''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

O Ορφέας


Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ορφέας γεννήθηκε στην περιοχή της Θράκης και καταγόταν κατά απ’ τους Κίκονες ενώ σύμφωνα με την ιστορία από τους Οδρύσες Θράκες. Ήταν του Οιάγρου βασιλιά της Θράκης και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε σε μια σπηλιά όρος Ελικών στα Λείβηθρα στην Πίμπλεια της Πιερίας και από νήπιο ακόμα έδειξε την αγάπη του και την κλίση του στην μουσική.
Αδελφός του ήταν ο τραγουδιστής Λίνος που δίδαξε τον Ηρακλή τραγούδι και μουσική (κατά την μυθολογία, ο νεαρός Ηρακλής θύμωσε κάποτε με τον Λίνο και τον σκότωσε άθελά του χτυπώντας τον πολύ στο κεφάλι με την λύρα του).

Ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας του δίδαξε την μουσική και του χάρισε την λύρα του. Ο Ορφέας έπαιζε τόσο αρμονικά τη λύρα και τραγουδούσε τόσο γλυκά, που λένε ότι και τα αγρίμια ακόμη του δάσους μαζεύονταν γύρω του για να τον ακούσουν. Ακόμα και τα δένδρα και οι βράχοι μετακινούνται για να έρθουν να ακούσουν τη μουσική του.

Το όνομα Ορφέας δεν συναντάται ούτε στον Όμηρο ούτε στον Ησίοδο, αλλά ήταν γνωστό την εποχή του Ιβυκού (περ. 530 π.Χ.). Ο Πίνδαρος (522-442 π.Χ) αναφέρεται σ? αυτόν ως «ο πατέρας των τραγουδιών».

Ο Ορφέας πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία με τον Ιάσονα και τους άλλους μυθικούς ήρωες. Με τη μουσική της λύρας του κοίμησε το δράκο που φύλαγε το χρυσόμαλο δέρας και έτσι μπόρεσε να το κλέψει ο Ιάσονας. Στον δρόμο της επιστροφής, γλίτωσε τους Αργοναύτες από τις Σειρήνες και την παγίδα τους παίζοντας τόσο δυνατά και αρμονικά που ξεπέρασε σε ομορφιά, δύναμη και μαγεία το τραγούδι των Σειρήνων.

Πολύ νέος ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου σπούδασε τη θεολογία και τη φιλοσοφία. Αιγύπτιοι ιερείς, πολλά χρόνια αργότερα, πληροφόρησαν τον Πλάτωνα ότι ο Ορφέας είχε περάσει από τα σχολεία τους όπως ο Λυκούργος και ο Σόλωνας.

Αυτή η μυθική προσωπικότητα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη θρησκευτική ζωή των αρχαίων προγόνων μας γιατί όπως μας λέει ο Απολλόδωρος, ο αρχαίος ιστορικός και μυθογράφος, ο Ορφέας είναι αυτός που καθιέρωσε τα Μυστήρια του Διόνυσου. «Εύρε δε Ορφεύς και τα Διονυσίου Μυστήρια, και τέθαπται περί την Πιερίαν, διασπασθείς υπό των Μαινάδων».

Επίσης παροιμιώδης έμεινε ο έρωτας του για την Ευρυδίκη. Η Ευρυδίκη, η αγαπημένη σύζυγος του Ορφέα, μια μέρα που έτυχε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του βοσκού Αρισταίου, τσιμπήθηκε από ένα φίδι που ήταν κρυμμένο στα χόρτα. Το τσίμπημα ήταν θανατηφόρο.
Ο Ορφέας μη μπορώντας να απαλύνει τον πόνο του αποφάσισε να κατέβει στον Άδη να την αναζητήσει. Ο Πλούτωνας δέχτηκε να του την επιστρέψει με έναν όρο, να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ανεβούν στην επιφάνεια της γης. Ο Ορφέας δεν κρατήθηκε όμως, και λίγο πριν φτάσουν στη γη του φωτός γυρίζει γρήγορα να δει αν τον ακολουθούσε και τότε αυτή χάθηκε για πάντα από τα μάτια του. Η ιστορία με αυτή τη μορφή ανήκει στην εποχή του Βιργιλίου, ο οποίος πρώτος εισάγει το όνομα του Αρισταίου. Και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, ωστόσο, μιλούν για την επίσκεψη του Ορφέα στον κάτω κόσμο.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι καταχθόνιοι θεοί του «παρουσίασαν μία εμφάνιση» της Ευρυδίκης. Ο Οβίδιος λέει πως ο θάνατος της Ευρυδίκης δεν προκλήθηκε από την δραπέτευσή της από τον Αρισταίο αλλά από τον χορό της με τις Ναϊάδες τη μέρα του γάμου της.
Σύμφωνα με μία περίληψη της Ύστερης Αρχαιότητας ενός χαμένου έργου του Αισχύλου, ο Ορφέας στο τέλος της ζωής του περιφρόνησε την λατρεία όλων των θεών εκτός από του ήλιου, τον οποίο αποκαλούσε Απόλλωνα. Ένα πρωινό ανέβηκε το όρος Παγγαίον (όπου ο Διόνυσος είχε ένα μαντείο) για να χαιρετήσει τον θεό κατά την ανατολή, αλλά σκοτώθηκε από Θρακικές Μαινάδες επειδή δεν τιμούσε τον πρώην προστάτη του, τον Διόνυσο. Είναι σημαντικό πως ο θάνατός του είναι ανάλογος με το θάνατο του Διονύσου.
Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις XI) επίσης αφηγείται πως οι Θρακικές Μαινάδες, ακόλουθοι του Διονύσου, περιφρονημένες από τον Ορφέα, αρχικά του έριξαν ραβδιά και πέτρες ενώ έπαιζε, αλλά η μουσική του ήταν τόσο όμορφη που ακόμα και οι πέτρες και τα κλαδιά αρνιόντουσαν να τον χτυπήσουν. Εξαγριωμένες, οι Μαινάδες τον έσκισαν σε κομμάτια κατά τη φρενίτιδα των Βακχικών τους οργίων.

Ο διαμελισμός του Ορφέα, από τις Μαινάδες και ειδικότερα του ταξίδι του κεφαλιού του διαμέσου των υδάτων στη Λέσβο δημιουργούν μια ιερή γεωγραφία, γιατί βλέπουμε ότι εκεί δημιουργείται ένα ιερό και το κεφάλι συνεχίζει να δίνει χρησμούς για αρκετό καιρό.

Μία άλλη παράδοση μας λέει ότι τον Ορφέα κατακεραύνωσε ο Δίας επειδή αποκάλυπτε τα ιερά μυστικά στους ανθρώπους.

Η συνολική θεώρηση των Ορφικών αποδεικνύει πως ο Ορφέας ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο και όχι απλά το αποκύημα της φαντασίας ορισμένων.

