''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Επειδή οι Ειδήσεις δεν είναι πάντα έτσι, όπως παρουσιάζονται!

COSTA CONCORDIA”: ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΣΤΩΝ
ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ*

Του Ηλία Σιαμέλα**



Είναι πραγματικά δύσκολο να πεις τη γνώμη σου για ένα ναυάγιο, πόσο μάλλον να κρίνεις τα μέλη του πληρώματος και να βγάζεις καταδικαστικές αποφάσεις.

Όμως αυτό δεν ισχύει για τους πολυήχητους δημοσιογράφους των ΜΜΕ. Αυτή η διεθνής κάστα είναι αδίσταχτη και πανούργα. Δε σέβεται την αλήθεια, μα ούτε και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατευθύνει τη γραφίδα ή το λόγο της, εκεί όπου η κυρίαρχη λογική του συστήματος επιτάσσει. Έτσι, κανείς ποτέ δε μαθαίνει τα πραγματικά γεγονότα και τις αιτίες που τα προκαλούν. Αυτοί οι τύποι αγωνίζονται μόνο για να εντυπωσιάσουν την κοινή γνώμη, και να την οδηγήσουν στης παραπληροφόρησης τον χλεμπονιάρη βούρκο. Και ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία η «λιποταξία» του καπετάνιου του Costa Concordia. Αυτή η «πράξη» επικαλύπτει και βολεύει τους πάντες. Από τους πλοιοκτήτες μέχρι τα κράτη και τις πολυεθνικές. Κάτι ανάλογο είχε γίνει και με τον «Ωκεανό» του Ποταμιάνου, που βυθίστηκε τον Αύγουστο του 1991 στ’ ανοιχτά της Νότιας Αφρικής.

Είναι κοινό μυστικό, σ’ όλους όσους ασχολούνται με την επιβατηγό ναυτιλία, ότι ποτέ, κανένας πλοίαρχος, όσο ικανός κι αν είναι, δε μπορεί να χειριστεί με επιτυχία μια επιχείρηση διάσωσης, με έναν τόσο μεγάλο αριθμό επιβαινόντων! Αυτά τα μεγαθήρια που έχουν ναυπηγηθεί και κυκλοφορούν στις θάλασσες, είναι στην κυριολεξία πλωτά φέρετρα, που φέρνουν τη σημαία της απληστίας των χοντρόπετσων πλοιοκτητών, και των χρηματοπιστωτικών καρτέλ, που είναι πίσω τους. Γι’ αυτούς δεν έχει σημασία η ασφάλεια των επιβαινόντων. Αυτή τη γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια.

Θυμάμαι αυτά που μου είχε πει ένας, ελληνικής καταγωγής, επιχειρηματίας στη Βενεζουέλα, όταν τον ρώτησα γιατί αφού είχε συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο στα χέρια του, δεν μεγάλωνε την εταιρεία του. Η απάντησή του περιέκλειε όλη τη σοφία του κόσμου. Μια επιχείρηση, μου είχε πει, είναι σαν την γυναίκα σου. Αν την αφήσεις να παχύνει υπερβολικά, δε θα μπορείς να την αγκαλιάσεις!

Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με τα μεγαθήρια που κατασκεύασαν οι αδίσταχτοι κακοποιοί των καρτέλ του χρήματος. Αυτοί που καλούνται να κουμαντάρουν αυτά τα πλοία – πόλεις, δηλαδή οι καπετάνιοι, σε περίπτωση εγκατάλειψης, είναι αδύνατο να τ’ «αγκαλιάσουν» και να τα θέσουν κάτω από τον έλεγχό τους, αφού έχουν πάνω απ’ το κεφάλι τους χιλιάδες ανθρώπους σε κατάσταση πανικού. Όμως αυτές οι αλήθειες δε βλέπουν ποτέ το φως της δημοσιότητας.

Στο πλοίο «Ωκεανός» του Ποταμιάνου, έγινε η πιο επιτυχημένη επιχείρηση διάσωσης στα παγκόσμια χρονικά. Κάτω από τις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες και με τεράστια κύματα που χιμούσαν ολοζώντανα από το φοβερό ακρωτήριο aghulhas, και με έναν σκυλογδάρτη άνεμο που ξεπερνούσε τα 9 μποφόρ, κατορθώθηκε αυτό που φάνταζε ακατόρθωτο. Παρ’ ότι επέβαιναν στο πλοίο περισσότερα από 600 άτομα, δεν άνοιξε ούτε μύτη. Όμως αυτό το απίστευτο κατόρθωμα κονιορτοποιήθηκε απ’ τον αδίσταχτο εσμό των δημοσιογράφων. Αντί να προσπαθήσουν να μάθουν την αιτία που βυθίστηκε το πλοίο, πιάστηκαν από το γεγονός ότι ο πλοίαρχος δεν εγκατέλειψε τελευταίος το πλοίο.

