του Θεού εμφανίζεται με μορφές που ίσως μας παραξενεύουν σήμερα. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της αυτοκρατορίας, το 1453, «ένα αποκαλυπτικό όραμα του τέλους της Ιστορίας κατακτά όλο και περισσότερο τους βυζαντινούς. Κατά την τελευταία αυτή περίοδο του Βυζαντίου, η εσχατολογική λογοτεχνία για το τέλος του πολιτισμένου κόσμου και τη βασιλεία του Αντιχρίστου γνωρίζει μια ιδιαίτερη άνθιση. Προοδευτικά ο λαός άρχισε να συγχέει το τέλος του Βυζαντίου με το τέλος του κόσμου στο σύνολό του».
Αυτή η τάση ήταν απόρροια της ιδεολογίας της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας η οποία καθόριζε και το σκοπό της. Όπως τονίσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, και σε αντίθεση με τις σημερινές «Μεγάλες Δυνάμεις», σκοπός της Αυτοκρατορίας δεν ήταν η εδαφική εξάπλωση. Η Ρωμανία βρισκόταν συνεχώς σε άμυνα επί 1100 χρόνια, με μόνη εξαίρεση τον πόλεμο του Ηρακλείου κατά των Περσών (που κι αυτός ήρθε ως απάντηση στην περσική επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης). Οι πόλεμοι του «Βυζαντίου» γίνονταν μόνο για να διατηρηθεί ο πολιτισμός απέναντι στα αλλεπάλληλα κύματα βαρβαρότητας που προέρχονταν από Ανατολή, Βορρά και Δύση. Όπως τόσο όμορφα το διατύπωσε ο Γ. Σεφέρης:
«για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος
για την πίστη του Χριστού
και για την ψυχή του ανθρώπου
καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού...»
Σκοπός της αυτοκρατορίας δεν ήταν ούτε η υλική ευδαιμονία. Παρ’ όλο που τα πλούτη της Κωνσταντινούπολης ήταν μυθικά, το όραμα το οποίο πρόβαλλε η χριστιανική πίστη υπερέβαινε τα υλικά αγαθά. Τα πρότυπα μίμησης των Ρωμηών δεν ήταν κάποιοι πλούσιοι  έμποροι ή γαιοκτήμονες, αλλά οι ακτήμονες μοναχοί, κάποιοι άγιοι «γέροντες» που είχαν κυριολεκτικά μηδενική ατομική περιουσία. Αυτούς ακολουθούσε ο κόσμος, αυτοί έπειθαν και ξεσήκωναν το λαό.
Σκοπός της αυτοκρατορίας ήταν, να επαναλάβουμε, η πραγμάτωση της Ουράνιας Βασιλείας. Όσο ο κόσμος απομακρυνόταν από την ορθή πίστη, τόσο το κράτος απομακρυνόταν από την Ουράνια Βασιλεία και αντιμετώπιζε τη φθορά και την παρακμή. Το αποκορύφωμα της απομάκρυνσης από την ορθή πίστη θα συντελούνταν με την επικράτηση του Αντιχρίστου, ο ερχομός του οποίου αποτελεί και τον προάγγελο της Δευτέρας Παρουσίας, άρα τότε θα καταλυόταν και η Χριστιανική Οικουμένη. Έτσι εξηγείται η παρατήρηση της Αρβελέρ την οποία αναφέραμε πιο πάνω.
Όταν αναφερόμαστε στο χριστιανικό χαρακτήρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Ρωμηοσύνης, μετά τον 4ο αιώνα, υπάρχει ο κίνδυνος να κάνουμε δύο λάθη, να επαναλάβουμε δύο μύθους, παρασυρόμενοι από εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη. Πρόκειται για δύο μύθους τους οποίους έχουν διαδώσει αβασάνιστα οι δυτικοί ιστορικοί σε παλιότερες εποχές, προβάλλοντας απλώς οι εμπειρίες της Δύσης πάνω στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η νεώτερη έρευνα, ευτυχώς, αναπλάθει σιγά-σιγά μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της εποχής και μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα το παρελθόν μας, αλλά και τις βαθύτατες διαφορές μας με τη Δύση. Ο ένας μύθος είναι η θεωρία περί καισαροπαπισμού. Ο δεύτερος η θεοκρατική συγκρότηση του κράτους. Ας στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας σ’ αυτά τα δύο προβλήματα.

