''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΓΙΟΣΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Άγιο Όρος – Ιερομόναχος Συμεών Γρηγοριάτης: “Ο Αριστοτέλης και ο πατέρας Συμεών”

Ο Αριστοτέλης και ο πατέρας Συμεών

Της ΒΙΚΗΣ ΤΣΙΩΡΟΥ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 19/10/2002

————
Υπάρχουν ακόμη εξαιρετικοί άνθρωποι και με τις δύο έννοιες του όρου; Ναι. Ενας από αυτούς μάλιστα φορά ράσα και οραματίζεται την επόμενη περιπέτεια που θα ζήσει. Ο λόγος, για τον ιερομόναχο πατέρα Συμεών, έναν αναχωρητή ποιητή, συγγραφέα και ζωγράφο, τον κατά κόσμο Μιγκέλ Ανχελ ντε λα Χάρα, ο οποίος ζει, όταν δεν ταξιδεύει στην Κίνα, την Αιθιοπία και αλλού, στο Αγιον Ορος.

Τον συνάντησε πρόσφατα ο συμπατριώτης του, ο γνωστός Περουβιανός συγγραφέας Μάριο Βάργκας Γιόσα, στην Ελλάδα, σε ένα συνέδριο που έγινε στην Ουρανούπολη με θέμα: «Η τραγωδία τότε και τώρα: από τον Αριστοτέλη στην τρίτη χιλιετία».

«Είναι ένας άνδρας 52 ετών -περιγράφει ο Βάργκας Γιόσα με μεγάλη ευαισθησία το συμπατριώτη του- με μακριά γενειάδα και γκρίζα μαλλιά, ανοιχτόχρωμα μάτια και μακριά χέρια που κινούνται, καθώς μιλάει, με την ίδια κομψότητα με την οποία φορά το εντυπωσιακό του ράσο, ενώ στο πέρασμά του συγκεντρώνει τα βλέμματα όλων. Πράγματι, οι Ελληνες που βρίσκονται εδώ, τον περιτριγυρίζουν, τον ακολουθούν, τον πλησιάζουν με μια διάχυτη περιέργεια την οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει με κάποια δυσκολία. Είναι προσηνής, ευγενικός και μιλά αργά, σαν να αγωνίζεται ενάντια στο θόρυβο που προκαλούν τόσες φωνές, τόσος κόσμος, τόση κυκλοφορία, σε αντίθεση με τη σιωπή και την ηρεμία της σκήτης του που βρίσκεται σε μια πλαγιά κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Εκεί προσεύχεται, διαλογίζεται, γράφει και ζωγραφίζει από το 1987, όταν έφυγε από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Εύβοια για να ζήσει ως αναχωρητής στο Αγιον Ορος».

Οπως αναλύει λεπτομερώς στο άρθρο του ο Βάργκας Γιόσα, ο Μιγκέλ Ανχελ ντε λα Χάρα προέρχεται από μια «καλή» οικογένεια της Λίμας, πολλά μέλη της οποίας είναι γνωστοί νομικοί και πολιτικοί. Οι γονείς του, εξαιρετικά προοδευτικοί, όταν στη δεκαετία του ’60 ο γιος τους -εξαιρετικός μαθητής- τους ανακοίνωσε πως δεν θα δώσει εξετάσεις απολυτηρίου «για να μη συμβιβαστεί με το “establishment”» αντί να προκαλέσουν μια ελληνική τραγωδία στο σπίτι, αποδέχθηκαν την απόφασή του. «Από τότε ο Μιγκέλ Ανχελ, ο μετέπειτα Ιερομόναχος Συμεών, ένας νεαρός επαναστάτης και ονειροπόλος, έγινε ο πρώτος Περουβιανός χίπι. Διάβαζε σουρεαλιστές και Ρεμπό, μελετούσε το βουδισμό και τον ταοϊσμό και άφηνε τα μαλλιά του μακριά μέχρι τους ώμους».

Επειτα από επίθεση που δέχθηκε λόγω της εμφάνισής του από κάποιον νεαρό, πράξη που του κόστισε την εισαγωγή του σε νοσοκομείο και αμνησία για κάποιο διάστημα, οι συνετοί γονείς του τον έστειλαν στο εξωτερικό.