Πρόθεσή μου δεν είναι να δικαιολογήσω την πράξη του συγκεκριμένου καπετάνιου, αλλά να αποκαταστήσω την ιστορική αλήθεια. Γι’ αυτό μπορώ αβίαστα να πω, ότι η «φυγή» του καπετάνιου, όχι μόνο δεν επηρέασε αρνητικά την όλη εξέλιξη της επιχείρησης διάσωσης, απεναντίας την ενίσχυσε. Η πρωτοβουλία αυτή, σα μια σκέψη ανθρωπιάς και μόνο, ήταν ένα άλμα έξω και πέρα από τις καθιερωμένες μέχρι τότε πρακτικές! Πολύ πριν εγκαταλείψει το πλοίο, είχε παραδώσει τη σκυτάλη στους ειδικά εκπαιδευμένους κομάντος του Ναυτικού της Νότιας Αφρικής. Επειδή κάποιες βάρκες, απ’ αυτές που είχαν εγκαταλείψει το πλοίο, δεν απαντούσαν στις επίμονες κλήσεις μας, πιστέψαμε ότι ίσως να χρειάζονταν κι αυτές βοήθεια. Γι’ αυτό ο καπετάνιος έκρινε ότι έπρεπε να επιβιβασθεί σε ελικόπτερο, για να έχει μια προσωπική αντίληψη για την τύχη των επιβαινόντων. Όμως οι δημοσιογράφοι, λυσσιάρικα πιόνια, κύρια εγγλέζικων ανταγωνιστικών συμφερόντων, άδραξαν την ευκαιρία για να τον κατηγορήσουν ότι εγκατέλειψε τους επιβάτες, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί θύελλα αντιδράσεων, που σάρωσε την υφήλιο. Πέρα όμως από τα αμαρτωλά ΜΜΕ, η ίδια η πλοιοκτήτρια εταιρεία, έκανε πολύ λίγα για την ανατροπή αυτής της προπαγάνδας, γιατί είδε ότι η τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα τη βόλευαν, για να επικαλύψει τις δικές της ευθύνες για τα αίτια του ναυαγίου. Το «Ωκεανός» ναυάγησε επειδή, προκειμένου να προλάβουν το ναύλο, δεν είχαν αντικαταστήσει τη σάπια λαμαρίνα γύρω από την αναρρόφηση της μηχανής, με αποτέλεσμα λόγω της σφοδρής θαλασσοταραχής, να ανοίξει μεγάλη τρύπα, να μπούνε νερά στο πλοίο και να ναυαγήσει.

Σε όλα τα πλοία υπάρχει ένα σχέδιο εγκατάλειψης και είναι όλοι υποχρεωμένοι να το τηρήσουν. Όμως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργείται μια επιχείρηση διάσωσης, είναι κάθε φορά διαφορετικές. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν κανόνες απαραβίαστοι. Πολλοί παράγοντες υπεισέρχονται, που κανένας δε μπορεί προκαταβολικά, ούτε καν να τους φανταστεί.

Στην περίπτωση του «Ωκεανός», σκόπιμα μηδενίστηκε η υπεράνθρωπη προσπάθεια και η τεράστια συμβολή του πλοιάρχου Γιάννη Αβρανά στη διάσωση εκατοντάδων ψυχών, πριν ακόμη φτάσουν τα ελικόπτερα για να παραλάβουν αυτούς, που είχαν εγκλωβιστεί στο πλοίο. Ποιος ήταν ο λόγος που χαρακτηρίστηκε «Coward» ένας πραγματικός ήρωας; Εξετάστηκε ποτέ, ποια ήταν η στρατηγική του καπετάνιου, που οδήγησε σε μια επιτυχία, που δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της ναυσιπλοΐας; Η πρώτη κίνησή του ήταν να κλείσει τις υδατοστεγείς πόρτες. Η δεύτερη, να ρίξει τις άγκυρες, ώστε όχι μόνο να μην παρασυρθεί το πλοίο, αλλά και να επιβραδύνει τη βύθιση του, προκειμένου να υπάρξει χρόνος για την αποβίβαση των ναυαγών. Η τρίτη κίνησή του ήταν να επιβιβάσει πρώτα τα γυναικόπαιδα και τα ευπαθή άτομα σε μια βάρκα, με επικεφαλής τον ύπαρχο, για να τους παραλάβει το πρώτο πλοίο που είχε προστρέξει. Μετά ακολούθησε η συντεταγμένη εκκένωση του πλοίου, με την επιβίβαση των επιβατών και του πληρώματος στις σωσίβιες βάρκες, όσες φυσικά μπόρεσαν να καθελκυστούν, επειδή το πλοίο είχε πάρει κλίση. Πάνω στο πλοίο είχαμε μείνει 170 άτομα και οι βάρκες που είχαν αποβιβάσει στα άλλα πλοία τους ναυαγούς δε μπορούσαν, παρά τις προσπάθειες που έγιναν, να προσεγγίσουν ξανά το πλοίο, για να παραλάβουν τους υπόλοιπους, λόγω του σφοδρού κυματισμού.