Ο Ορφέας είναι ιδρυτής μιας θρησκείας που στη συνέχεια ίδρυσε τα Ορφικά Μυστήρια. Συνδέεται άμεσα με τον Απόλλωνα και αυτό δείχνει τον Ηλιακό χαρακτήρα του Θεού. Βλέπουμε τον Ορφέα να συμβολίζει τον Ήλιο, ο οποίος όταν είναι στον ουρανό γίνεται ζωοδότης για όλα τα όντα. Η σύζυγός του Ευρυδίκη, που το όνομά της ήταν ένα από τα ονόματα που δίνουν στην Αυγή, επιβεβαιώνει την Ηλιακή προέλευση του Μύθου. Η κάθοδος στον Άδη συμβολίζει την νυχτερινή πορεία του Ήλιου που σ’ αυτό το μύθο φαίνεται σαν την αναζήτηση της αγαπημένης του Ευρυδίκης (Αυγή) που όταν βγαίνει ο Ήλιος αυτή χάνεται. Το ότι ο Ορφέας μπορούσε να ανεβαίνει και να κατεβαίνει στον Άδη, χωρίς τρομερές μάχες και εμπόδια, μας δηλώνει ότι ήταν μυημένος σε μεγάλα μυστήρια και ότι μπορούσε να κυριαρχεί στον θάνατο. Η δύναμη που είχε το παίξιμο της λύρας του μας δηλώνει την αρμονία που μπορεί να εκδηλωθεί με τη μουσική και πώς αυτή μπορεί να επηρεάζει όλα τα Όντα.
Ο Ορφέας ήταν μία από τις πιο σημαντικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Σ’ αυτόν ο μύθος αποδίδει τη μεταρρύθμιση των Ελευσινίων Μυστηρίων, την επιπρόσθεση της λατρείας του Διονύσου στο αρχαίο τελετουργικό. Σε ολόκληρη την ιστορία του εμφανίζεται αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στις υψηλές σφαίρες του Πνεύματος και στις σφαίρες της ύλης, ανάμεσα στον Απόλλωνα και το Διόνυσο. Αντιπροσωπευτική μορφή του ήρωα, σημαίνει ότι έχει κάποια υπεράνθρωπη διάσταση. Τραγουδάει πάνω απ’ όλα τη ζωή και το νόημά της.

Σ’ ένα απόσπασμα που διασώθηκε από τον Πρόκλο (Εις Τίμαιον 38,7) αναφέρεται: «Ου μόνον οι μαθηματικοί λέγουσι περί του μη παν κλίμα προς ανθρώπων οίκησιν σύμμετρον (κατάλληλο) αλλά και ο Ορφεύς ουτωσί διορίζων».

Η Ορφική θεολογία κυριάρχισε για αιώνες στον Ελληνικό χώρο και άσκησε τεράστια επίδραση «Άπασα γαρ παρ? Έλλησι θεολογία της Ορφικής εστί μυσταγωγία έκγονος» όπως λέει ο Πρόκλος.
http://www.goldenchain.gr/goldenchain1/index.php?option=com_content&task=view&id=18&Itemid=28


TA ΟΡΦΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Ο Ορφέας στάθηκε το έμψυχο πνεύμα της ιερής Ελλάδας , αυτός που αφύπνισε τη θεία ψυχή. Η επτάχορδη λύρα του αγκαλιάζει το σύμπαν. Κάθε χορδή της αντιστοιχεί σ’ ένα ρυθμό της ανθρώπινης ψυχής ,περιέχει το νόμο μιας επιστήμης και μιας τέχνης. Η θεουργική και διονυσιακή ώθηση, που κατόρθωσε να μεταδώσει στην Ελλάδα ο Ορφέας, μεταφέρθηκε μέσα απ’ αυτήν σε όλη την Ευρώπη. Εμφανίστηκε στη Θράκη ήταν βασιλικής καταγωγής και με τη μελωδική φωνή του ασκούσε παράδοξη έλξη. Ξαφνικά ο νέος αυτός εξαφανίστηκε. Έλεγαν ότι πέθανε, ότι κατέβηκε στον Άδη. Είχε φύγει για την Αίγυπτο όπου μυήθηκε και ξαναγύρισε μετά από πολλά χρόνια με ένα όνομα μύησης που πήρε από τους δασκάλους του. Τώρα ονομαζόταν Ορφέας ή Άρφα που σημαίνει «Εκείνος που γιατρεύει με το φως».

Οι ιερείς της Ροδόπης υποδέχτηκαν τον μύστη της Αιγύπτου σαν σωτήρα. Σε λίγο η επίδρασή του θα εισχωρήσει σε όλα τα ιερά της Ελλάδας. Αυτός καθιέρωσε τη βασιλεία του Δία στη Θράκη και του Απόλλωνα στους Δελφούς, που έβαλε τις βάσεις του Αμφικτιονικού Συνεδρίου, το οποίο υπήρξε η κοινοτική ενότητα της Ελλάδας. Τέλος με τη δημιουργία των Μυστηρίων διαμόρφωσε τη θρησκευτική ψυχή της πατρίδας του. Στην κορυφή της της μύησης συγχώνευσε τη θρησκεία του Δία με τη θρησκεία του Διονύσου, σε μια παγκόσμια σκέψη. Οι μύστες ασπάζονταν από τα διδάγματά του το αγνό φως των υπέρτατων αληθειών. Κι αυτό το ίδιο φως έφθανε ως τον λαό κάπως μετριασμένο, όχι όμως και λιγότερο ευεργετικό, κάτω από το πέπλο της ποίησης και των μαγευτικών γιορτών. Κατ’ αυτό τον τρόπο έγινε ο αρχιερέας της Θράκης, μέγας ιερέας του Ολυμπίου Δία, και για τους μύστες αυτός που αποκάλυπτε τον Ουράνιο Διόνυσο.

Ο μύθος της Ευριδίκης έχει μεγάλο ενδιαφέρον , αλλά όχι σαν ιστορία αγάπης. Είναι ένα θεολογικό κομμάτι που οικειοποιήθηκε στην αρχή ο Διόνυσος. Η Σεμέλη, η πρασινισμένη γη, προβάλλει από κάτω, χρόνο με το χρόνο μαζί της έρχεται κι ο Διόνυσος ,ενώ εξαιτίας κάποιου αισθήματος ιπποτισμού οι άντρες είπαν ότι πηγαίνει για τη φέρει. Ο ρόλος του Διόνυσου περνά στον Ορφέα. Πάντως το πάντρεμα μεταξύ του Διονύσου Ζαγρέα και του Ορφισμού δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ο Ορφέας ως ιερέας του Διονύσου σφετερίστηκε την ανάστασή και το θάνατό του απ’ όπου ξεπήδησε η όμορφη ιστορία αγάπης. Εύκολα προστέθηκε ένα στοιχείο-ταμπού, κοινό σε πολλές πρωτόγονες ιστορίες. Χθόνιες τελετές συχνά επικαλούνταν εμπεριέχοντας την ιδέα «να μην στραφεί κάποιος πίσω» (αμεταστραπί). Στα Ορφικά Μυστήρια υπήρχαν διάφορες τελετουργίες εξαγνισμού, οι διάφορες αποχές όπως η απαγόρευση της κρεοφαγίας. Ο Ορφισμός επηρέασε και τον Πυθαγόρα που έγινε ζηλωτής του τρόπου έκφρασης του Ορφέα. Στα χρόνια δε του Πεισίστρατου ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουν τα γνήσια Ορφικά από τα Πυθαγόρεια. Όσοι μυούνταν στα Ορφικά Μυστήρια τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια μυστικές διατάξεις , οι οποίες είχαν μεγάλης ομοιότητα με τις Πυθαγορικές αρχές. (Αποτελούνταν από 9 βαθμούς και διαιρούνταν σε 3 κατηγορίες.