«Πήγε στο Λονδίνο και μετά στο Παρίσι και φυσικά αργότερα στην Ινδία και το Νεπάλ, έκανε γιόγκα, μελέτησε το βουδισμό και τον ινδουισμό, αλλά δεν έμεινε εκεί γιατί, όπως λέει ο ίδιος, το θέαμα της διαρκούς αθλιότητας στους δρόμους τού προκάλεσε πρόβλημα στο νευρικό του σύστημα. Ξαναγυρίζει έτσι στο Παρίσι, εγκαθίσταται στο Καρτιέ Λατέν και αρχίζει να μαθαίνει κινέζικα, όταν μια μέρα σε ένα μικρό εστιατόριο εντυπωσιάζεται από έναν κληρικό με φαρδιά ράσα που έτρωγε μόνος του. Ηταν ένας ελληνορθόδοξος μοναχός, ελβετικής καταγωγής, και που η φιλία τους θα άλλαζε ριζικά τη ζωή του. “Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός”. Αυτή η φράση που του είπε στην πρώτη τους συζήτηση παραμένει ακόμη ζωντανή στη μνήμη του, μετά από τριάντα χρόνια. Η πρώτη συνέπεια αυτής της νέας φιλίας ήταν ότι ο Μιγκέλ Ανχελ αντικατέστησε την εκμάθηση των κινέζικων με την αγιογραφία και άρχισε να ζωγραφίζει εικόνες στο ατελιέ του Λεονίντ Ουσπένσκι και να μελετά συγχρόνως θεολόγους και μυστικιστές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το 1972, ύστερα από ένα ταξίδι του στη Σερβία και την Ελλάδα, ασπάστηκε την ορθοδοξία και τον επόμενο χρόνο αποφάσισε να αφοσιωθεί στην Εκκλησία. Εγινε δεκτός στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Εύβοια σε ηλικία 22 ετών χωρίς να μιλά λέξη ελληνικά. “Ηταν μια πολύ όμορφη εμπειρία”, μου εκμυστηρεύτηκε. “Από την πρώτη μέρα στο μοναστήρι κατάλαβα πως επιτέλους είχα βρει αυτό που αναζητούσα”. Οχι μόνο στη θρησκεία, αλλά και στην κουλτούρα και την ελληνική γλώσσα, που διαμόρφωσαν το πνεύμα και την προσωπικότητά του.

Οταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όλη η κοινότητα των μοναχών του Αγίου Γεωργίου μεταφέρθηκε στο Αγιον Ορος, ο πατέρας Συμεών ήξερε να διαβάζει και να γράφει ελληνικά και είχε ήδη αρχίσει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα σ’ αυτή τη γλώσσα. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Αγιον Ορος χρίστηκε ιερέας και το πνευματικό και θεολογικό του έργο άφησε τα ίχνη του στην κοινότητα, ενώ από το 1983 βγαίνει από την Ελλάδα για να δώσει διαλέξεις για την Ορθοδοξία και το Αγιον Ορος. Μία από αυτές μάλιστα στην έδρα του ΝΑΤΟ! Σ’ αυτήν τη δεκαετία δημοσιεύονται τα πρώτα του θρησκευτικά δοκίμια και τα ποιήματά του.

Το τελευταίο “Με ιμάτιον μέλαν” (εκδόσεις Αγρα) περιέχει και χαρακτικά του, μια τέχνη με την οποία ασχολούνταν όταν ήταν νέος στη Λίμα και ξανάπιασε όταν αποσύρθηκε από το μοναστήρι, το 1987, στη σκήτη όπου ζει μέχρι τώρα.

Στη διάλεξή του, στα ελληνικά, ο πατέρας Συμεών εξηγεί πως γι’ αυτόν το να γράφει είναι ένας τρόπος να ζει πιο βαθιά τη φύση που τον περιβάλλει στα βουνά και ένας τρόπος να προσεύχεται και να βρίσκει στιγμιαία λύτρωση και παρηγοριά, ενώ συνέκρινε την ασκητική με την αριστοτελική περιγραφή της κάθαρσης (…).

Ο πατέρας Συμεών φαίνεται να είναι μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις του ανθρώπινου είδους, ικανού να αλλάξει τη ζωή του όσες φορές χρειάζεται, ακόμη και τώρα. Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; Για να μη φθαρεί από τη ρουτίνα και να μη μετατραπεί σε άγαλμα. Για να συνεχίσει να εξερευνά τις απεριόριστες δυνατότητες του κόσμου και της ζωής μέχρι την τελευταία του πνοή, με αυτήν τη χαρωπή περιέργεια με την οποία με ρωτά για τα πάντα που ξέρω και δεν ξέρω (…).

Γιατί με εντυπωσίασε τόσο η γνωριμία μου με τον πατέρα Συμεών ώστε όταν αποχαιρετιστήκαμε να έχω την εντύπωση πως αποχωρίζομαι έναν παλιό και αγαπημένο φίλο; Πρώτα πρώτα για την ανθρωπιά του και επιπλέον γιατί η περίπτωσή του είναι μια απόδειξη πως η τέλεια βιωμένη ελευθερία μπορεί να απελευθερώσει ένα ανθρώπινο ον από όλους τους περιορισμούς -θρησκεία, πατρίδα, κουλτούρα, γλώσσα, έθιμα- που για τους κοινούς πολίτες λειτουργούν στην πράξη σαν τόσους άλλους τόπους συγκέντρωσης, και να τους αντικαταστήσει με άλλους, ελεύθερα επιλεγμένους, σύμφωνα με τις επιθυμίες του και τα όνειρά του.