Όμως η άλλη κίνηση που είχα κάνει εγώ ο ίδιος, με δική μου πρωτοβουλία, χωρίς να έχω ενημερώσει τον πλοίαρχο, λειτούργησε συμπληρωματικά, αλλά και καταλυτικά στην όλη εξέλιξη της επιχείρησης διάσωσης.*** Στην αρχή επικοινώνησα με τον λιμενάρχη του Durban και του ζήτησα επιτακτικά, και με όση δύναμη ψυχής διέθετα, να στείλει ελικόπτερα, αλλά και αεροσκάφη να κάνουν ρίψεις ομαδικών σωσιβίων κλπ. Όμως επειδή αργούσε να έρθει η βοήθεια, πάλι με δική μου πρωτοβουλία, ήρθα σε επαφή με τον Θάλαμο Επιχειρήσεων του υπουργείου Ναυτιλίας στην Ελλάδα, και ζήτησα από τον αρμόδιο Αξιωματικό να επικοινωνήσει το γρηγορότερο με το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας μας, για να μεσολαβήσει στην κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, να στείλουν το συντομότερο δυνατόν ελικόπτερα, γιατί θα ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής των εγκλωβισμένων πάνω στο πλοίο. Ακόμη ηχεί στ’ αυτιά μου η απάντηση του έλληνα αξιωματικού: «Μάλιστα κύριε πλοίαρχε, θα κάνουμε αυτό που ζητάτε»!

Όταν ναυαγοί πλέον, φιλοξενούμαστε σε μια στρατιωτική μονάδα, είχα μια συζήτηση με έναν αξιωματικό του Ναυτικού, που μετείχε στην επιχείρηση διάσωσης, και μου είπε ότι του έκανε τεράστια εντύπωση το γεγονός, ότι είχαν φέρει ελικόπτερα από βάσεις που ήσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, και ότι αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε, στην ιστορία της χώρας του. Όταν φτάσαμε στο Durban και πήρα μια εφημερίδα, είχε στην πρώτη σελίδα με πηχυαίους τίτλους την είδηση ότι, έγινε η μεγαλύτερη κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεων στη χώρα, μετά από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο!

Όταν λοιπόν συνέβησαν όλα αυτά, τα οποία έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στη διάσωση τόσων ψυχών, αλλά αγνοήθηκαν σκόπιμα από τα αμαρτωλά ΜΜΕ και όχι μόνο, πώς σήμερα που τ’ ανακαλώ στη μνήμη μου, να μη «γυρίζω τα μάτια / δάκρυα γιομάτα / κατά το παραθύρι», όπως λέει κι ο αγαπητός ποιητής; ****

Όταν κανείς δημοσιογράφος δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει για τις προσπάθειες που έγιναν από το σύνολο σχεδόν του πληρώματος. Για το γεγονός ότι τα χέρια των ναυτών γέμισαν πληγές, στην προσπάθειά τους να αποσυνδέσουν τους γάντζους απ’ τις βάρκες. Όταν εγώ, μόνος, αφού ήδη είχα τελειώσει με τα κύρια καθήκοντά μου, με ένα τσεκούρι που δεν… έκοβε, προσπαθούσα να κόψω τα σχοινιά για να απελευθερώσω τις σχεδίες, που ήσαν δεμένες στην κόντρα γέφυρα, για να πιαστούν οι ναυαγοί, αν ξαφνικά βυθιζόταν το ημιβυθισμένο ήδη πλοίο… Και πόσες άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες πάρθηκαν από τα άλλα μέλη του πληρώματος, που μπορεί τώρα να φαντάζουν ασήμαντες, όμως αυτές οι κινήσεις, αν τα πράγματα εξελισσόντουσαν διαφορετικά, θα έσωζαν δεκάδες ή εκατοντάδες ψυχές.

Όμως η προπαγάνδα ήταν τόσο μεγάλη, η πλύση εγκεφάλου από τους κατευθυνόμενους Οίκους Αποβλάκωσης των ΜΜΕ ήταν τόσο «παραγωγική», που είχε οξειδώσει ακόμη και τη δική μας σκέψη. Είχαμε φτάσει στο σημείο να ντρεπόμαστε εμείς, που είχαμε κάνει τόσα πολλά, για να σώσουμε τόσους ανθρώπους! Κι όλα αυτά στο όνομα των άγριων συμφερόντων που υπηρετούσαν τα ΜΜΕ. Έτσι λοιπόν κάθε φορά, η «φυγή» των πλοιάρχων, και ο σκόπιμος θόρυβος που ακολουθεί, βολεύει κύρια τις πλοιοκτήτριες εταιρείες, αφού τις βοηθάει να κουκουλώσουν τις ευθύνες τους.

Η ναυπήγηση και η κυκλοφορία πλοίων τεράτων, σαν το Costa Concordia, με την ανοχή των κυβερνήσεων και του Διεθνούς Οργανισμού, που ασχολείται με την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα, είναι ένα διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η ναυπήγηση μικρότερων πλοίων, που να φιλοξενούν έναν λογικό αριθμό επιβατών, για τους σύγχρονους δεινόσαυρους του χρήματος, είναι κάτι το αδιανόητο. Η απληστία, σαν ένα ξεμαλλιασμένο σύννεφο, αρμενίζει πάντα στον άρρωστο ουρανό τους.

Ο κανονισμός, ή κατά κάποιους, το συμβόλαιο τιμής, που θέλει τον πλοίαρχο να φεύγει τελευταίος, είναι ένας θεσμός παρωχημένος, ειδικά για τα επιβατηγά πλοία, όπου πολλές φορές οι συνθήκες επιβάλλουν μια πιο ευέλικτη στρατηγική.

Ο ίδιος κανονισμός υποχρέωνε και τον ασυρματιστή να φεύγει τελευταίος από το πλοίο, μαζί με τον καπετάνιο. Τα συμφέροντα και οι υπάκουες κυβερνήσεις, ποτέ δε θα καταργούσαν έναν τέτοιο κανονισμό. Όμως τον ασυρματιστή τον κατάργησαν!