Σε αυτά που αφορούσαν τη διαμόρφωση του ανθρώπου κι έδειχναν την προέλευσή του, σε αυτά που δίδασκαν τις δυνάμεις της φύσης, τις ποικιλίες των οργάνων των διαφόρων μορφών και μεγάλα και ιερά στα οποία δεν έπρεπε να αναφέρουν ούτε λέξη για την ύπαρξή τους.
Στην πρώτη ομάδα μυούνταν άντρες και γυναίκες και υποβάλλονταν σε πενταετή σιγή. Στη δεύτερη μυούνταν μόνο εξαγνισμένοι στο σώμα και στο νου και καθαροί από ανομήματα. Στην τρίτη μυούνταν μόνο φωτισμένοι και εμπνευσμένοι νέοι και αγνές κοπέλες με ψυχικό κάλλος).
Οι Ορφικοί Ύμνοι , μύθοι και εξορκισμοί αν και γραμμένοι σε διαφορετικές εποχές από διαφορετικούς συγγραφείς ,(μολονότι το όνομα του Ορφέα αρκετές φορές δεν αναφέρεται πουθενά) εκφράζουν θέματα που εντάσσονται στα πλαίσια του Ορφισμού, μιας ονομασίας που έφτασε να είναι θρησκευτική τάση αν και μερικοί μελετητές τον θεωρούν ως θρησκεία που είχε εισαχθεί από άλλες χώρες, ενώ άλλοι ως αίρεση και άλλοι ως ρεύμα ελληνικής προέλευσης με ξένες επιδράσεις (όπως η αντίληψη της Ορφικής Κοσμογονίας με το Κοσμικό Αυγό και η αθανασία της Ψυχής με την αντίληψη του Ορφικού Τροχού ή του Κύκλου του ακατάπαυστου εξαγνισμού.

Πριν το 1910 στο Σουφλί, όπως και στα υπόλοιπα μέρη του Έβρου, υπήρχε μια μυστική οργάνωση, της οποίας μέλη ήταν διάφοροι πρόκριτοι Σουφλιώτες, όπως οι γιατροί Αθανάσιος Μπρίκας και Παντελής Λεφάκης με επικεφαλής τον Υπολοχαγό του Ελληνικού Στρατού και γραμματέα, το Γεώργιο Μπρίκα (μετέπειτα βουλευτή και γερουσιαστή) πού συνεργάζονταν με το ελεύθερο κράτος και ιδιαίτερα με τον πρόξενο της Αλεξανδρούπολης.Η μυστική αυτή οργάνωση είχε εισάγει στο Σουφλί και πολλά όπλα (300περίπού γκράδες). Έτσι τα παλληκάρια του Σουφλίου βρέθηκαν οπλισμένα με την κήρύξη του Βαλκανικού πολέμού (1912).

Το Σουφλί είναι καθ’ όλα έτοιμο πια, ύστερα από τις προετοιμασίες, που είδαμε παραπάνω, να πάρει μέρος στον πόλεμο. Ένα σώμα αντάρτικο από 150 παλληκάρια, οπλισμένα καλά με τους γκράδες που ξέθαβαν, από όσου τους είχαν Θαμμένούς και με αρχηγούς μερικούς λιποτάχτες Σουφλιώτες του τούρκικού στρατού, έσπεύσε αμέσως με την κήρύξη του πολέμου να στήσει τα λημέρια του στη Γκίμπρενα, μια βουνοκορφή οχτώ χιλιόμετρα από το Σουφλί. Με ορμητήριο την απρόσιτη αυτή βουνοκορφή, από την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμού άρχισε να παρενοχλέι τους Τούρκους.

Πρώτη τους δουλειά ήταν να ανατινάξούν τη σιδηροδρομική γέφύρα, στη θέση «Μαγκάζ» για να κόψουν τη συγκοινωνία με το Δεδέ-Αγάτς (Αλεξανδρούπολη). Η τοποθεσία Μαγκάζ βρίσκεται έξι χιλιόμετρα νότια του Σουφλίου, ανάμεσα στα χωριά Λυκόφη και Κορνοφωλιά.

Στο μεταξύ, τα Συμμαχικά στρατεύματα κατόρθωσαν να αποκόψουν τα τούρκικά στρατεύματα της Δυτικής Μακεδονίας και Θράκης με τις επιθέσεις τους, να πολιορκήσούν την Αδριανούπολη έτσι ώστε το Διδυμότειχο και το Σουφλί να βρεθούν μόνο με τις τούρκικές αρχές χωρίς να περιμένούν βοήθεια από πουθενά. Μέσα σ αυτή τη σύγχύση οι Τούρκοι φυλακίζούν αρκετούς Σουφλιώτες πρόκριτούς, με σκοπό να τους στείλούν στην Κωνσταντινούπολη. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε, γιατί οι αντάρτες εν τω μεταξύ είχαν ανατινάξει και τη γέφυρα της Μάνδρας. Οι αντάρτες είχαν καταλάβει όλες τις διόδούς του Σουφλίου. Οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Σουφλί και να περάσουν πέρα από τον Έβρο στο τούρκικό χωριό Εντέ-Κιόϊ, για να σωθούν.

Από τη στιγμή αυτή το Σουφλί βρίσκεται ελεύθερο στα χέρια των ανταρτών, χωρίς τούρκικές αρχές. Ο φόβος, όμως, της επιστροφής των Τούρκων είναι διάχυτος. Οι φόβοι δεν αργούν να επαληθευτούν. Είναι 12 Οκτωβρίου του 1912. Τα φυλάκια πού φύλαγαν στο » Μαγκάζ » αντιλήφθηκαν το πρωί μια αμαξοστοιχία να έρχεται από την Αλεξανδρούπολη προς το Σουφλί. Το τραίνο ήταν υποχρεωμένό νασταματήσει στο Μαγκάζ, γιατί η γέφυρα ήταν, όπως προειπώθηκε, ανατιναγμένη από τις πρώτες μέρες του πολέμού.

Μόλις ξημέρωσε οι φύλακες αντιλήφθηκαν Τούρκους στρατιώτες να τρέχούν να καταλάβούν τις κορυφές των απέναντι λόφων και να αναπτύσσονται σαν σε μάχη. Οι Τούρκοι, πού ήταν πολύ περισσότεροι από τους Έλληνες, προσπάθησαν να τους κυκλώσούν. Άρχισε το τουφεκίδι. Η μάχη του Μαγκαζιού κράτησε ως το μεσημέρι, οπότε οι Τούρκοι κατόρθωσαν να υπερφαλαγγίσούν τους υπερασπιστές της περιοχής και να τους αναγκάσούν να τραπούν σε άτακτη φυγή προς το Σουφλί.

Οι Κορνοφωλιώτες, πού από το πρωί παρακολουθούσαν τη μάχη με ανησυχία, μόλις είδαν τους Σουφλιώτες να υποχωρούν , εγκατέλειψαν τα πάντα κι άρχισαν να φεύγούν προς το Σουφλί. Ας σημειωθεί ότι η μάχη αυτή γινόταν σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων από το χωριό τους.Με την άφιξη, όμως, των πρώτων Κορνοφωλιωτών, οι Σουφλιώτες πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη τους, άλλοι από το δρόμο προς τα Λάβαρα-Διδυμότειχο και άλλοι προς τα βουνά, για τα χωριά Γιαννούλη – Σιδηρώ.

Οι Τούρκοι, εν τω μεταξύ, έφτασαν στο μοναστήρι της Κορνοφωλιάς, δύο χιλιόμετρα από το χωριό. Αφού το πυρπόλησαν, έπιασαν τον ηγούμένο Πορφύριο και μετά από βασανιστήρια, τον κατάσφαξαν. Ο καλόγερος του μοναστηριού Παπαϊλαρίων κατόρθωσε να πηδήξει από τα παράθύρα και να σωθεί.Μετά το μοναστήρι σειρά είχε το χωριό, το οποίο κατέστρεψαν εκ θεμελίων. Η μάχη στο Μαγκάζ συνεχιζόταν όμως, παρόλη την υποχώρηση των Σουφλιωτών, οι οποίοι δεν εννοούσαν να θέλούν να αφήσούν τους Τούρκους να περάσούν εύκολα, γιατί ήξεραν τι περιμένει την πατρίδα τους. Κατέλαβαν έτσι τα υψώματα του Μισιλίμ, απ’ όπού ήταν υποχρεωμένοι να περάσούν οι Τούρκοι προκειμένού να κατευθυνθούν προς το Σουφλί. Όμως οι Τούρκοι μη γνωρίζοντας αν υπάρχει στρατός στο Σουφλί είτε από φόβο είτε από ικανοποίηση υποχώρησαν προς την Αλεξανδρούπολη.