Παραμένω αγνωστικιστής, οι θρησκευτικές αντιλήψεις με αφήνουν αδιάφορο. Αλλά το να περιορίσω την ιστορία του πατέρα Συμεών σε μια απλή αλλαγή πίστης θα ήταν αφύσικο. Η ιστορία του είναι αυτή ενός αποπροσανατολισμένου νέου χίπι που με θάρρος, ευαισθησία και επιμονή στάθηκε ικανός να αρνηθεί όλες τις εκδοχές της εποχής του, της οικογένειάς του, και της χώρας του και να κατασκευάσει έναν κόσμο στα δικά του μέτρα, με δικό του προορισμό, να φτιάξει μια ζωή που την εμπλούτισε ο ίδιος στη γη του Αριστοτέλη!».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 19/10/2002

Ένα αγαπημένο Πρόσωπο-Μια γλυκιά Μορφή

1155 - Συνέντευξη με τον Συμεών Γρηγοριάτη - Περουβιανό
Η ποίηση ένα είδος προσευχής


CΑPTAINBOOK: Είναι μεγάλη χαρά για μένα να συνομιλώ και πάλι μαζί σου. Είναι τόσο δύσκολο τα τελευταία χρόνια να σε εντοπίσει κανείς. Ευτυχώς που υπάρχει και το ίντερνετ.


[i] Ο Συμεών είναι Περουβιανός ( Miguel Angel de la Jara Higinson, κατά κόσμο) και όμως γνωρίζει τα ελληνικά καλύτερα από τους περισσότερους από εμάς. Είναι αναχωρητής, ταξιδευτής, στοχαστής και ζωγράφος, αλλά πάνω από όλα ποιητής. Ποιητής με όλες τις σημασίες της λέξης.
Πρέπει να τον δει κανείς να ετοιμάζει ένα τσάι για να καταλάβει ότι η ποίηση γι' αυτόν δεν είναι μόνο γραπτός λόγος. Όταν συνομιλείς μαζί του αισθάνεσαι ότι, ενώ βρίσκεται δίπλα σου, ταυτόχρονα ταξιδεύει κάπου αλλού και σε ταξιδεύει.
Και σίγουρα μια συνέντευξη σαν και αυτή δεν είναι δυνατόν να σας μεταδώσει παρά μονάχα ψήγματα της πολύπλευρης προσωπικότητάς του. Ίσως, πάλι, τον γνωρίσετε καλύτερα διαβάζοντας τα βιβλία του, «Συμεών Μνήμα» και «Με ιμάτιον μέλαν» από τις εκδόσεις Άγρα.
Εμείς, οι επιβάτες του CaptainBook.gr, τα έχουμε διαβάσει και από τότε έγιναν μόνιμοι συνοδοιπόροι μας στα τοπία της ποίησης. Ελπίζουμε να γίνουν και δικοί σας.


ΣΥΜΕΩΝ: Και δική μου χαρά.

CB: Κυκλοφορούν κατά καιρούς διάφορες φήμες για σένα: ότι είσαι εξωγήινος, ότι έχεις μια μυστική μηχανή του χρόνου, ότι γίνεσαι αόρατος όποτε θέλεις. Τι έχεις να πεις σχετικά;

Σ: Ότι γίνομαι αόρατος; Μακάρι!... Είμαστε στον κόσμο για να γινόμαστε αόρατοι και να φανερώνουμε το αόρατο, σ' αυτό έγκειται η αρετή. Η φανέρωση στον κόσμο του αόρατου κάλλους: αυτό, και μόνο, είναι η λεγόμενη αρετή. Εγώ, όμως, πιστεύω ότι είμαι, απλώς, ένας ταλαίπωρος...

CB: Πώς βλέπεις τη σχέση ποίησης και ζωγραφικής; Ξέρω ότι έχεις υπηρετήσει και τις δύο.

Σ: Πιστεύω, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ότι η ποίηση είναι ζωγραφική με λόγια και η ζωγραφική, ποίηση με γραμμές και χρώματα... τουλάχιστον η ποίηση και η ζωγραφική που μου αρέσουν.

CB: Τι περιέχουν οι αποσκευές σου όταν ταξιδεύεις στη θάλασσα του γραπτού λόγου;

Σ: Μολύβι και χαρτί στις αποσκευές ή μάλλον στην τσάντα μου. Και έχω μέσα μου μια καρδιά που αισθάνεται...

CB: Θα δούμε άραγε νέα σου ποιήματα ή μεταφράσεις (σαν την εξαιρετική στην «Τέχνη του Γραψίματος» του Λου Τσι) τυπωμένα σύντομα;

Σ: Ετοιμάζεται, τώρα, πάλι από την Άγρα, η έκδοση μιας μικρής συλλογής των ποιημάτων μου στα ισπανικά.

CB: Η ζωγραφική έχει ακόμα σημαντική θέση στις καλλιτεχνικές σου αναζητήσεις;

Σ: Ναι, αλλά περισσότερο γράφω. Γράφω στίχους και πεζό λόγο. Θα τον έλεγε κανείς, ίσως, ποιητικό πεζό λόγο.