Σήμερα, τα μέσα επικοινωνίας είναι τέτοια, που επιτρέπουν στον σημερινό καπετάνιο του επιβατικού πλοίου να κινείται πάνω και έξω απ’ αυτό, προκειμένου να επιτηρεί π.χ την επιβίβαση των επιβατών στις βάρκες, όταν η εγκατάλειψη γίνεται από την κύρια έξοδο του βαποριού ή να ενδιαφερθεί για το «στόλο» των σωσίβιων λέμβων, όταν η συνέχιση της επιχείρησης διάσωσης πάνω στο πλοίο βρίσκεται στα χέρια πεπειραμένων κομάντος, όπως έγινε στο «Ωκεανός».

Όμως αυτά τα νέα δεδομένα και οι καινούργιες ιδέες, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Η ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα είναι το τελευταίο που απασχολεί τους ζάπλουτους πλοιοκτήτες. Ειδικά σήμερα που η ανθρωπότητα έχει μπει για καλά στον αστερισμό του τραγικού φασισμού. Δεν είναι ανάγκη να υπάρξει πάλι ο Μουσολίνι. Τον αντικαθιστούν άριστα χιλιάδες εκπαιδευμένα ανθρωπάκια, που τους έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα της «ενημέρωσης» και των εύκολων εντυπώσεων, ώστε να κατευθύνουν την κοινή γνώμη κατά εκεί που προστάζουν τ’ αφεντικά.

Γι’ αυτό είμαι πολύ επιφυλακτικός όταν ακούω πάλι να ξετυλίγεται το ίδιο σενάριο. Ν’ αποκαλούν τον πλοίαρχο του Costa Concordia, “coward”, δηλαδή «δειλό και άνανδρο». Ν’ ανακηρύσσουν τον αξιωματικό της ακτοφυλακής …εθνικό ήρωα, και να μη γίνεται κουβέντα για τις ευθύνες των πλοιοκτητών!

Είναι γνωστό πλέον πως κατασκευάζονται οι μύθοι, και πολλαπλασιάζονται οι αξίες της αγοράς. Σταλαγματιά, σταλαγματιά, με το ύπουλο δάκρυ και το πορνεμένο σάλιο των δημοσιογράφων, γεμίζουν τα θησαυροφυλάκια των πολυεθνικών δεινοσαύρων. Πως αλλιώς θα αποκτούσαν τη χρυσή δύναμη, για να ναυπηγούν χάρτινους πύργους και πλωτές ανοχύρωτες πόλεις, να πνίγουν ανενόχλητα αθώους ανθρώπους και την ευθύνη να την ρίχνουν αποκλειστικά σ’ έναν καπετάνιο, που σαν άνθρωπος μπορεί να λύγισε ή κι ακόμη να τρελάθηκε, όταν κάποια στιγμή θα συνειδητοποίησε, ότι θα έπρεπε να έχει τη δύναμη ενός θεού, ή ενός «τέρατος», για να μπορέσει να διασώσει 4200 ναυαγούς, που βρίσκονταν σε κατάσταση απόλυτου πανικού!

*Το κρουαζιερόπλοιο Costa Concordia ανήκε στην εταιρία “Carnival ”!
**Ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου ήταν Προϊστάμενος Ασυρματιστής στο κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός», που ναυάγησε στις θάλασσες της Νότιας Αφρικής.
***Ζητώ συγγνώμη για το «εγώ». Ήταν αυτό που με είχε κάνει να σιωπήσω όλα τούτα τα χρόνια. Όμως οι καθαρές ιστορίες επιτάσσουν μερικές φορές, για χάρη της αλήθειας, να υπερβαίνουμε ακόμη και τις αρχές μας. Ειδικά τώρα, που η επίθεση των κυβερνήσεων, της εργοδοσίας και των υποχθόνιων κέντρων της δημοσιογραφίας, εναντίον των εργαζόμενων όλου του κόσμου, έχει πάρει κακουργηματικές διαστάσεις.
**** Οδυσσέας Ελύτης.

Σημείωση: Παρακαλώ τους ιταλομαθείς φίλους να μεταφράσουν το παραπάνω κείμενο και να το στείλουν στα ιταλικά blogs. Θα ήταν ένα ελάχιστο δείγμα συμπαράστασης στους αφανείς ήρωες ναυτεργάτες του Costa Concordia.