Στο τέλος, το Σουφλί σώθηκε από πιθανό ολοκαύτωμα των Τούρκων σαν από Θαύμα. Εκείνο το βράδύ το Σουφλί ήταν τελείως άδειο από κατοίκούς. Μόνο λίγα παλληκάρια έμειναν κι αυτά κυνηγημένα.Μόνο σαν έφύγαν οι Τούρκοι, ξαναγύρισαν οι Σουφλιώτες και πάλι όμως μόνο για λίγο, επειδή καινούργιες σύμφορές τους περίμεναν.

Στις 24-10-1912 με τη φρούδα ελπίδα ότι η Βουλγαρία Θα έχει γίνει πραγματική σύμμαχος της Ελλάδος, οι Εβρίτες υποβοήθησαν το Βουλγαρικό στρατό να αιχμαλωτίσει δυνάμεις της Τούρκικής Μεραρχίας του Γερβάν Πασά, νότια από το Σουφλί, στην περιοχή Λύρας Προβατώνος Ταύρης – Πέπλου.

Για άλλη μια φορά ο Ελληνισμός του Έβρου πρόβαλε τη δύναμή του και το πάθος του για την ελευθερία. Όμως οι Βούλγαροι είχαν παράλογες εδαφικές αβιώσεις από τους συμμάχούς τους Ελλάδα και Σερβία.

Σαλτικοί (Λάβαρα Έβρου), (Ανάμεσα στο Σουφλί και το Διδυμότειχο)

Τριακόσιοι περίπου κάτοικοι και μια Ελληνική ομάδα αιφνιδίασαν και διέλυσαν Τουρκική στρατιωτική μονάδα, το βράδυ, την ώρα που ξεκουραζόταν στη θέση » Κούρί «. Την άλλη μέρα οι Τούρκοι έκαμαν αντεπίθεση αλλά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν στο τσιφλίκι του Τούρκου Αγά της περιοχής. Η μάχη συνεχίστηκε για δυο ακόμα μέρες. Στη διάρκεια της οι γυναίκες ανεφοδίαζαν τους άντρες με τρόφιμα και πολεμοφόδια, διανύοντας απόσταση 10 χιλιομέτρων. Την Τρίτη μέρα ελάχιστα υπολείμματα της Τουρκικής στρατιάς διέφυγαν. Στη θέση «Κουρί» ακόμα βρίσκονται σπαθιά και καρυοφύλλια του 21. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης οι Λαβαριώτες ανέγειραν εκκλησία που φέρει το όνομα του Αγίου Αθανασίου, επειδή η μάχη έγινε τη μέρα της γιορτής του. Λέγεται πως στη μάχη χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο γαλανή σημαία με μαύρο σταυρό.

Σαμοθράκη

Η εξέγερση σημειώθηκε το φθινόπωρο του 1821. Οι Σαμοθρακίτες, αφού κατέλυσαν τις Τουρκικές Αρχές, συνέλαβαν τους Τούρκους και τους απομόνωσαν. Αμέσως η Πύλη έστειλε αποβατικές δυνάμεις, που επέστρεφαν από τον Κορινθιακό, όπου είχαν καταστρέψει το Γαλαξίδι, με αρχηγό τον Καρά Αλή. Αποβιβάστηκαν στη θέση «Μακρυλιές» και κινήθηκαν προς τη Χώρα, που ήταν το επίκεντρο της εξέργεσης. Οι ντόπιοι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση και κατά την πολύωρη μάχη στη θέση Βρήχος, σκότωσαν 23 Τούρκους μαζί με το σημαιοφόρο τους και τραυμάτισαν άλλους 32. Λόγω αδυναμίας ανεφοδιασμού οι Σαμοθρακίτες εκδιώχτηκταν και κρύφτηκαν στα δάση και στα βουνά του νησιού. Οι Τούρκοι με δόλο, αφού τους υποσχέθηκαν πως δεν θα τους πειράξουν, κατόρθωσαν να τους συγκεντρώσουν στην πλατεία της Χώρας. Τότε τους μεν άντρες κατέσφαξαν στη θέση Εφκάς, τα δε γυναικόπαιδα τα πήραν μαζί τους και τα πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Μερικοί κρεμάστηκαν από τα ξάρτια των καραβιών τον Καρά Αλή. Τους είδε στην Κωνσταντινούπολη ο Άγγλος πρέσβης και ιερωμένος WALSH, όταν έφτασε εκεί ο στόλος: … κοπάδια γλάροι πετούσαν γύρω από τα πτώματα κρώζωντας… από την απόσύνθεση έπεφταν στη θάλασσα κι εκεί έπλεαν ολόκληρο μήνα….

Πολλές Σαμοθρακίτισσες αυτοκτόνησαν από τ’ απόκρημνα βράχια, για να αποφύγουν την ατίμωση. Αρκετά από τα πουλημένα παιδιά εξισλαμίστηκαν. Ανάμεσά τους και οι πέντε Νεομάρτυρες της Σαμοθράκης: Γεώργιος, Εμμανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος και Μιχαήλ, οι οποίοι εξαγοράστηκαν από Φιλέλληνες και αφού ξαναγύρισαν στην πατρίδα τους ομολόγησαν τη Χριστιανική τους πίστη, για την οποία και μαρτύρησαν στη Μάκρη της Αλεξανδρούπολης, το 1835. Η εκκλησία μας τους αγιοποίησε από το 1843. Η μνήμη τους γιορτάζεται στις 6 του Απρίλη. Δείγμα της Τουρκικής μανίας αποτελεί το ξεσκισμένο από τις μαχαιριές , Ευαγγέλιο της Σαμοθράκης που εκτίθεται στο Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας.