CB: Γνωρίζω μερικά βιβλιοπωλεία στην Αθήνα που έχουν σε περίοπτη θέση τα βιβλία σου, ακόμα και αυτά που έχουν εκδοθεί πριν είκοσι χρόνια. Τι έχεις κάνει στους ιδιοκτήτες τους; Μάγια;

Σ: (Γέλια)

CB: Πώς βλέπεις την ελληνική πραγματικότητα γενικά, αλλά και ειδικά σε σχέση με τη βιβλιοπαραγωγή και την τέχνη του γραψίματος;

Σ: Γενικά; Τι να πω εγώ... Καλύτερα θα ήτανε να σιωπώ... Νομίζω - αλλά ίσως να κάνω λάθος- ότι στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία σπανίζουν πολύ οι ευγενείς, οι αριστο-κράτες (όχι, αναγκαστικά, οι εκ γενετής). Να το πω με έναν χριστιανικό ή της ηθικής όρο: σπανίζουν οι ενάρετοι... Το ίδιο ισχύει για την τέχνη του γραψίματος (αν και, τελευταία, δεν παρακολουθώ τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία). Στα κινεζικά η λέξη «ποίημα» αποτελείται αριστερά από το σύμβολο «λέξη» και στα δεξιά από το σύμβολο «ναός». Δεν είναι η ποίηση λατρεία με λέξεις; Ένα είδος προσευχής... όπως και κάθε τέχνη; Πάρα πολλά βιβλία παράγονται στην Ελλάδα και, τα τελευταία χρόνια, γίνονται πολύ ωραίες εκδόσεις, που δύσκολα βρίσκεις ανάλογες αλλού.

CB: Ποιοι συγγραφείς ή ποιητές στάθηκαν για σένα οδηγοί;

Σ: Στην αρχή, όταν ήμουν έφηβος, ο Rimbaud, o Andre Breton και o Lorca, αργότερα η Σαπφώ, ο Πίνδαρος, ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολογος, ο Εμπειρίκος και, βέβαια, ο Πεντζίκης. Τα τελευταία χρόνια με εμπνέουν πολύ οι Κινέζοι και Γιαπωνέζοι ποιητές, όπως ο Li Po, o Wang Wei και ο Basho...

CB: Οι συναντήσεις σου με τον μακαρίτη, τον Πεντζίκη, έχουν περάσει πια στη σφαίρα του θρύλου. Πες μας κάτι γι' αυτόν, αν θέλεις. Ίσως κάποιο περιστατικό που σου έκανε εντύπωση από την εποχή της φιλίας σας.

Σ: Ο Πεντζίκης ήταν ένας άρχοντας, ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος και έξυπνος, ήταν ένας γίγαντας που ανακεφαλαίωνε όλον τον ελληνισμό και κατείχε, επίσης, τη σύγχρονη κουλτούρα. Είχε πολλή αγάπη και ήξερε να γράφει. Με πρόσεξε μόλις έφθασα στην Ελλάδα και παρέμεινα στενός του φίλος μέχρι τον θάνατό του. Μου είπε πριν πεθάνει: «Θέλω να ξέρεις ότι σ' αγαπάμε πολύ, οικογενειακώς σε αγαπάμε», ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα απ' αυτόν. Μου παρέδωσε κάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω: ένα πυρ...

CB: Θέλεις να κάνεις ένα σχόλιο για τη συνάντησή σου με τον Μάριο Βάργκας Γιόσα;
Ήταν ομολογουμένως πολύ κολακευτικό για σένα το άρθρο του στην «Ελ Παΐς».

Σ: Όταν συναντηθήκαμε και είχαμε ένα «τετ α τετ» δεν κατάλαβα ότι θα έγραφε για μένα. Είναι ένας πολύ ανοιχτός και εγκάρδιος άνθρωπος, με λεπτότητα και καλλιέργεια.

CB: Ποια η γνώμη σου για το Captainbook.gr, από όσο πρόλαβες να περιηγηθείς στις σελίδες του; Πρόσεξε τι θα πεις γιατί θα σε αποκηρύξω. (Γέλια).

Σ: Έχετε έναν ενθουσιασμό, ένα μεράκι και, φαίνεται πως έχετε μια επαγγελματικότητα: απαραίτητο πράγμα.

CB: Θέλεις να κάνεις μια ευχή για το ξεκίνημά μας;

Σ: Αφού σηκώσατε πανί, καλό ταξίδι!

CB: Ευχαριστούμε πολύ.

https://www.captainbook.gr/shop/?p=58

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Επειδή οι Ειδήσεις δεν είναι πάντα έτσι, όπως παρουσιάζονται!

COSTA CONCORDIA”: ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΣΤΩΝ
ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ*

Του Ηλία Σιαμέλα**



Είναι πραγματικά δύσκολο να πεις τη γνώμη σου για ένα ναυάγιο, πόσο μάλλον να κρίνεις τα μέλη του πληρώματος και να βγάζεις καταδικαστικές αποφάσεις.