Παρώρεια Αρκαδίας, 31 Ιανουαρίου 2012

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ : Άθεος στα 14

Παραμένοντας στον χώρο της προσωπικής σας εμπειρίας, ήθελα να ρωτήσω αν θεωρείτε ότι το γεγονός πως μεγαλώσατε ως αγγλικανός και στραφήκατε αργότερα στην Ορθοδοξία, έδωσε στο έργο σας την ικανότητα που έχει να αγγίζει ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά ή και θρησκευτικά περιβάλλοντα, και να τους φέρνει έτσι σε επαφή με την ορθόδοξη παράδοση.
Είναι αλήθεια ότι οι γονείς μου ανήκαν στην Αγγλικανική Εκκλησία και ότι μου έδωσαν ανατροφή χριστιανική. Όταν ήμουν δεκατεσσάρων, για έξι μήνες, είχα πεισθεί ότι ήμουν άθεος, αλλιώς, καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, ήμουν οπωσδήποτε κοντά στον χριστιανισμό. Ειδικά η αγγλικανική παράδοση μέσα στην οποία μεγάλωσα, και κυρίως στο σχολείο μου στο Λονδίνο, τη Σχολή του Ουέστμινστερ, βρισκόταν πολύ κοντά στην Ορθοδοξία. Η ανακάλυψη λοιπόν της Ορθοδοξίας ήταν, για μένα, η ανακάλυψη ενός κόσμου ξένου, αλλά που ταυτόχρονα αισθάνθηκα αμέσως ότι ήταν δικός μου. Βρήκα στην Ορθοδοξία μια πληρότητα αλήθειας και ζωής που δεν μπορούσα να βρω στον Αγγλικανισμό. Θα χρησιμοποιήσω την έκφραση «ζώσα παράδοση», τη συνέχεια, δηλαδή, με την αρχαία εκκλησία, αλλά και με την περίοδο των Πατέρων της Εκκλησίας και των οικουμενικών συνόδων: συνέχεια που δεν ήταν θεολογική αλλά εκφραζόταν μέσα από την καθημερινή πρακτική.
Τι έχει λοιπόν να προσφέρει η Ορθοδοξία στον σύγχρονο άνθρωπο;
Προσφέρει πολλά, αλλά πάνω απ’ όλα, πιστεύω ότι προσφέρει έναν τρόπο προσευχής.Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς μια ιδεολογία, μια κοσμοθεωρία. Δεν είναι απλώς φιλοσοφικές ιδέες ή ηθικοί κανόνες.
Η Ορθοδοξία συνεπάγεται μια προσωπική εμπειρία του Θεού. Οπότε, αυτό που πρώτα απ’ όλα θεωρώ πολύτιμο στην Ορθοδοξία είναι η θεία λειτουργία. Η παράδοση των πνευματικών οδηγών, η πίστη που μας διαβιβάζεται με τρόπο προσωπικό, μέσα από την επαφή μας με τον πνευματικό μας πατέρα ή την πνευματική μας μητέρα, είναι το δεύτερο εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο στην Ορθοδοξία. Το τρίτο στοιχείο, που συνδέεται στενά με το δεύτερο, είναι η ορθόδοξη παράδοση της μυστικής προσευχής, και ειδικά της προσευχής του Ιησού: η παράδοση του ησυχασμού και της «Φιλοκαλίας».Η μετάφραση της «Φιλοκαλίας» στις γλώσσες του δυτικού κόσμου είχε μια τελείως απρόσμενη και ισχυρή επίδραση. Παρότι η «Φιλοκαλία» είναι ένα δύσκολο βιβλίο, μίλησε στις καρδιές πολλών ανθρώπων που βρίσκονται μακριά από τον ορθόδοξο κόσμο ή ακόμη και από τον χριστιανισμό.
Αυτά είναι λοιπόν ορισμένα από τα πράγματα τα οποία πιστεύω ότι μπορούμε να συνεισφέρουμε ως ορθόδοξοι. Αυτά τα πράγματα, όμως προϋποθέτουν την ορθόδοξη πίστη. Θα έχαναν την αξία τους αν δεν στηρίζονταν πάνω της. Για πολλούς ανθρώπους, η Ορθοδοξία είναι ένας κόσμος άγνωστος· άσχετος. Αλλά εάν εμείς οι ορθόδοξοι θελήσουμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας με τρόπο συγκροτημένο, όχι επαναλαμβάνοντας απλώς φράσεις σαν τους παπαγάλους, αλλά με τρόπο διορατικό, σαν τους αετούς, τότε οι άνθρωποι θα θελήσουν πράγματι να μας ακούσουν.

Αγγελική Λαΐου

Στήβεν Ράνσιμαν: ένας άνθρωπος που ποτέ δεν βαρέθηκε

Από το The New Griffon, Περιοδική Έκδοση της Γενναδίου Βιβλιοθήκης.


ΛΑΜΠΕΡΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ, όπως ο Στήβεν Ράνσιμαν, είναι σπάνιες. Ακόμη σπανιότερα τέτοιοι άνθρωποι γίνονται ιστορικοί. Σπάνια,τέλος, αποσπούν την αγάπη και το σεβασμό όχι μόνο των ειδικών του κλάδου τους, αλλά και του ευρέος κοινού, και δη σε ξένη χώρα. Στην Ελλάδα,ο Στήβεν Ράνσιμαν ήταν πολύ αγαπητός, και για πολλούς ανθρώπους Ράνσιμαν σημαίνει Βυζάντιο. Αυτό έχει τη σημασία του στη χώρα μας, γιατί ούτε το Βυζάντιο είναι από όλους αποδεκτό ως μια σημαντική περίοδος στην ιστορία του ελληνισμού, ούτε η ιστορία γενικά έχει πια την αίγλη πού την περιέβαλε, και τη διδακτική ικανότητα που της απέδιδαν στο παρελθόν. Ο Στήβεν Ράνσιμαν όμως έσπασε τα πολλαπλά φράγματα.