domosΗ ιστορία του μεταξιού χάνεται στα βάθη των αιώνων και είναι συνυφασμένη με κινέζικους μύθους. Φαίνεται ότι πολλούς αιώνες πριν αρχίσει η κατεργασία του μεταξιού ο μεταξοσκώληκας ζούσε σε άγρια μορφή πάνω στα μορεόδενδρα. Σύμφωνα με τους Κινέζους συγγραφείς, η τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και η κατεργασία του μεταξιού ανακαλύφθηκε τυχαία από την αυτοκράτειρα Σι Λιγκ Τσι γύρω στο 2690 π.Χ. Σύμφωνα με το μύθο ένα κουκούλι έπεσε πάνω στο βραστό νερό του τσαγιού. Στην προσπάθειά της να το βγάλει έξω, τράβηξε μία εξαιρετικά λεπτή αλλά ανθεκτική κλωστή, την πρώτη μεταξωτή ίνα.
Η ιστορία εξακριβώνει τους μύθους ότι η Κίνα είναι το πραγματικό λίκνο του μεταξιού. Ο Κομφούκιος στα «Χρονιά των τεσσάρων πρώτων δυναστειών» αναφέρει πως η αυτοκράτειρα Σι Λιγκ Τσι έκανε συστηματική εκτροφή του μεταξοσκώληκα στα ανάκτορά της και υποχρέωνε τις Κινέζες να παρακολουθούν μαθήματα σηροτροφίας, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη που άνηκε η κάθε μία. Επίσης έχουν βρεθεί κομμάτια μεταξωτού υφάσματος σε τάφους που βρίσκονται κοντά στο μέρος που θάφτηκε ο αυτοκράτορας Χοανγκ-Τι.
Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα τα προϊόντα αυτής της νέας βιομηχανίας παρέμειναν αποκλειστικό προνόμιο της αυλής, αυτοκράτορας, οι συγγενείς του καθώς και ανώτεροι αξιωματούχοι του καθεστώτος είχαν το δικαίωμα να φορούν τα πολύτιμα.
Οι Κινέζοι απαγόρευαν με αυστηρούς νόμους τη διάδοση της σηροτροφίας, ενώ η εξαγωγή των σπόρων του μεταξοσκώληκα τιμωρούνταν με θάνατο. Επιτρεπόταν μόνο η εξαγωγή κατεργασμένων νημάτων και υφασμάτων. Η Ιαπωνία, οι Ινδίες, και η Περσία ήτα κέντρα εμπορίας του εξαγόμενου μεταξιού.
Ο ακόλουθος μύθος αναφέρει την πρώτη κλοπή του μυστικού της κινέζικης σηροτροφίας: Ενας βασιλιάς του Khotan (περιοχή του Θιβέτ) απέκτησε με γάμο μια πριγκίπισσα του αυτοκρατορικού κινέζικου οίκου και την προειδοποίησε ότι αυτή θα έπρεπε να απαρνηθεί τα ρούχα που φορούσε συνήθως γιατί στο δικό του βασίλειο δεν εύρισκαν ούτε μεταξοσκώληκες ούτε μουριές για να τους θρέψουν. Η πριγκίπισσα μη θέλοντας να απαρνηθεί τα πολυτελή στολίδια της, σκέφτηκε το εξής: Εκρυψε σπόρους μουριάς και αυγά μεταξοσκώληκα μέσα στα πολύ πλούσια μαλλιά της και κατόρθωσε να αποφύγει χάρις τον πριγκιπικό της τίτλο την στενή επίβλεψη που ασκούνταν στα σύνορα της χώρας. Ετσι αφού προστατεύθηκε για είκοσι αιώνες το μυστικό του μεταξιού δραπέτευσε από τη γενέτειρα χώρα του.
Από τον 9ο αιώνα π.Χ. οι Ελληνες, άποικοι της Μ. Ασίας γνώριζαν την ύπαρξη του μεταξιού και των μεταξωτών υφασμάτων, αλλά θεωρούσαν ότι είναι φυτική ίνα. Με τις εκστρατείες του Μ. Αλέξανδρου (336-323 π.Χ.) το μεταξωτό ύφασμα εισήχθη στην αρχαία Ελλάδα. Ο Μέγας Αλέξανδρος μάλιστα έστειλε φούσκες στο δάσκαλό του Αριστοτέλη θέλοντας να μάθει το μυστικό της παραγωγής του μεταξιού, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια συνεχίστηκαν οι εισαγωγές κατεργασμένης και ακατέργαστης σινικής κλωστής και έτοιμων υφασμάτων. Οι πηγές μαρτυρούν ότι κατά τα ρωμαϊκά χρόνια το μετάξι είχε τεράστια αξία, ίση με αυτή των πολύτιμων λίθων και του χρυσού. Ο αυτοκράτορας φορούσε αποκλειστικά την πορφυρή μέταξα, ενώ τα μεταξωτά ενδύματα φορούσαν οι αξιωματούχοι του κράτους και μερικοί ευκατάστατοι ιδιώτες.
Το μυστικό της σηροτροφίας μεταφέρθηκε στην Ιαπωνία μόλις τον 3ο αιώνα μ.Χ. από Κινέζους μετανάστες που μετέφεραν κρυφά σπόρους μεταξοσκώληκα. Προοδευτικά επεκτάθηκε στις Ινδίες, στη Σογδιανή, τη Βακτριανή και την Περσία.
Εως τον 5ο αιώνα π.Χ. το εμπόριο του μεταξιού το έλεγχαν οι Πέρσες και οι Σύριοι. Σύμφωνα με την παράδοση η διάδοση της μεταξοκαλλιέργειας από την Ανατολή στη Δύση έγινε από μοναχούς του Βυζαντίου. Οι Βυζαντινοί μοναχοί με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού για τη μετάδοση της Χριστιανικής θρησκείας περιηγήθηκαν στην Περσία και την Κίνα και κατά τη διάρκεια των περιηγήσεών τους μελετούσαν κάθε τι που είχε σχέση με τον μεταξοσκώληκα και την επεξεργασία του. Ετσι στο τέλος της περιοδείας του το 554 μ.Χ. μετέφεραν κρυφά μέσα στις κούφιες μαγκούρες τους αυγά μεταξοσκώληκα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την παράδοση περιήλθε η σηροτροφία στο Βυζάντιο.
Από τις αρχές του 16ου αιώνα η επεξεργασία του μεταξοσκώληκα και η παραγωγή μεταξιού παίρνει πλέον βιομηχανική μορφή και γνωρίζει μια συνεχής τεχνολογική ανάπτυξη κατά τον 18ο αιώνα. Τα σημαντικότερα κέντρα επεξεργασίας και εμπορίας του μεταξιού που υπήρχαν την εποχή αυτή ήταν η Λυών, η Τουρ και η Αβινιόν της Γαλλίας καθώς και η Γένοβα η Βενετία η Φλωρεντία και το Κόμο της Ιταλίας. Το 1822 η παρουσίαση της συνθετικής ίνας στην διεθνή εμπορική έκθεση του Παρισιού αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός που μείωσε την παραγωγή μεταξιού στην Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες. Επίσης στην μείωση της παραγωγής του μεταξιού στη Γαλλία συντέλεσε και η μεγάλη επιδημία της πιπερίτιδας που έπληξε τους μεταξοσκώληκες (1820-1825).
Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών, οι Φράγκοι έπαιρναν αιχμάλωτους σηροτρόφους από το Βυζάντιο και τους μετέφεραν στις πατρίδες τους, όπου και τους χρησιμοποιούσαν για την μετάδοση της τεχνογνωσίας που κατείχαν και για την βελτίωση της οργάνωσης των σηροτροφικών μονάδων που λειτουργούσαν στη Δύση. Επίσης το 730 μ.Χ. Αραβες πειρατές μετέφεραν μέσω των αιχμαλώτων τους την σηροτροφία στην Σικελία.