Όμως αυτό δεν ισχύει για τους πολυήχητους δημοσιογράφους των ΜΜΕ. Αυτή η διεθνής κάστα είναι αδίσταχτη και πανούργα. Δε σέβεται την αλήθεια, μα ούτε και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατευθύνει τη γραφίδα ή το λόγο της, εκεί όπου η κυρίαρχη λογική του συστήματος επιτάσσει. Έτσι, κανείς ποτέ δε μαθαίνει τα πραγματικά γεγονότα και τις αιτίες που τα προκαλούν. Αυτοί οι τύποι αγωνίζονται μόνο για να εντυπωσιάσουν την κοινή γνώμη, και να την οδηγήσουν στης παραπληροφόρησης τον χλεμπονιάρη βούρκο. Και ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία η «λιποταξία» του καπετάνιου του Costa Concordia. Αυτή η «πράξη» επικαλύπτει και βολεύει τους πάντες. Από τους πλοιοκτήτες μέχρι τα κράτη και τις πολυεθνικές. Κάτι ανάλογο είχε γίνει και με τον «Ωκεανό» του Ποταμιάνου, που βυθίστηκε τον Αύγουστο του 1991 στ’ ανοιχτά της Νότιας Αφρικής.

Είναι κοινό μυστικό, σ’ όλους όσους ασχολούνται με την επιβατηγό ναυτιλία, ότι ποτέ, κανένας πλοίαρχος, όσο ικανός κι αν είναι, δε μπορεί να χειριστεί με επιτυχία μια επιχείρηση διάσωσης, με έναν τόσο μεγάλο αριθμό επιβαινόντων! Αυτά τα μεγαθήρια που έχουν ναυπηγηθεί και κυκλοφορούν στις θάλασσες, είναι στην κυριολεξία πλωτά φέρετρα, που φέρνουν τη σημαία της απληστίας των χοντρόπετσων πλοιοκτητών, και των χρηματοπιστωτικών καρτέλ, που είναι πίσω τους. Γι’ αυτούς δεν έχει σημασία η ασφάλεια των επιβαινόντων. Αυτή τη γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια.

Θυμάμαι αυτά που μου είχε πει ένας, ελληνικής καταγωγής, επιχειρηματίας στη Βενεζουέλα, όταν τον ρώτησα γιατί αφού είχε συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο στα χέρια του, δεν μεγάλωνε την εταιρεία του. Η απάντησή του περιέκλειε όλη τη σοφία του κόσμου. Μια επιχείρηση, μου είχε πει, είναι σαν την γυναίκα σου. Αν την αφήσεις να παχύνει υπερβολικά, δε θα μπορείς να την αγκαλιάσεις!

Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με τα μεγαθήρια που κατασκεύασαν οι αδίσταχτοι κακοποιοί των καρτέλ του χρήματος. Αυτοί που καλούνται να κουμαντάρουν αυτά τα πλοία – πόλεις, δηλαδή οι καπετάνιοι, σε περίπτωση εγκατάλειψης, είναι αδύνατο να τ’ «αγκαλιάσουν» και να τα θέσουν κάτω από τον έλεγχό τους, αφού έχουν πάνω απ’ το κεφάλι τους χιλιάδες ανθρώπους σε κατάσταση πανικού. Όμως αυτές οι αλήθειες δε βλέπουν ποτέ το φως της δημοσιότητας.

Στο πλοίο «Ωκεανός» του Ποταμιάνου, έγινε η πιο επιτυχημένη επιχείρηση διάσωσης στα παγκόσμια χρονικά. Κάτω από τις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες και με τεράστια κύματα που χιμούσαν ολοζώντανα από το φοβερό ακρωτήριο aghulhas, και με έναν σκυλογδάρτη άνεμο που ξεπερνούσε τα 9 μποφόρ, κατορθώθηκε αυτό που φάνταζε ακατόρθωτο. Παρ’ ότι επέβαιναν στο πλοίο περισσότερα από 600 άτομα, δεν άνοιξε ούτε μύτη. Όμως αυτό το απίστευτο κατόρθωμα κονιορτοποιήθηκε απ’ τον αδίσταχτο εσμό των δημοσιογράφων. Αντί να προσπαθήσουν να μάθουν την αιτία που βυθίστηκε το πλοίο, πιάστηκαν από το γεγονός ότι ο πλοίαρχος δεν εγκατέλειψε τελευταίος το πλοίο.