Η προσωπικότητά του και η πλούσια και ιδιόρρυθμη ζωή του τον έκαναν έναν άνθρωπο που από την πρώτη γνωριμία εντυπωσίαζε και προκαλούσε το ενδιαφέρον του συνομιλητή του. Τον θυμάμαι σε μια σκηνή που θα μου μείνει αξέχαστη. Έτυχε να βρισκόμαστε μαζί, επισκέπτες σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο κάπου στο γεωγραφικό κέντρο της Αμερικής. Οι φοιτητές που άκουγαν τις διαλέξεις μας ήταν όλοι προπτυχιακοί, έξυπνα παιδιά, αλλά με ελάχιστες γνώσεις περί Βυζαντίου. Ο Ράνσιμαν τους μάγεψε. Θυμάμαι να κάθονται στο πάτωμα, γύρω από την καρέκλα του, και να κρέμονται από το στόμα του, μαγεμένοι από τις ιστορίες που τους έλεγε για το Βυζάντιο, για τα Βαλκάνια, για την Ιστορία. Είναι πολύ δύσκολο να συναρπάσει κανείς ένα τέτοιο ακροατήριο με τέτοια θέματα.

Όταν πέθανε ο Στήβεν Ράνσιμαν, οι νεκρολογίες που δημοσιεύθηκαν τόσο στις ελληνικές όσο και στις αγγλικές εφημερίδες ανέφεραν, μεταξύ άλλων, την αριστοκρατική του καταγωγή και τις επαφές του όχι μόνο με τις βασιλικές οικογένειες ευρωπαϊκών κρατών αλλά και με τον τελευταίο αυτοκράτορα της Κίνας, με τον όποιο έπαιζε ντουέτα στο πιάνο. Μίλησαν για τις σχέσεις του με ολόκληρη την ανώτερη τάξη της Αγγλίας -την κοινωνική και την ακαδημαϊκή- και τη γνωριμία του με προσωπικότητες όπως ο Τζον Μ. Κέυνς ή ο Γκάι Μπέρτζες. Έγραψαν, ακόμη, για τα ταξίδια του και για τη σχεδόν απίστευτη σύμπτωση, αν ήταν σύμπτωση, να βρίσκεται σε διάφορες χώρες σε στιγμές όπου διαδραματίζονταν επικίνδυνα αλλά, φυσικά, σημαντικά γεγονότα: στην Κίνα το 1924, όταν η χώρα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Το 1940 στη Σόφια, όπου κατέληξε μετά από μακρύ ταξίδι (Λονδίνο-Κέιπ Τάουν-Κάιρο, Βουλγαρία) και όπου έμεινε ως τη στιγμή που έφθασαν οι Γερμανοί, τον Μάρτιο του 1941. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου δίδαξε Βυζαντινή Ιστορία καί Τέχνη από το 1942 ως το 1945. και όπου εθεωρείτο πράκτορας των Άγγλων. Στην Αθήνα, από το 1945 ως το 1947, ως διευθυντής του Βρετανικού Συμβουλίου και μέλος της δυναμικής τριανδρίας Ράνσιμαν, Όσμπερτ Λάνκαστερ (στην πρεσβεία) και Πάτρικ Λή Φέρμορ (στο Βρετανικό Ινστιτούτο). Για όλες αυτές τις στιγμές μιας ζωής που ήταν γεμάτη περιπέτειες είχε να πει ιστορίες που μάγευαν τον συνομιλητή του.

Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που αναφέρθηκα στο συγκεκριμένο κομμάτι της ζωής του. Ο λόγος είναι ότι η ζωή του και η επιστήμη του ήταν στενά συνδεδεμένες σε μιαν ωραία και δημιουργική αρμονία. Ενδιαφερόταν βαθιά για κάθε τι ανθρώπινο, από τα αντικείμενα της καλλιτεχνικής δημιουργίας μέχρι τις διεργασίες της ανθρώπινης συναναστροφής. Από τις ιδέες και αξίες του πνεύματος μέχρι την καθημερινή ζωή. Ζούσε τη ζωή ως ιστορικός και η ιστορία που συνέγραφε ήταν ζωντανή, και γραμμένη πάντα με βαθύ ενδιαφέρον για την εποχή και για τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν. Ένας άλλος μεγάλος μεσαιωνολόγος του 20ού αιώνα, ο Ανρί Πιρέν, έλεγε:«J'aime l'histoire parce que j'aime la vie». Νομίζω ότι αυτό περιγράφει ακριβώς τον Στήβεν Ράνσιμαν. Ήταν ένας άνθρωπος πού ποτέ δεν βαρέθηκε στη ζωή του. Και αυτή η ζωντάνια χαρακτήριζε τόσο την κουβέντα του όσο και τις διαλέξεις του και το γράψιμό του. Το είπε,άλλωστε, και ο ίδιος σε μιαν ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στο New Yorker: «Πάντα αγαπούσα τις ιστορίες και τους ανθρώπους, και πάντα μου άρεσε να προσπαθώ να καταλάβω τις ωραίες ιστορίες του παρελθόντος».