β) Καισαροπαπισμός

Καισαροπαπισμός είναι η θεωρία της υποταγής της Εκκλησίας στην πολιτική εξουσία – στην προκειμένη περίπτωση στον αυτοκράτορα. Μέχρι πρόσφατα, οι δυτικοί ιστορικοί πίστευαν ότι αυτός ο όρος περιγράφει τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας στους έντεκα αιώνες της «βυζαντινής» Ιστορίας. Πάνω σ’ αυτή την παραδοχή χτίστηκε ένα ολόκληρο οικοδόμημα αναλύσεων και ερμηνειών για διάφορα ιστορικά προβλήματα. Για παράδειγμα, ο γνωστός καθολικός ιστορικός M. Jugie έγραφε πως «ο καισαροπαπισμός χωρίς καμιά αμφιβολία πρέπει να φέρει την κύρια ευθύνη για την προετοιμασία του σχίσματος».  Ο Σ. Διομήδης ισχυριζόταν ότι ο αυτοκράτορας «διοικούσε την εκκλησία όπως διοικούσε το κράτος ... διορίζοντας επισκόπους».  Η ακραία, αλλά χαρακτηριστική, διατύπωση αυτής της άποψης ανήκει στο Γίββωνα: «ο Έλληνας πατριάρχης ήταν ένας οικιακός δούλος (domestic slave) κάτω από το βλέμμα του κυρίου του, ο οποίος με ένα νεύμα του τον μετακινούσε από το μοναστήρι στο θρόνο και από το θρόνο στο μοναστήρι».
Παίρνοντας ως δεδομένη αυτή την παραδοχή, ο μεγαλύτερος Ευρωπαίος ιστορικός του 20ού αιώνα, ο Arnold Toynbee, αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο του μνημειώδους έργου του «A Study of History» στις αιτίες της παρακμής της Ορθόδοξης Χριστιανωσύνης.  Για τον Toynbee, η αιτία είναι αποκλειστικά και μόνον η υποταγή της εκκλησίας στον αυτοκράτορα. Γι’ αυτό και η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη έσβησε, σε αντίθεση με τη Δυτική που, δέκα αιώνες αργότερα, εξακολουθεί να κυριαρχεί στην υδρόγειο.
Ιστορικά, η άποψη ότι η εκκλησία ήταν υποταγμένη στον αυτοκράτορα στερείται βάσης. Ο όρος «καισαροπαπισμός» ή οποιαδήποτε συνώνυμη παραλλαγή του είναι άγνωστος στις πηγές. Η εξέταση των στοιχείων που διαθέτουμε δύσκολα θα στήριζε τη θεωρία της υποταγής. Όπως έχει τονίσει ο H. Gregoire, «ο λαός του Βυζαντίου δεν είδε ποτέ τρεις Οικουμενικούς Πατριάρχες και εκθρονίζονται από ένα μόνο αυτοκράτορα, όπως συνέβη με τον Ερρίκο Γ’ που καθαίρεσε τρεις Πάπες. Δεν είδε ποτέ επισκόπους μαχομένους επικεφαλής ιδίων στρατευμάτων, ούτε περιπτώσεις σιμωνίας, τόσο σκανδαλώδεις, όπως εκείνες της Δύσεως». «Αντίθετα  με εκείνο που συχνά επαναλαμβάνεται από άγνοια, στην πραγματικότητα είναι οι Πάπες που έχουν περιπέσει σε δουλεία, είναι οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως που είναι ανεξάρτητοι».
Στην πράξη, ο αυτοκράτορας πάντοτε ενδιαφερόταν για τα εκκλησιαστικά και ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο. Επίσης φρόντιζε για την ενότητα του δόγματος, επιβάλλοντας ορισμένες φορές κάποιες αμφισβητούμενες απόψεις. Ωστόσο με τον καιρό, η Εκκλησία έμαθε πως η αντίσταση κατά του αυτοκράτορα σε πνευματικά ζητήματα ήταν και θεμιτή και αποτελεσματική. Τον 7ο αιώνα, αυτοκράτορας και Πατριάρχης συμπορεύονταν στην αίρεση του Μονοθελητισμού για πολλές δεκαετίες. Ένας μοναχός μόνον αντιστεκόταν σθεναρά: ο Μάξιμος Ομολογητής. Με τον καιρό, οι απόψεις του Μάξιμου αναγνωρίστηκαν ως ορθόδοξες και η Εκκλησία συνέχισε πάνω στην παράδοσή του, χωρίς ο αυτοκράτορας να μπορέσει να επιβάλει τη γνώμη του.