Πρόθεσή μου δεν είναι να δικαιολογήσω την πράξη του συγκεκριμένου καπετάνιου, αλλά να αποκαταστήσω την ιστορική αλήθεια. Γι’ αυτό μπορώ αβίαστα να πω, ότι η «φυγή» του καπετάνιου, όχι μόνο δεν επηρέασε αρνητικά την όλη εξέλιξη της επιχείρησης διάσωσης, απεναντίας την ενίσχυσε. Η πρωτοβουλία αυτή, σα μια σκέψη ανθρωπιάς και μόνο, ήταν ένα άλμα έξω και πέρα από τις καθιερωμένες μέχρι τότε πρακτικές! Πολύ πριν εγκαταλείψει το πλοίο, είχε παραδώσει τη σκυτάλη στους ειδικά εκπαιδευμένους κομάντος του Ναυτικού της Νότιας Αφρικής. Επειδή κάποιες βάρκες, απ’ αυτές που είχαν εγκαταλείψει το πλοίο, δεν απαντούσαν στις επίμονες κλήσεις μας, πιστέψαμε ότι ίσως να χρειάζονταν κι αυτές βοήθεια. Γι’ αυτό ο καπετάνιος έκρινε ότι έπρεπε να επιβιβασθεί σε ελικόπτερο, για να έχει μια προσωπική αντίληψη για την τύχη των επιβαινόντων. Όμως οι δημοσιογράφοι, λυσσιάρικα πιόνια, κύρια εγγλέζικων ανταγωνιστικών συμφερόντων, άδραξαν την ευκαιρία για να τον κατηγορήσουν ότι εγκατέλειψε τους επιβάτες, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί θύελλα αντιδράσεων, που σάρωσε την υφήλιο. Πέρα όμως από τα αμαρτωλά ΜΜΕ, η ίδια η πλοιοκτήτρια εταιρεία, έκανε πολύ λίγα για την ανατροπή αυτής της προπαγάνδας, γιατί είδε ότι η τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα τη βόλευαν, για να επικαλύψει τις δικές της ευθύνες για τα αίτια του ναυαγίου. Το «Ωκεανός» ναυάγησε επειδή, προκειμένου να προλάβουν το ναύλο, δεν είχαν αντικαταστήσει τη σάπια λαμαρίνα γύρω από την αναρρόφηση της μηχανής, με αποτέλεσμα λόγω της σφοδρής θαλασσοταραχής, να ανοίξει μεγάλη τρύπα, να μπούνε νερά στο πλοίο και να ναυαγήσει.

Σε όλα τα πλοία υπάρχει ένα σχέδιο εγκατάλειψης και είναι όλοι υποχρεωμένοι να το τηρήσουν. Όμως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργείται μια επιχείρηση διάσωσης, είναι κάθε φορά διαφορετικές. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν κανόνες απαραβίαστοι. Πολλοί παράγοντες υπεισέρχονται, που κανένας δε μπορεί προκαταβολικά, ούτε καν να τους φανταστεί.

Στην περίπτωση του «Ωκεανός», σκόπιμα μηδενίστηκε η υπεράνθρωπη προσπάθεια και η τεράστια συμβολή του πλοιάρχου Γιάννη Αβρανά στη διάσωση εκατοντάδων ψυχών, πριν ακόμη φτάσουν τα ελικόπτερα για να παραλάβουν αυτούς, που είχαν εγκλωβιστεί στο πλοίο. Ποιος ήταν ο λόγος που χαρακτηρίστηκε «Coward» ένας πραγματικός ήρωας; Εξετάστηκε ποτέ, ποια ήταν η στρατηγική του καπετάνιου, που οδήγησε σε μια επιτυχία, που δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της ναυσιπλοΐας; Η πρώτη κίνησή του ήταν να κλείσει τις υδατοστεγείς πόρτες. Η δεύτερη, να ρίξει τις άγκυρες, ώστε όχι μόνο να μην παρασυρθεί το πλοίο, αλλά και να επιβραδύνει τη βύθιση του, προκειμένου να υπάρξει χρόνος για την αποβίβαση των ναυαγών. Η τρίτη κίνησή του ήταν να επιβιβάσει πρώτα τα γυναικόπαιδα και τα ευπαθή άτομα σε μια βάρκα, με επικεφαλής τον ύπαρχο, για να τους παραλάβει το πρώτο πλοίο που είχε προστρέξει. Μετά ακολούθησε η συντεταγμένη εκκένωση του πλοίου, με την επιβίβαση των επιβατών και του πληρώματος στις σωσίβιες βάρκες, όσες φυσικά μπόρεσαν να καθελκυστούν, επειδή το πλοίο είχε πάρει κλίση. Πάνω στο πλοίο είχαμε μείνει 170 άτομα και οι βάρκες που είχαν αποβιβάσει στα άλλα πλοία τους ναυαγούς δε μπορούσαν, παρά τις προσπάθειες που έγιναν, να προσεγγίσουν ξανά το πλοίο, για να παραλάβουν τους υπόλοιπους, λόγω του σφοδρού κυματισμού.