Ο Στήβεν Ράνσιμαν ήταν ένας από τους τελευταίους μεγάλους ιστορικούς της αφηγηματικής σχολής. Η ιστορία, για τον Ράνσιμαν, είναι η αφήγηση σημαντικών γεγονότων, σημαντικών θεσμών και σημαντικών ανθρώπων που άλλαξαν την ανθρώπινη μοίρα, με σκοπό τη βαθύτερη κατανόηση της ανθρωπότητας. Τα θέματα που διάλεγε ήταν μεγάλα: η Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό οθωμανική κατοχή, ο βυζαντινός πολιτισμός, η ιστορία των Σταυροφοριών -από την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Ομάρ, το 638, ως την πτώση του βασιλείου της Άκρας το 1291. Σίγουρα, καθοριστικές στιγμές στην ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής. Τα επεξεργαζόταν με την πρόθεση και το σκοπό να συγγράψει την ιστορία με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Διάβαζε όλες τις πηγές χρησιμοποιώντας, για την Ιστορία των Σταυροφοριών,για πρώτη φορά ολόκληρο το υλικό -πηγές βυζαντινές, δυτικοευρωπαϊκές, αραβικές, αρμενικές, συριακές. Ο ίδιος έλεγε ότι δεν πρέπει ο ιστορικός να πνίγεται σε λεπτομέρειες ή να περιορίζεται σ' αυτές. Στα μεγάλα έργα του Ράνσιμαν η αφήγηση των γεγονότων είναι λεπτομερής. Όμως, ποτέ δεν χάνεται μέσα στη λεπτομέρεια ο ιστορικός, δουλειά και καθήκον του οποίου είναι να συνθέτει: να βλέπει, πέρα από τα συγκεκριμένα γεγονότα, τη μεγάλη και πολυσύνθετη εικόνα,τις ρίζες της στο παρελθόν, τη σημασία της για το μέλλον.

Η αφηγηματική ιστορία, η ιστορία του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, δεν ήταν της μόδας στη διεθνή Ιστοριογραφία επί πολλές δεκαετίες μετά τον πόλεμο. Άλλες ιστορικές σχολές, η σχολή των Annales, η οικονομική σχολή με μια βραχύβια παρέκκλιση στην οικονομετρία, η στρουκτουραλιστική σχολή, η αποδομητική σχολή ήταν πολύ περισσότερο στη μόδα. Μόνο σχετικά πρόσφατα έχουν αρχίσει οι ιστορικοί να επανέρχονται στην αφηγηματική ιστορία, που σιγά σιγά αποκτά πάλι ενδιαφέρον, θα δούμε με τι αποτελέσματα. Ο Στήβεν Ράνσιμαν γνώριζε τα νέα ρεύματα, όμως ο ίδιος παρέμενε πιστός στο είδος της Ιστορίας που θεωρούσε το πιο αποτελεσματικό.

Η καλή αφηγηματική ιστορία έχει ορισμένες προδιαγραφές, εκτός από αυτές που ήδη ανέφερα, δηλαδή τη βαθιά γνώση των πηγών και των γεγονότων. Απαιτεί αφηγηματικό ταλέντο και ωραία γλώσσα. Στην αγγλική ιστοριογραφική παράδοση,μεγάλοι ιστορικοί που έγραφαν ωραία, γλαφυρά και λόγια αγγλικά υπήρξαν αρκετοί. Για το Βυζάντιο και τη γνώση των Αγγλοσαξόνων περί αυτού ήταν δυστύχημα που ο Έντουαρντ Γκίμπον, ο οποίος απεχθανόταν βαθύτατα το Βυζάντιο, ήταν μεγάλος στιλίστας που χειριζόταν την αγγλική γλώσσα σχεδόν σαν μουσικό όργανο. Έτσι, το έργο του« Ή παρακμή και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» έγινε κλασικό, διαβάστηκε από περίπου όλους τους αγγλόφωνους λογίους και διαμόρφωσε μιαν αρνητική εικόνα για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι μια εικόνα που εξακολουθεί να σαγηνεύει -παρ' όλο που είναι απολύτως ξεπερασμένη επιστημονικά- γιατί είναι γραμμένη σε θαυμάσια αγγλικά. Αντίστοιχα, μεγάλο ευτύχημα για την ιστορία του Βυζαντίου υπήρξε το γεγονός ότι ο Στήβεν Ράνσιμαν ήταν και αυτός συγγραφέας που έγραφε με κομψότητα λόγου και γλαφυρότητα. Ο Ράνσιμαν ανήκει στη σχολή των ιστορικών που θεωρούν την ιστορία όχι μόνον επιστήμη αλλά και τέχνη, και χειρίζονται τη γλώσσα με δύναμη και χάρη. Τον έχω αποκαλέσει αντί-Γκίμπον,γιατί έχει αφήσει κείμενα αξέχαστα, που με τη σίγουρη πένα του ταλαντούχου συγγραφέα αποτυπώνουν στη συνείδηση του αναγνώστη εικόνες εντελώς διαφορετικές από του Γκίμπον. Η Ιστορία των Σταυροφοριών είναι ένα αριστούργημα της αφηγηματικής γραφής, εφάμιλλο των καλύτερων Ιστορικών κειμένων στην αγγλική γλώσσα. Ο ίδιος αναγνώριζε τη σημασία της καλής γραφής, και έλεγε ότι όταν συνέθετε ένα κείμενο, το διάβαζε μουρμουριστά, για να βεβαιωθεί ότι ο ρυθμός της γλώσσας ήταν σωστός και το κείμενο έρρεε. Ίσως είναι κακία να προσθέσω εδώ ότι ένας από τους λόγους που η αφηγηματική ιστορία γνώρισε ύφεση είναι ακριβώς το ότι οι ιστορικοί με ευρεία παιδεία και με βαθιά γνώση των σπουδαίων λογοτεχνικών κειμένων έχουν λιγοστέψει.