Από τότε, το παράδειγμα του Μάξιμου (αλλά και άλλων προηγούμενων θεολόγων) αποτέλεσε οδηγό για την Εκκλησία. Στη μεγάλη κρίση της εικονομαχίας, ούτε τα διατάγματα ούτε οι διώξεις ούτε οι εξορίες κατάφεραν να υπερνικήσουν την αντίθετη γνώμη των εικονόφιλων. Ένα πλατύ αντιστασιακό κίνημα ανέτρεψε τελικά τις αυτοκρατορικές προσπάθειες εκατόν είκοσι χρόνων. Στ’ αλήθεια χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία (ή προκατάληψη) για να ονομάσει κανείς καισαροπαπικό ένα κράτος στο οποίο είναι αδύνατον οι θρησκευτικές απόψεις του αυτοκράτορα να επιβληθούν στον πληθυσμό.
Όπως έχει παρατηρήσει ο Gregoire, μετά τον 9ο αιώνα η ορθόδοξη πίστη έχει παγιωθεί, δηλαδή έχει θριαμβεύσει επί των αυτοκρατόρων. Δε μένει πλέον κανένα ίχνος από τις παλιότερες πολιτικές, ούτε καν από την εικονομαχία.  Την τελευταία και ισχυρότερη ένδειξη για την (μη) ύπαρξη καισαροπαπισμού τη βρίσκουμε στην περίοδο από το 13ο ως το 15ο αιώνα. Διάφοροι ενωτικοί αυτοκράτορες αποδεικνύονται εντελώς ανίσχυροι να προωθήσουν την ένωση των εκκλησιών, με όλα τα πολιτικά οφέλη που αυτή θα προσέφερε. Γενικότερα σ’ αυτή την περίοδο μένει κανείς εντυπωσιασμένος από τη βαθιά μη πολιτική προσήλωση του πληθυσμού στην πίστη, σε βάρος του πολιτικού κέρδους που ίσως προέκυπτε από θρησκευτικές παραχωρήσεις στη Δύση.
Για τους δυτικούς (και τους δυτικόπληκτους νεοέλληνες) αυτή η προσήλωση μοιάζει παράλογη. Σχολιάζοντας την περίφημη φράση του μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά, «κρειττότερόν εστιν ιδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν», μια σημαίνουσα εκπρόσωπος του δυτικού πνεύματος, η Γλύκατζη-Αρβελέρ, έγραφε παλιότερα: «τα λόγια αυτά δείχνουν την τύφλωση που είχε πάθει η εκκλησία, ο λαός και η ίδια η βυζαντινή κυβέρνηση, που πείσθηκε στο τέλος ότι οι λόγοι της Εκκλησίας όφειλαν να υπερισχύσουν πάνω στους λόγους και το συμφέρον του Κράτους».
Ωστόσο για τους Ρωμηούς η εξήγηση είναι απλή. Ήταν άνθρωποι βαθύτατα πιστοί που δεν ένιωθαν την Εκκλησία σαν έναν καταπιεστικό θεσμό, αλλά ως συστατικό της ίδιας τους της ύπαρξης. Η Ορθοδοξία ήταν ένα από τα γνωρίσματα που όριζαν την εθνική τους υπόσταση. Επιπλέον είχαν συναίσθηση του πολιτιστικού φορτίου που κουβαλούσαν στους ώμους τους. Πιο πάνω και από τη διάσωση κάποιου εθνικού ιδεώδους έβαζαν τη διάσωση του πολιτισμού τους, του τρόπου ζωής τους.
Διακρίνει κανείς εδώ και πάλι τη διαφορά οπτικής γωνίας Ρωμηών και δυτικοευρωπαίων: για τους δεύτερους προέχει η προάσπιση και επέκταση του φυλετικού, εθνικού κράτους τους. Για τους Ρωμηούς σημαντικότερο είναι κάτι πιο μεγάλο, κάτι που υπερβαίνει τα όρια κάποιας φυλής, κάποιου έθνους: η κληρονομιά ολόκληρου του ελληνορωμαϊκού χριστιανικού πολιτισμού και η ορθόδοξη πίστη που μόνη αυτή τους πρόσφερε την ελπίδα της αιωνιότητας. Και, όπως τονίσαμε παραπάνω, πίστευαν βαθύτατα ότι αν απομακρύνονταν από την Ορθοδοξία, το κράτος τους θα έπαυε να είναι η επίγεια πραγμάτωση της Ουράνιας Βασιλείας – άρα θα χανόταν γρήγορα όπως κάθε τι φθαρτό αυτού του υλικού κόσμου. Επομένως δεν υπήρχε, δεν ήταν εξ ορισμού δυνατό να υπάρχει στη σκέψη των Ρωμηών, αντίθεση συμφερόντων Κράτους – Εκκλησίας, όπως πιστεύει η Αρβελέρ. Αντίθετα, γνώριζαν ότι διατηρώντας την πίστη τους θα έμεναν αδούλωτοι, έστω κι αν έχαναν την κρατική τους υπόσταση. Είχαν άλλωστε και προηγούμενες αποδείξεις γι’ αυτό. Κάθε Πάσχα, οι Ορθόδοξοι άκουγαν (και ακούν μέχρι και σήμερα) τους πανηγυρικούς ύμνους του Όρθρου της Αναστάσεως:

«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός
ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια
εορταζέτω γουν πάσα κτίσις
την έγερσιν Χριστού εν η εστερέωται.

Φωτίζου, φωτίζου η Νέα Ιερουσαλήμ
Χόρευε νυν και αγάλλου Σιών»...

Όταν ο Ιωάννης Μανσούρ από τη Δαμασκό έγραφε αυτούς τους στίχους, είχαν ήδη περάσει εκατό χρόνια από  τότε που η πατρίδα του είχε υποδουλωθεί για πάντα στους Άραβες. Κι ωστόσο οι στίχοι αυτοί δεν είναι στίχοι σκλαβωμένου ανθρώπου. Είναι ύμνοι πλημμυρισμένοι από ελευθερία, ελπίδα και φως, λόγια ανθρώπου που παραμένει αδούλωτος πνευματικά, γιατί τον διαπερνάει μια εσωτερική ελευθερία άγνωστη στη Δύση. Τόσο άγνωστη που, για την κ. Αρβελέρ, η υπεράσπιση αυτής της ολοφώτεινης πίστης «δείχνει την τύφλωση που είχε πάθει ο λαός»...
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στον καισαροπαπισμό μπορούμε να πούμε ότι, όπως έχει δείξει εύστοχα ο Γιαννακόπουλος, στη χριστιανική ρωμαϊκή ιδεολογία οι δύο θεσμοί συνυπήρχαν αρμονικά. Σε αντίθεση με τη Δύση, δεν υπήρχε ποτέ οξεία διχοτόμηση ανάμεσα στην πολιτική και την πνευματική σφαίρα.  Οι Ρωμηοί πίστευαν ότι ο αυτοκράτορας πρέπει να είναι «Χριστομιμητής» και γνώριζαν ότι η ευτυχία του κόσμου δεν μπορούσε να υλοποιηθεί από αυτοκράτορα που πήγαινε αντίθετα στην πίστη τους.
Μένει να απαντηθεί ένα τελευταίο ερώτημα. Γιατί άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο «καισαροπαπισμός» για το «Βυζάντιο» οι δυτικοί ιστορικοί; Μια εύλογη απάντηση, την οποία έχει υπαινιχθεί ο Γιαννακόπουλος, είναι ότι ξεκινώντας από τη δική τους εμπειρία της πολιτικής εξουσίας του Πάπα, και μη βλέποντας κάτι ανάλογο στον Πατριάρχη, φαντάστηκαν ότι ο Πατριάρχης ήταν υποταγμένος στον αυτοκράτορα. Η δική τους Ιστορία αυτό έλεγε: αφού ο Πάπας ήταν συνεχώς μπλεγμένος σε πολιτικοστρατιωτικές διαμάχες με ρήγες και αυτοκράτορες, άλλοτε έβγαινε νικητής κι άλλοτε ηττημένος. Δεν υπήρχε τρίτη επιλογή. Και αφού ο Πατριάρχης δεν είχε κοσμική και στρατιωτική εξουσία, υπέθεταν ότι είχε ηττηθεί οριστικά από τον αυτοκράτορα, και ότι ο τελευταίος συγκέντρωνε πλέον όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του, ήταν Καίσαρας και Πάπας μαζί. Αυτό το ανιστόρητο συμπέρασμα διαιωνίστηκε μέχρι τις μέρες μας ως ένα από τα εργαλεία του ανεξάντλητου ιδεολογικού οπλοστασίου της Δύσης εναντίον του ελληνισμού.