Όμως η άλλη κίνηση που είχα κάνει εγώ ο ίδιος, με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς να έχω ενημερώσει τον πλοίαρχο, λειτούργησε συμπληρωματικά, αλλά και καταλυτικά στην όλη εξέλιξη της επιχείρησης διάσωσης.*** Στην αρχή επικοινώνησα με τον λιμενάρχη του Durban και του ζήτησα επιτακτικά, και με όση δύναμη ψυχής διέθετα, να στείλει ελικόπτερα, αλλά και αεροσκάφη να κάνουν ρίψεις ομαδικών σωσιβίων κλπ. Όμως επειδή αργούσε να έρθει η βοήθεια, πάλι με δική μου πρωτοβουλία, ήρθα σε επαφή με τον Θάλαμο Επιχειρήσεων του υπουργείου Ναυτιλίας στην Ελλάδα, και ζήτησα από τον αρμόδιο Αξιωματικό να επικοινωνήσει το γρηγορότερο με το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας μας, για να μεσολαβήσει στην κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, να στείλουν το συντομότερο δυνατόν ελικόπτερα, γιατί θα ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής των εγκλωβισμένων πάνω στο πλοίο. Ακόμη ηχεί στ’ αυτιά μου η απάντηση του έλληνα αξιωματικού: «Μάλιστα κύριε πλοίαρχε, θα κάνουμε αυτό που ζητάτε»!

Όταν ναυαγοί πλέον, φιλοξενούμαστε σε μια στρατιωτική μονάδα, είχα μια συζήτηση με έναν αξιωματικό του Ναυτικού, που μετείχε στην επιχείρηση διάσωσης, και μου είπε ότι του έκανε τεράστια εντύπωση το γεγονός, ότι είχαν φέρει ελικόπτερα από βάσεις που ήσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, και ότι αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε, στην ιστορία της χώρας του. Όταν φτάσαμε στο Durban και πήρα μια εφημερίδα, είχε στην πρώτη σελίδα με πηχυαίους τίτλους την είδηση ότι, έγινε η μεγαλύτερη κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεων στη χώρα, μετά από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο!

Όταν λοιπόν συνέβησαν όλα αυτά, τα οποία έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στη διάσωση τόσων ψυχών, αλλά αγνοήθηκαν σκόπιμα από τα αμαρτωλά ΜΜΕ και όχι μόνο, πώς σήμερα που τ’ ανακαλώ στη μνήμη μου, να μη «γυρίζω τα μάτια / δάκρυα γιομάτα / κατά το παραθύρι», όπως λέει κι ο αγαπητός ποιητής; ****

Όταν κανείς δημοσιογράφος δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει για τις προσπάθειες που έγιναν από το σύνολο σχεδόν του πληρώματος. Για το γεγονός ότι τα χέρια των ναυτών γέμισαν πληγές, στην προσπάθειά τους να αποσυνδέσουν τους γάντζους απ’ τις βάρκες. Όταν εγώ, μόνος, αφού ήδη είχα τελειώσει με τα κύρια καθήκοντά μου, με ένα τσεκούρι που δεν… έκοβε, προσπαθούσα να κόψω τα σχοινιά για να απελευθερώσω τις σχεδίες, που ήσαν δεμένες στην κόντρα γέφυρα, για να πιαστούν οι ναυαγοί, αν ξαφνικά βυθιζόταν το ημιβυθισμένο ήδη πλοίο… Και πόσες άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες πάρθηκαν από τα άλλα μέλη του πληρώματος, που μπορεί τώρα να φαντάζουν ασήμαντες, όμως αυτές οι κινήσεις, αν τα πράγματα εξελισσόντουσαν διαφορετικά, θα έσωζαν δεκάδες ή εκατοντάδες ψυχές.

Όμως η προπαγάνδα ήταν τόσο μεγάλη, η πλύση εγκεφάλου από τους κατευθυνόμενους Οίκους Αποβλάκωσης των ΜΜΕ ήταν τόσο «παραγωγική», που είχε οξειδώσει ακόμη και τη δική μας σκέψη. Είχαμε φτάσει στο σημείο να ντρεπόμαστε εμείς, που είχαμε κάνει τόσα πολλά, για να σώσουμε τόσους ανθρώπους! Κι όλα αυτά στο όνομα των άγριων συμφερόντων που υπηρετούσαν τα ΜΜΕ. Έτσι λοιπόν κάθε φορά, η «φυγή» των πλοιάρχων, και ο σκόπιμος θόρυβος που ακολουθεί, βολεύει κύρια τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, αφού τις βοηθάει να κουκουλώσουν τις ευθύνες τους.

Η ναυπήγηση και η κυκλοφορία πλοίων τεράτων, σαν το Costa Concordia, με την ανοχή των κυβερνήσεων και του Διεθνούς Οργανισμού, που ασχολείται με την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα, είναι ένα διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η ναυπήγηση μικρότερων πλοίων, που να φιλοξενούν έναν λογικό αριθμό επιβατών, για τους σύγχρονους δεινόσαυρους του χρήματος, είναι κάτι το αδιανόητο. Η απληστία, σαν ένα ξεμαλλιασμένο σύννεφο, αρμενίζει πάντα στον άρρωστο ουρανό τους.