Μεταξουργικά Κέντρα

Σουφλί

Μουσείο μετάξης

Μουσείο μετάξης

Το Σουφλί αρχικά εμφανίζεται ως σημαντικό σηροτροφικό κέντρο στις προξενικές εκθέσεις. Ηδη από τις αρχές του 1800 το κουκούλι παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των κατοίκων του. Στις αρχές του 20ου αιώνα μάλιστα κατασκευάζονται τα πρώτα ειδικά κτίσματα για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων. Οσον αφορά το πρώτο μεταξουργείο, δημιουργήθηκε το 1903 από τους αδελφούς Αζαρία.
Ωστόσο, την τριετία 1908-1910 παρατηρείται μείωση των εξαγωγών σε ξηρά κουκούλια. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στο ότι σημαντικό τμήμα της σηροτροφικής παραγωγής απορροφάται από τα τοπικά εργοστάσια.
Το 1911, το Σουφλί βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση, όμως την κήρυξη του ιταλοτουρκικού πολέμου δημιουργήθηκε κρίση. Σ’ αυτό συνέβαλαν και οι τελωνειακοί δασμοί στα κουκούλια ή το μετάξι που προερχόταν από την Τουρκία. Η κρίση εντάθηκε από την μεγάλη πτώση των τιμών των κουκουλιών και του μεταξιού λόγω χαμηλής ζήτησης. Εξαιτίας των Βαλκανικών πολέμων αρχικά και του Α΄ Παγκοσμίου στη συνέχεια, η κρίση παρατάθηκε ως το 1920.
Αφού το Σουφλί ενσωματώνεται στην Ελλάδα, παρατηρείται πτώση στην παραγωγή κουκουλιών διότι δεν υπάρχουν σημαντικές εκτάσεις με μωρεοφυτείες. Ετσι, τα χρηματικά εισοδήματα του Σουφλίου μειώνονται. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί η σηροτροφία και η μεταξουργία ήταν οι βασικές αν όχι αποκλειστικές πηγές χρηματικών εισροών για την πόλη και τους κατοίκους.
Τελειώνοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας που διαμορφώθηκε για το Σουφλί, μετά το 1922, η σηροτροφία κι η μεταξουργία αναδείχθηκαν στο σημαντικότερο μηχανισμό εκχρηματισμού της σουφλιώτηκης, γύρω από την οποία αναπτυσσόταν το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων και συγκρούσεων.

Χίος
Στην ιστορία των πολύτιμων μεταξωτών υφασμάτων της οθωμανικής περιόδου γνωρίζουμε ότι η Χίος ήταν ένα από τα σημαντικότερα υφαντουργικά κέντρα. Το 17ο και 18ο αιώνα στην παραγωγή βαρύτιμων μεταξωτών η Χίος ως κέντρο υφαντουργίας συναγωνίζεται στις αγορές της Κωνσταντινούπολης, την Προύσα της Βιθυνίας, το μεγαλύτερο κέντρο μεταξουργίας και υφαντουργίας της αυτοκρατορίας. Από τα μεταξωτά υφάσματα της Χίου οι «Καμουχάδες» – παραλλαγές των δαμασκηνών γνωστά στην Ευρώπη με το όνομα «Ottoman», τα μπροκάρ, τα σαντάλ και τα ατλάζια ήταν από τα περιζήτητα υφάσματα στην αυλή των Οθωμανών και μεταξύ των τιτλούχων, καθώς χρησίμευαν στην παρασκευή ανδρικών καφτανιών, γυναικείων φορεμάτων και ως βαρύτιμες στροφές στη διακόσμηση των αρχοντικών.

Μακεδονία
Η Νάουσα και οι γειτονικές της πόλεις, Έδεσσα και Βέροια, παρουσίαζαν σημαντικά πλεονεκτήματα για τη βιομηχανία της βαμβακουργίας. Και οι τρεις πόλεις έχουν κοντά υδατοπτώσεις που παρέχουν φθηνή ενέργεια και βρίσκονται στο κέντρο μια αγροτικής περιοχής, που παρουσιάζει σημαντικό βαθμό εμπορευματοποίησης της παραγωγής της (κρασί, βαμβάκι, μαλλί, μετάξι).
Τέλος, παρ’ όλα αυτά, το φυσικό μετάξι δεν είναι ευρέως διαδεδομένο στον Ελλαδικό χώρο. Με την κυκλοφορία του συνθετικού μεταξιού και άλλων συνθετικών υφασμάτων (π.χ. νάιλον) η αγορά του φυσικού μεταξιού έχει ελαττωθεί. Αλλοι λόγοι που συντέλεσαν στην παρακμή του εμπορίου του μεταξιού στην Ελλάδα ήταν η υψηλή τιμή των μεταξωτών υφασμάτων από φυσικό μετάξι, οι σκληρές συνθήκες δουλειάς στα αναπηνιστήρια, η αδιαφορία του κράτους για την τέχνη της μεταξουργίας ως κερδοφόρα επιχείρηση αλλά και γενικότερα ο σύγχρονος τρόπος ζωής που δεν κρίνει απαραίτητη, και επομένως δεν ενθαρρύνει, τη χρήση του φυσικού μεταξιού στην καθημερινή ζωή.

Μεταξοσκώληκες


Ονομασία, με την οποία είναι γνωστές οι κάμπιες ορισμένων λεπιδοφτέρων, κυρίως των οικογενειών βομβυκίδες και σατουρνίδες, των οποίων οι κάμπιες παράγουν το εμπορεύσιμο μετάξι.
Ειδικότερα μεταξοσκώληκας ονομάζεται το εξημερωμένο είδος Sericaria (Bombyx) mori, που περικλείει 300 περίπου είδη. Πρόκειται για πεταλούδες με χοντρό τριχωτό σώμα και μεγάλα λευκωπά φτερά. Τα ενήλικα άτομα έχουν μεγάλες κεραίες και ατροφική προβοσκίδα. Είναι ανίκανα να τραφούν και σχεδόν δεν πετούν. Το θηλυκό προσελκύει το αρσενικό με τη μυρωδιά που εκπέμπουν δύο αδένες στο πίσω μέρος της κοιλίας, αμέσως μετά τη σύζευξη γεννά ως 1000 αυγά (συνήθως 300-500) στρογγυλά, μικρής διαμέτρου και με σκληρό τοίχωμα, γνωστά ως σπόρος.

Η εκτροφή των μεταξοσκωλήκων


Η σηροτροφία χρησιμοποιεί ως «πρώτη ύλη» τα μορεόφυλλα και ως «εργάτες» τους μεταξοσκώληκες. Ο σηροτροφικής κύκλος, διάρκειας 40 περίπου ημερών, αρχίζει με την παραγωγή του μεταξόσπορου και κλείνει με την απόπνιξη της χρυσαλλίδας.

Εκκόλαψη


Η εκκόλαψη του σπόρου είναι το πρώτο στάδιο της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και γίνεται στα μέσα Απριλίου – αρχές Μαϊου. Τα αβγά του μεταξοσκώληκα (μεταξόσποροι) είναι τοποθετημένα σε μικρά παραλληλεπίπεδα πλαίσια «τα κουτιά». Το κάθε ένα «κουτί» αποτελεί μονάδα μέτρησης στην σηροτροφία. Σήμερα το 1 «κουτί» ζυγίζει 12,5 γραμ. κι έχει 20.000 αυγά περίπου (μικρό κουτί). Τα αυγά του μεταξοσκώληκα (μεταξόσποροι), που το μέγεθός τους δεν ξεπερνάει το κεφάλι μιας καρφίτσας, εκκολάπτονται 12-15 ημέρες σε θερμοκρασία 20ο – 25ο Κελσίου.