γ) Θεοκρατία

Με τον όρο «θεοκρατία» εννοούμε ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η θρησκεία έχει κυριαρχήσει πάνω σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής. Παραδείγματα θεοκρατικού κράτους αποτελούν το αρχαίο κράτος του Ισραήλ (στην περίοδο των Κριτών), το Παπικό κράτος μέχρι τις μέρες μας και το Ιράν της δεκαετίας του 1980. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο ανώτατος θρησκευτικός λειτουργός είναι ταυτόχρονα και ο ανώτατος κρατικός άρχοντας.
Το «Βυζάντιο» περιλαμβάνεται συχνά ανάμεσα στα θεοκρατικά καθεστώτα της Ιστορίας. Για τους περισσότερους συγγραφείς κάτι τέτοιο θεωρείται αυταπόδεικτο και δεν τίθεται θέμα αιτιολόγησης του όρου. Κατά τη γνώμη μας, ωστόσο, το ζήτημα της θεοκρατικής φύσης του «βυζαντινού» κράτους είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Η πλήρης εξέτασή του θα απαιτούσε μια ειδική μελέτη που θα ξέφευγε από τα πλαίσια της παρούσας εργασίας. Θα θέλαμε πάντως να επισημάνουμε, εντελώς επιγραμματικά, ορισμένες όψεις του προβλήματος που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας πληρέστερης μελέτης.
Κατ’ αρχήν, δεν είναι καθόλου αυτονόητο το αν πρέπει το «Βυζάντιο» να θεωρηθεί θεοκρατικό κράτος. Παρ’ όλο που ο όρος είναι σχεδόν ομόφωνα αποδεκτός, διάφοροι συγγραφείς εννοούν διαφορετικά πράγματα όταν αναφέρονται σ’ αυτόν. Για παράδειγμα, ο Ράνσιμαν έχει δώσει τον τίτλο «Βυζαντινή Θεοκρατία» σε ένα σύγγραμμά του που δεν αποτελεί παρά επισκόπηση εκκλησιαστικής Ιστορίας.  Άλλοι δυτικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο με μια έννοια που πλησιάζει την έννοια του παποκαισαρισμού. Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι η Εκκλησία είχε επιβάλει τις απόψεις της πάνω σε όλα τα σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της αυτοκρατορίας, ότι ουσιαστικά κυβερνούσε η ίδια το κράτος.
Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα οποία μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος:

1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας.
3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς.
4) Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ’ αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά.
1) Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Στην προηγούμενη ενότητα είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας  στη Δύση.
2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστινιανός. Σ’ αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις οποίες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική  σύνθεση ήταν μια πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως ανήκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση που δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης).
3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία που χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της. Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κλπ). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο αντικληρικαλιστικό πνεύμα το οποίο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή η αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι’ αυτό, άλλωστε, και αντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας.
4) Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά που είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, η Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ’ αυτά τα σχολεία, και, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση.   Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση που μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αυτή την οποία παρείχαν τα μοναστήρια.
Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» η εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον οποίον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη.  Ο Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα  απέξω.  Η Άννα  Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξη φορές στίχους του Ομήρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο....».  Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα που χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν ύστερα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά.
Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ’ όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα που δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β’, το 425), οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους,  Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας, αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων.
Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα που εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι η μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου». Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση που έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι που οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα. Στο επόμενο κεφάλαιο θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη»  εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινός» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.
http://www.paterikiorthodoxia.com

Ex Protestant: Από τον Βουδισμό στον Χριστό

Ex Protestant: Από τον Βουδισμό στον Χριστό: Εκ της Ανατολικής Πύλης Του Nilus Stryker  ( ΟΟΔΕ ) Η ιστορία του Nilus είναι μία από τις πολλές που έχω ακούσει τα τελευταία χρ...