Ο κανονισμός, ή κατά κάποιους, το συμβόλαιο τιμής, που θέλει τον πλοίαρχο να φεύγει τελευταίος, είναι ένας θεσμός παρωχημένος, ειδικά για τα επιβατηγά πλοία, όπου πολλές φορές οι συνθήκες επιβάλλουν μια πιο ευέλικτη στρατηγική.

Ο ίδιος κανονισμός υποχρέωνε και τον ασυρματιστή να φεύγει τελευταίος από το πλοίο, μαζί με τον καπετάνιο. Τα συμφέροντα και οι υπάκουες κυβερνήσεις, ποτέ δε θα καταργούσαν έναν τέτοιο κανονισμό. Όμως τον ασυρματιστή τον κατάργησαν!

Σήμερα, τα μέσα επικοινωνίας είναι τέτοια, που επιτρέπουν στον σημερινό καπετάνιο του επιβατικού πλοίου να κινείται πάνω και έξω απ’ αυτό, προκειμένου να επιτηρεί π.χ την επιβίβαση των επιβατών στις βάρκες, όταν η εγκατάλειψη γίνεται από την κύρια έξοδο του βαποριού ή να ενδιαφερθεί για το «στόλο» των σωσίβιων λέμβων, όταν η συνέχιση της επιχείρησης διάσωσης πάνω στο πλοίο βρίσκεται στα χέρια πεπειραμένων κομάντος, όπως έγινε στο «Ωκεανός».

Όμως αυτά τα νέα δεδομένα και οι καινούργιες ιδέες, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Η ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα είναι το τελευταίο που απασχολεί τους ζάπλουτους πλοιοκτήτες. Ειδικά σήμερα που η ανθρωπότητα έχει μπει για καλά στον αστερισμό του τραγικού φασισμού. Δεν είναι ανάγκη να υπάρξει πάλι ο Μουσολίνι. Τον αντικαθιστούν άριστα χιλιάδες εκπαιδευμένα ανθρωπάκια, που τους έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα της «ενημέρωσης» και των εύκολων εντυπώσεων, ώστε να κατευθύνουν την κοινή γνώμη κατά εκεί που προστάζουν τ’ αφεντικά.

Γι’ αυτό είμαι πολύ επιφυλακτικός όταν ακούω πάλι να ξετυλίγεται το ίδιο σενάριο. Ν’ αποκαλούν τον πλοίαρχο του Costa Concordia, “coward”, δηλαδή «δειλό και άνανδρο». Ν’ ανακηρύσσουν τον αξιωματικό της ακτοφυλακής …εθνικό ήρωα, και να μη γίνεται κουβέντα για τις ευθύνες των πλοιοκτητών!

Είναι γνωστό πλέον πως κατασκευάζονται οι μύθοι, και πολλαπλασιάζονται οι αξίες της αγοράς. Σταλαγματιά, σταλαγματιά, με το ύπουλο δάκρυ και το πορνεμένο σάλιο των δημοσιογράφων, γεμίζουν τα θησαυροφυλάκια των πολυεθνικών δεινοσαύρων. Πως αλλιώς θα αποκτούσαν τη χρυσή δύναμη, για να ναυπηγούν χάρτινους πύργους και πλωτές ανοχύρωτες πόλεις, να πνίγουν ανενόχλητα αθώους ανθρώπους και την ευθύνη να την ρίχνουν αποκλειστικά σ’ έναν καπετάνιο, που σαν άνθρωπος μπορεί να λύγισε ή κι ακόμη να τρελάθηκε, όταν κάποια στιγμή θα συνειδητοποίησε, ότι θα έπρεπε να έχει τη δύναμη ενός θεού, ή ενός «τέρατος», για να μπορέσει να διασώσει 4200 ναυαγούς, που βρίσκονταν σε κατάσταση απόλυτου πανικού!

*Το κρουαζιερόπλοιο Costa Concordia ανήκε στην εταιρία “Carnival ”!
**Ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου ήταν Προϊστάμενος Ασυρματιστής στο κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός», που ναυάγησε στις θάλασσες της Νότιας Αφρικής.
***Ζητώ συγγνώμη για το «εγώ». Ήταν αυτό που με είχε κάνει να σιωπήσω όλα τούτα τα χρόνια. Όμως οι καθαρές ιστορίες επιτάσσουν μερικές φορές, για χάρη της αλήθειας, να υπερβαίνουμε ακόμη και τις αρχές μας. Ειδικά τώρα, που η επίθεση των κυβερνήσεων, της εργοδοσίας και των υποχθόνιων κέντρων της δημοσιογραφίας, εναντίον των εργαζόμενων όλου του κόσμου, έχει πάρει κακουργηματικές διαστάσεις.
**** Οδυσσέας Ελύτης.

Σημείωση: Παρακαλώ τους ιταλομαθείς φίλους να μεταφράσουν το παραπάνω κείμενο και να το στείλουν στα ιταλικά blogs. Θα ήταν ένα ελάχιστο δείγμα συμπαράστασης στους αφανείς ήρωες ναυτεργάτες του Costa Concordia.

Παρώρεια Αρκαδίας, 31 Ιανουαρίου 2012