Ηλικίες – Στάδια του μεταξοσκώληκα


Από τα αυγά, μετά την εκκόλαψη, βγαίνουν οι μεταξοσκώληκες. Το μέγεθός τους είναι 2-3 χιλιοστά και έχουν χρώμα μαυριδερό. Απλώνονται στα κρεβάτια που βρίσκονται μέσα στο σηροτροφείο σε τρεις σειρές, ένα πάνω στο άλλο και ταϊζονται έξι φορές το εικοσιτετράωρο με ψιλοκομμένα τρυφερά φύλλα μουριάς. Τα φύλλα κόβονται με ένα ειδικό μαχαίρι, την μπαλέτα, όπως το μαρούλι για να μπορεί να τα φάει ο μικρός μεταξοσκώληκας που βρίσκεται στην πρώτη ηλικία. Ο μεταξοσκώληκας δεν τρώει τα φύλλα αν δεν έχουν την κατάλληλη υγρασία. Ετσι για να διατηρείται η υγρασία των κομμένων φύλλων περισσότερο χρόνο, τα κρεβάτια σκεπάζονται με νάιλον. Ο μεταξοσκώληκας από τη στιγμή που θα εκκολαφθεί μέχρι την ώρα που θα πλέξει το κουκούλι περνά από πέντε κύρια στάδια που ονομάζονται «ηλικίες». Μόλις γεννηθεί ο μεταξοσκώληκας βρίσκεται στην πρώτη ηλικία. Τρώει συνεχώς και μεγαλώνει κάθε μέρα σημαντικά.
Οταν συμπληρωθούν 4 1/2 ημέρες περίπου, μετά την εκκόλαψη σταματά να τρώει. Σηκώνει λίγο το κεφάλι προς τα πάνω και στη θέση αυτή μένει ακίνητος επί 1-1 1/2 ημέρα περίπου (ανάλογα με την ηλικία). Το στάδιο αυτό ονομάζεται ύπνος. Ομως ο μεταξοσκώληκας δεν κοιμάται. Επειδή έχει μεγαλώσει αρκετά, το δέρμα του δεν τον χωρά. Ετσι με κάποιες διεργασίες που γίνονται δημιουργείται κάτω από το παλιό δέρμα ένα καινούργιο πιο ευρύχωρο. Συνολικά ο μεταξοσκώληκας περνά 5 ηλικίες και 4 ύπνους. Η καλή και αποδοτική εκτροφή εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες φωτισμού, αερισμού, θερμοκρασίας και υγρασίας στους χώρους εκτροφής. Ο φωτισμός πρέπει να μην είναι υπερβολικός, ενώ ο αερισμός πρέπει να είναι φυσικός. Οι μεταξοσκώληκες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στους θορύβους και στις χημικές ουσίες που μπορούν να αποβούν μοιραίες για την ανάπτυξή τους. Ενας κύκλος 30 ημερών είναι το ανώτατο διάστημα μιας κανονικής εκτροφής.

Κλάδωμα


Μόλις ολοκληρωθεί η εκτροφή οι μεταξοσκώληκες ανεβαίνουν στα κλαδιά που έχουν τοποθετηθεί στα κρεβάτια τους για να πλέξουν το κουκούλι τους, τη μεταξωτή φωλιά τους. Ο μεταξοσκώληκας βγάζει από τους δύο μεταξογόνους αδένες του το μετάξι και με κατάλληλες κινήσεις του σώματός του πλέκει το κουκούλι. Το πλέξιμο γίνεται από έξω προς τα μέσα σχηματίζοντας οκτάρια κι εκεί κλείνεται σε 50 ώρες περίπου. Το κουκούλι αποτελείται από μια συνεχόμενη μεταξωτή ίνα με αρχή και τέλος. Το μέγεθος και το βάρος του κουκουλιού εξαρτάται από τη σωστή εκτροφή και το είδος του μεταξόσπορου.

Ξεκλάδωμα


Οταν περάσουν 7 με 8 ημέρες από το κλάδωμα αρχίζει το ξεκλάδωμα δηλ. το μάζεμα των κουκουλιών από τα κλαδιά. Σε 5-10 ημέρες μετά το κλάδωμα ο μεταξοσκώληκας μεταμορφώνεται μέσα στο κουκούλι σε χρυσαλίδα. Στη συνέχεια η χρυσαλίδα μεταμορφώνεται σε πεταλούδα η οποία βγάζοντας ένα όξινο υγρό από το στόμα ανοίγει μια μικρή τρύπα στο κουκούλι και βγαίνει έξω στην ελευθερία. Το χρώμα της πεταλούδας είναι άσπρο ενώ το πεπτικό της σύστημα είναι ατελές και δεν τρέφεται καθόλου. Οι πεταλούδες ζούνε 2-3 ημέρες και μοναδική τους αποστολή είναι το ζευγάρωμα και η ωοτοκία. Οι θηλυκές γεννούν 600-1000 αυγά. Μετά αρσενικές και θηλυκές πεθαίνουν. Ετσι ολοκληρώνεται ο βιολογικός κύκλος του μεταξοσκώληκα.

Απόπνιξη

Μέσα σε 15 ημέρες το αργότερο μετά το κλάδωμα πρέπει να γίνει η απόπνιξη ή ψήσιμο των χλωρών κουκουλιών. Η απόπνιξη έχει σκοπό να θανατώσει τις χρυσαλλίδες πριν αυτές μεταμορφωθούν σε πεταλούδες και τρυπήσουν τα κουκούλια κόβοντας τη συνέχεια της ίνας. Για την απόπνιξη χρησιμοποιούνται ειδικοί φούρνοι οι οποίοι λειτουργούν με ατμό ή με θερμό αέρα.

Οι Αρβανίτες, του νομού Έβρου, έχουν μεταναστεύσει γύρω στον 17ο με 18ο αιώνα από την περιοχή της Κορυτσάς, από τα χωριά Βιθκούκι, Κιάφαζετς και Κιοτέσα.Οι πληθυσμοί των χωριών αυτών βρέθηκαν ανατολικά του Έβρου, στην ανατολική Θράκη. Τα χωριά εγκατάστασής τους τα ονόμασαν : Κιουτέζα (εκ του Κιοτέσα από όπου ήρθαν και το οποίο ονομαζόταν «Ιμπρίκ Τεπέ» στα τούρκικα και «Ίμβρασος» στα ελληνικά), Μπιθκούκι (εκ του ομωνύμου χωριού του τόπου αναχωρήσεώς τους, «Σουλτάνκιοϊ» στα τούρκικα και «Λίβυθρο» στα ελληνικά).

Εκτός από τη συστάδα των δύο χωριών Σουλτάνκιοϊ και Ιμπρίκ Τεπέ, υπήρχε στην περιοχή της Αδριανούπολης το αρβανίτικο χωριό «Μεγάλο Ζαλούφι». Η κοινωνία των Ζαλουφιωτών, αυστηρά ενδογαμική ως το Β Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχε καμία σχέση με τους Αλβανόφωνους της περιοχής ούτε πριν το 1922 ούτε μετά και το Μεγάλο Ζαλούφι μάλλον προέρχεται από την διασπορά των Αρβανιτών του 14ου αιώνα χωρίς να γνωρίζουμε την αρχική κοιτίδα τους.Στην περιοχή υπήρχε επίσης και το αρβανιτόφωνο χωριό Αλτίν Τας (χρυσόλιθος) , λίγο πιο ανατολικά από το Ιμπρίκ Τεπέ.Τα χωριά Ιμπρίκ Τεπέ και Σουλτάνκιοϊ βρίσκονταν κοντά το ένα στο άλλο, στα νότια του Εργίνη ποταμού.

Και οι δύο συστάδες χωριών διατρέχονται από το κοινό νήμα των περιπετειών των Ελλήνων στα χρόνια μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.Πλήθος διωγμών προετοιμάζουν την προσφυγιά, τη διχοτόμηση και την τελική αναδιάταξη του χώρου.Έτσι, κοινό γνώρισμα είναι η εκτόπιση.Οι κάτοικοι του Ιμπρίκ Τεπέ και του Σουλτάνκιοϊ στέλνονταν στο εσωτερικό της Ανατολικής Θράκης.Είναι η περίοδος των μετέωρων βημάτων της προσφυγιάς. Οι απλοί άνθρωποι δοκίμασαν στο πετσί τους τις αναδιατάξεις. Έχασαν τις περιουσίες τους. Κάθε μετακίνηση συνεπαγόταν απώλεια των υπαρχόντων τους. Γύριζαν πάλι πίσω. Και ξανά απόπειρες να στήσουν το νοικοκυριό τους. Άνθρωποι με περιουσία κατάντησαν να επαιτούν τη βοήθεια των Τούρκων συγχωριανών. Γυναίκες έγιναν δούλες, υπηρέτριες. Οι εκτοπίσεις λειτούργησαν ως μια θυελλώδης, τακτική ανατάραξη, που ανέτρεψε τις υπάρχουσες ισσοροπίες, αναδιένειμε τον πλούτο και προκάλεσε νέες σχέσεις στις εθνολογικές ομάδες.