Ένας πρώην "Διαμαρτυρόμενος" εξομολογείται.....


Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ 

Πηγή : Sophia Siglitiki Drekou 

Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
«Ποτέ μην καταφρονήσεις πηγούλα από την οποία έχεις πιει νερό»

Παραίνεση του πνευματικού μου πατέρα

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι είμαι ευγνώμων στο Θεό για την από νηπιακή ηλικία πορεία μου μέσα στην διαμαρτυρόμενη ευαγγελική εκκλησία καθώς πήρα πολλά μαθήματα και ευλογίες και είδα πολλές φορές το χέρι του Θεού στη ζωή μου.


Ως μεταστραφής διαμαρτυρόμενος θα ήθελα να σας πω ότι όταν με τη χάρη του Θεού έγινα ορθόδοξος- μπαίνω με τη χάρη του Θεού στον έβδομο χρόνο - το έκανα επειδή κατάλαβα ότι η Εκκλησία του Χριστού θα μπορούσε να διασφαλίσει τη σωτηρία μου κάτι που ο προηγούμενος χώρος αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων ότι δεν είχε ούτε τον τρόπο ούτε τα εφόδια για να με βοηθήσει να αντιμετωπίσω ριζικά τα προσωπικά μου πνευματικά αδιέξοδα. Και αυτό δεν το λέω για να καταφρονήσω το χώρο τον οποίο για τόσα χρόνια κινιόμουνα αλλά για να τονίσω ότι μια τέτοια ανάγκη με ώθησε να ψάξω ακόμα και εκεί που δεν πίστευα ότι υπήρχε περίπτωση να βρω βοήθεια.

Παρακαταθήκη για να γίνω ορθόδοξος ήταν η επαφή που είχα με ορθόδοξους που μπορεί να απέρριπτα τα πιστεύω τους - ακόμα και τη σωτηρία τους- αλλά δεν μπορούσα να παραγνωρίσω το χριστιανικό τους χαρακτήρα και το παράδειγμα που μου έδιναν. Η αποδοχή τους ήταν δεδομένη από την αρχή αρκεί να μην αρχίζαμε να δογματίζουμε.

Η αποδοχή λοιπόν αυτών των ανθρώπων και το δικαίωμα που μας έδωσαν να μιλάμε για αυτά που συμφωνούμε και να αφήσουμε στην άκρη τα υπόλοιπα, μας οδήγησε στην ορθοδοξία μετά από χρόνια σοβαρού ψαξίματος της πατερικής θεραπευτικής κατ' αρχάς, και τη σοφίας των πατέρων κατ' επέκταση. Να σημειώσω ότι πολλές φορές αγανακτούσα μέσα μου με τις πρακτικές τους ( κεριά, άγιοι, προσκύνηση λειψάνων, θεία κοινωνία κτλ) αλλά και για την άκαμπτη στάση τους σε πολλά δογματικά θέματα. Η αγάπη όμως που έδειχναν στο πρόσωπό μας κάλυπτε τα ανωτέρω "ελαττώματα" τους.


Ως διαμαρτυρόμενος δεν μπορούσα να προσεγγιστώ με λογικά επιχειρήματα διότι αυτό είναι κάτι με το οποίο ασχολούμουν συνεχώς αφού έπρεπε να τεκμηριώσω το κάθε τι που πίστευα και στον εαυτό μου αλλά και στις άλλες ομολογίες που ερχόμουν σε επαφή. Έτρωγα συνέχεια από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Ο τρόπος που χρειαζόμουν να προσεγγιστώ είναι δια του αγαθού δηλαδή χωρίς πολλά επιχειρήματα αλλά με την προσέγγιση στο βίωμα και τη χάρη της εκκλησίας, πράγματα βέβαια τα οποία βιώνονται μόνο αν σε φωτίσει η χάρις του θεού.