Έγραφε, λοιπόν, ο Στήβεν Ράνσιμαν με μια γλαφυρότητα που έκανε τα βιβλία του ευχάριστα στην ανάγνωση. Συγχρόνως,ήταν από τους ιστορικούς του Βυζαντίου που αγαπούσαν και σεβόντουσαν το αντικείμενο της επιστημονικής τους ενασχόλησης. Δυστυχώς, η αγγλοσαξονική σχολή των βυζαντινολόγων έχει να επιδείξει σοβαρούς επιστήμονες, με τίτλους και με πειστικότητα, οι οποίοι μισούσαν το Βυζάντιο -είτε επειδή το έβλεπαν σκοταδιστικό, είτε επειδή θεωρούσαν τη θρησκεία αρνητικό φαινόμενο, είτε γιατί το Βυζάντιο δεν ήταν η Αρχαία Ελλάδα ή, αντιστρόφως, η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ας μην προσθέσω εδώ και τα αμαρτήματα της «φιλελεύθερης» ιστοριογραφίας, και ας αναφερθώ μόνο ακροθιγώς στο γεγονός ότι και στη νεότερη Ελλάδα υπάρχει μια βαθύτατα αρνητική θεώρηση του Βυζαντίου, όχι από τους ειδικούς, αλλά από σημαντικό μέρος του μορφωμένου κοινού.

Ο Ράνσιμαν, αντίθετα, καταλάβαινε πολύ καλά το Βυζάντιο. Το θεωρούσε την πιο πολιτισμένη και φωτισμένη κοινωνία του Μεσαίωνα και, κατά τη γνώμη μου, είχε δίκιο. Ήταν επίσης ένας από τους λίγους μη Έλληνες ιστορικούς που έβλεπαν στο Βυζάντιο τη μεσαιωνική φάση του ελληνισμού -όπως άλλωστε έβλεπε και τη συνέχεια με τον ελληνισμό υπό οθωμανική κατοχή. Αυτή ήταν η μεγάλη συμβολή του στην ιστοριογραφία του Βυζαντίου. Ήταν ένας ιστορικός άμεμπτος από τη δυτικοευρωπαϊκή σκοπιά, διότι δεν ήταν Έλληνας καί δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για ελληνοκεντρισμό. Συγχρόνως ήταν ιστορικός με βαθιά γνώση των πηγών, ο οποίος έγραψε για το Βυζάντιο με αγάπη και εκτίμηση, σε μια γλώσσα σαγηνευτική. Τα βιβλία του ανατυπώνονται και διαβάζονται με ευχαρίστηση από τους φοιτητές, τους ειδικούς και το κοινό. Και αυτό είναι μια συμβολή σπουδαία, που έχει αντέξει στο χρόνο.

Δεν αναφέρθηκα στο σπουδαιότερο έργο του Στήβεν Ράνσιμαν,την «Ιστορία των Σταυροφοριών». Έχω μιλήσει επανειλημμένα γι' αυτό, κι έτσι θεώρησα ότι αλλού έπρεπε να εστιάσω τη σύντομη παρουσίασή μου. Δεν μπορεί, όμως, να μείνει αμνημόνευτο αυτό το μεγαλόπνοο έργο, το οποίο για πρώτη φορά παρουσίασε τις Σταυροφορίες ως μια κοσμοϊστορική συνάντηση και σύγκρουση τριών κόσμων -του βυζαντινού, του ισλαμικού και της Δυτικής Ευρώπης. Ο Ράνσιμαν κατανόησε τη σημασία των Σταυροφοριών ως ενός διεθνούς κινήματος που κατέληξε στην καταστροφή του σπουδαιότερου μεσαιωνικού πολιτισμού, του πολιτισμού των Χριστιανών της Ανατολής, οι οποίοι ήταν, όπως λέει ο ίδιος, τα κύρια θύματα. Είναι από τους λίγους δυτικοευρωπαίους μελετητές των Σταυροφοριών που καταδίκασε το κίνημα σαφώς και κατηγορηματικώς. Το καταδίκασε «ως μια μακρόχρονη πράξη μισαλλοδοξίας εν ονόματι του Θεού, που συνιστά αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος». Είδα με ενδιαφέρον ότι η νεκρολογία στους “Times” του Λονδίνου βρίσκει στα λόγια αυτά, με τα οποία καταλήγει η Ιστορία των Σταυροφοριών, ένα είδος αυτοτιμωρίας, αυτομαστιγώματος της Δύσης. Πράγμα που σημαίνει ότι η ετυμηγορία του Ιστορικού για τις Σταυροφορίες βρήκε το στόχο της και εξακολουθεί να ενοχλεί.

Ο Ράνσιμαν έλεγε ότι, όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, το Βυζάντιο ήταν μια παραμελημένη εποχή. Το έργο του αλλά και η παρουσία του, η φιλία του με τόσους έλληνες λογίους, λογοτέχνες και ιστορικούς, η πειστικότητα του λόγου του, ο ενθουσιασμός του για το Βυζάντιο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός σοβαρότερου ενδιαφέροντος για τη μεγαλειώδη αυτήν εποχή τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.