Όποιοι λοιπόν κατηγορούν τους διαμαρτυρόμενους ως αιρετικούς ουσιαστικά τους κατηγορούν για κάτι που ο Θεός δεν έκανε στη ζωή τους ακόμα. Αν και μόνο αν φωτιστούν, καταλάβουν, και απορρίψουν τότε βέβαια θα είναι αιρετικοί γιατί απέρριψαν κάτι που ο θεός τους το έδειξε καθαρά. Οι υπόλοιποι είναι απλά πλανεμένοι οι οποίοι βρήκαν κάπου κάποιον να τους μιλήσει για το Θεό και να τους δώσει μία ελπίδα και ένα νόημα στη ζωή τους . Το γεγονός ότι ζουν χωρίς ολόκληρη την αλήθεια τους κάνει θέσει αιρετικούς αλλά όχι φύσει αιρετικούς αφού δεν έχουν επίγνωση του τι απορρίπτουν. Και αυτά τα λέω όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά έχοντας βιώσει τι σημαίνει να μπαίνεις στην ορθοδοξία και να προσπαθείς να τη ζήσεις εν μετανοία, μετά από δεκαετίες στη διαμαρτύρηση.


Όταν η καρδιά μας γεμίσει αγάπη θα δείτε πόσο διαφορετικά θα σας δεχθούν και θα σας ακούσουν. Και αυτό το λέω γιατί είμαι μάρτυρας ενός ολοένα αυξανόμενου ρεύματος προβληματισμού στους κόλπους των διαμαρτυρόμενων οι οποίοι φαίνεται να οδηγούνται στην ορθοδοξία από μια αόρατη δύναμη.



ΤΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΤΟΥ SOLA SCRIPTURA

θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί είχα τέτοια προσκόλληση στην αποκλειστικότητα της Αγίας Γραφής ως μόνη πηγή θείας αποκάλυψης και το πως κατάλαβα τη σωστή διάσταση της.

Το sola scriptura είναι ένα από τα πιστεύω που όλοι οι προτεστάντες συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους. Λόγω της χαμηλής εκτίμησης που είχα στην Εκκλησία του Χριστού και στην λειτουργία της ως υποστηρικτή της πνευματικής πορείας του πιστού αναγκαστικά περιορίστηκα στο προϊόν της Εκκλησίας που είναι η Αγία Γραφή.                                 
                  
Έτσι αφού ήρθα σε επαφή με το Λάγο του Θεού και ελλείψει αναλόγων εκκλησιαστικών παραστάσεων κατέληξα να θαυμάσω το"δημιούργημα" μάλλον παρά τον Δημιουργό. Και αυτό γιατί δεν έβλεπα ότι ο Χριστός δεν χωρίζεται από την Εκκλησία Του όπως το κεφάλι δεν χωρίζεται από το σώμα.



Γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι όπως μέσα στη Μητέρα του Κυρίου ενσαρκώθηκε δι'Αγίου πνεύματος ο αιώνιος Λόγος και Υιός του Θεού έτσι και μεσώ της εκκλησίας ενσαρκώθηκε ο γραπτός Λόγος που δεν είναι άλλος από την Αγία Γραφή.

Γιατί έλεγα ότι το εδραίωμα της εκκλησίας είναι η αλήθεια -όπως είχα το "δικαίωμα" να αντιλαμβάνομαι- και δεν καταλάβαινα τι σημαίνει ότι η εκκλησία είναι ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας.

Έτσι χωρίς να χάσει μέσα μου την αξία του ο Λόγος του Θεού κατάφερα να παραιτηθώ από το "δικαίωμα" του ατομικού αλάθητου στην ερμηνεία της Γραφής, η οποία είχε αλλάξει αρκετές φορές με την πάροδο των ετών, και συν Θεώ να γνωρίσω τον παράγοντα Εκκλησία να υποταχθώ σ'  αυτήν με ταπείνωση και να γνωρίσω τον απίστευτο πλούτο σοφίας και πνευματικότητας που κρύβει μέσα της.


Κοιτάζοντας πίσω αναρωτιέμαι πως μπορούσα να ζω την πνευματική μου ζωή χωρίς το σύστημα υποστήριξης που άφησε πίσω ο Χριστός μέσα στην απίστευτη σοφία του και αγάπη για το ποίμνιο Του που είναι η Εκκλησία Του και τα μυστήρια αυτής. Ένιωθα σαν τον αθλητή που ήθελε να αθληθεί και που αγαπούσε το άθλημά του αλλά προσπαθούσε να τα καταφέρει χωρίς προπονητή δηλαδή υποβίβαζα την προσπάθειά μου στο επίπεδο του ερασιτέχνη.                                      



Γιατί μόνο εδώ υπάρχει ένα θεραπευτικό σύστημα που έχει παραδοθεί από τον Χριστό στους μαθητές του και απ αυτούς στους δικούς τους μαθητές κ.ο.κ. Ιδού λοιπόν τι σημαίνει Ιερά Παράδοση. Να γιατί ο άνευ διδασκάλου χριστιανισμός οδηγεί σε ατομική και περιορισμένη κατανόηση της Βίβλου που με τη σειρά της οδηγεί σε πλάνες και ατέρμονους κατακερματισμούς των προτεσταντικών συναθροίσεων. Ο Απόστολος Παύλος άραγε στους Κορίνθιους με τους οποίους έμεινε τρία χρόνια τους έγραφε επιστολές ή τους παρέδινε αυτά που είχε παραλάβει από τον Κύριο;  Γιατί η θεραπεία των παθών, θέμα για το οποίο δεν είχα λάβει καμιά μαθητεία και όσους, είναι κάτι που πίσω από την οποία πνευματική μου βιτρίνα κατάλαβα και καταλαβαίνω ότι έχω απόλυτη ανάγκη μέσω της συνεχούς μετάνοιας δηλ. ανακαίνισης του νου, και της ταπείνωσης  για την οποία ελάχιστα κηρύγματα είχα ακούσει κατά τη διάρκεια της περιήγησης μου σε ουκ ολίγες προτεσταντικές συναθροίσεις. Πώς λοιπόν θα μπορούσα πρακτικά να βιώσω τη σωτηρία δια της χάριτος αφού τη χάρη ο θεός τη δίνει στους ταπεινούς; Και τι αξία έχει μια πίστη η οποία πηγάζει από μια υπερήφανη καρδιά; Γιατί η ταπείνωση είναι η συχνότητα στην οποία εκπέμπει ο Θεός και μόνο οι καθαροί στην καρδιά μπορούν να καταλάβουν τα σήματά Του.


Έτσι αντί να εστιάζω στις προϋποθέσεις για να λάβει κάποιος το δώρο της σωτηρίας που είναι η αναγέννηση μέσω του αίματος του Ιησού Χριστού κατάλαβα ότι πιο σπουδαίο είναι η διατήρηση αυτού του δώρου που συναισθάνομαι ότι ο μόνος χώρος που μου το διασφαλίζει είναι η θεραπευτική των πάτερων της εκκλησίας μας.


Κλείνοντας θα ήθελα να καλέσω όλους τους καλοπροαίρετους χριστιανούς να πάνε στο Θεό με ταπείνωση και να ζητήσουν να τους δείξει αν υπάρχει κάτι σε σχέση με την Εκκλησία Του που δεν το έχουν καταλάβει να τους το αποκαλύψει και να τους βοηθήσει τα όποια προσκόμματα θεωρούν ότι υπάρχουν να τους εξηγηθούν.


Επίσης να τονίσω ότι βασική ανάγκη κάθε ανθρώπου είναι να μετατραπεί όχι σε εργαλείο του Θεού -κάτι που είχα εκπαιδευτεί αρκετά- αλλά σε κατοικητήριο του Θεού -κάτι που θα χρειαστώ μια ζωή για να το μάθω, και  με τη χάρη Του μία αιωνιότητα να το ζήσω.

Μαρίνος


Ευχαριστώ πολύ τον Μαρίνο για την δημοσίευση της μεταστροφής του. Ο Χριστός και Οι Άγιοι Πατέρες να φωτίζουν Αενάως τον δρόμο σου.
Sophia Siglitiki Drekou