Μετα την καταστροφή του 1922 Οι Αρβανιτόφωνοι κινήθηκαν παράλληλα προς τον Έβρο και νοτιοανατολικά του Σουφλίου. Δεν εγκαταστάθηκαν όλοι στην ίδια κατεύθυνση.Οι μισοί και παραπάνω προτίμησαν να εγκαταστάθουν κοντά στο ποτάμι, σχεδόν πάνω στην δυτική του όχθη, και σχεδόν απέναντι από τα χωριά που έφυγαν.Οι πιο πολλοί πήγαν στον κάμπο, όπου υπήρχαν δύο οικισμοί: ο Χάντζιας (Τάρσιον) νοτιότερα, κι ένα χιλιόμετρο βορειότερα το Τσακιρτζί (Πυρόλιθος). Μεγαλύτερος οικισμός ήταν ο Χάντζιας, που διέθετε και ορθόδοξη εκκλησία, απομεινάρι της βουλγαρικής παρουσίας στην περιοχή.Στο Μπίντικλι (Τύχιο) και λίγα χιλιόμετρα δυτικά (μακριά από το ποτάμι) κατέλυσαν 80 οικογένειες .Οι άλλοι κινήθηκαν λίγο πιο μέσα, μαζί με τους αρβανιτόφωνους του Αλτίν Τας σε άλλους οικισμούς: Φέρες, Πέπλος, Γεμιστή, Κήποι, Αρδάνιο, Καβησό, Πυλαία Έβρου και στην Παραδημή του νομού Ροδόπης.Οι Αρβανιτόφωνοι του Μεγάλου Ζαλουφιού σκόρπισαν στα βόρεια του νομού Έβρου: Χειμώνιο, Θούριο, Πύθιο, Ρήγιο, Σάκκος, Δίκαια και Καβύλη.Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες για εγκατάσταση Αρβανιτών από την Μανδρίτσα της Βουλγαρίας στο Σουφλί και στο Πρωτοκκλήσι Έβρου.

Οι Μάρηδες είναι μια μικρή ομάδα Θρακών (κάπου 17.000 πρόσωπα) που ζουν στην περιοχή του βόρειου Έβρου, σκορπισμένοι σε 13 χωριά, έχουν όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ένα χωριστού φύλου, με δική τους ενδυμασία και γλωσσικά ιδιώματα. Δεν υπάρχει επίσημοι εκδοχή, γιατί ονομάζονται έτσι απλά κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές για την ονομασία τους αυτή. Μία από αυτές τους θέλει απογόνους του αρχιερέα Μάρωνα, ενώ μία άλλη ισχυρίζεται ότι η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «μαρμαίρω» που θα πει λάμπω, κάτι που έχει άμεση σχέση με τις παραδοσιακές τους φορεσιές οι οποίες κυριολεκτικά λάμπουν από τα στολίδια.
Οι Μάρηδες, λοιπόν, είναι ένα θρακικό φύλο που κατοικεί σε 13 χωριά της κοιλάδας του Ερυθροποτάμου, παραποτάμου του Έβρου.
Περήφανοι για την καταγωγή τους οι Μάρηδες διατηρούν ακόμη και σήμερα στοιχεία της παράδοσής τους. Στα δεκατρία χωριά των Μάρηδων λειτουργούν πολιτιστικοί σύλλογοι και όλοι μαζί ίδρυσαν το 2002 την Ένωση Συλλόγων Μάρηδων, της οποίας ο ρόλος είναι καθαρά συντονιστικός μεταξύ των συλλόγων.
Τα δεκατρία χωριά των Μάρηδων βρίσκονται στο Βόρεια Έβρο και εξ αυτών τα περισσότερα βρίσκονται στην κοιλάδα του Ερυθροπόταμου και τα άλλα στην περιοχή της Ορεστιάδας. Τα χωριά αυτά είναι Στέρνα, Νεοχώρι, Παταγή, Αμπελάκια, Ποιμενικό, Σιτοχώρι, Μάνη, Καρωτή, Κυανή, Κουφόβουνο, Ασβεστάδες, Βρυσικά και Ασπρονέρι. «Αυτά τα χωριά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Ίδια καταγωγή, κοινή ιστορία, κοινή νοοτροπία, κοινά ήθη και έθιμα, κοινή φορεσιά, η οποία σημειωτέον είναι μοναδική και δεν απαντάται πουθενά στον κόσμο.

Η κοινωνία των Μάρηδων ήταν κλειστή. «Μέχρι και το 1950 δεν αντάλλασσαν γαμπρούς και νύφες με τα άλλα χωριά. Για παράδειγμα, στο Νεοχώρι δεν έπαιρναν ούτε έδιναν νύφη για να μη χαλάσει η ράτσα. Σκεφτείτε ότι το 1920 ή το 1930 κάποιος του οποίου πέθαινε η γυναίκα νέα πήγε από το Νεοχώρι, και τότε γνωρίζετε ότι δεν υπήρχαν παρά μόνο άλογα και βόδια για μετακινήσεις, στην Κυανή ή το Ασβεστάδες για να πάρει γυναίκα για να μη χαλάσει η φυλή».

Στο ερώτημα ποιοι είναι οι Γκαγκαβούζοι προσπάθησαν πολλοί ιστορικοί να απαντήσουν και να δώσουν μια λογική εξήγηση της προέλευσης και της διαδρομής τους. Περισσότερο ασχολήθηκαν ξένοι ιστορικοί, όπως Βούλγαροι, Τούρκοι, Ρώσοι και πολύ λιγότερο οι Έλληνες. Λόγω αυτού του γεγονότος σήμερα κυριαρχεί η άποψη ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο που εκχριστιανίσθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Είναι όμως έτσι τα γεγονότα; Μέσα από τα ιστορικά γεγονότα δεν αναφέρεται από καμιά ιστορική πηγή ότι κάποιο τουρκικό φύλο εκχριστιανίστηκε. Αντίθετα αναφέρονται μαζικοί εξισλαμισμοί χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια.

Ο όρος Γκαγκαούζοι εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ρωσική ιστοριογραφία αρχές του 18ου αιώνα. Προσδιορίζονται όλοι οι τουρκόφωνοι χριστιανοί της Βόρειας Βουλγαρίας. Ως προς την ετυμολογία του ονόματος δόθηκαν πολλές απαντήσεις από ιστορικούς των προαναφερόμενων χωρών. Όλες θεωρούν ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο και ο λόγος είναι προφανής. Η ιδέα του παντουρκισμού επιβάλει την παρουσία τουρκικών φύλων σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ασίας και της Ευρώπης. Παράλληλα η ύπαρξη Τούρκων χριστιανών εξυπηρετεί τα πολιτικά σχέδια των εκφραστών του παντουρκισμού, μέσα από τη σημερινή πολιτική ηγεσία της Τουρκίας.

Από την πλευρά των Ελλήνων ιστορικών διατυπώθηκε η άποψη ότι πρόκειται για Μικρασιάτες Καραμανλήδες, μετανάστες στη Βόρεια Βουλγαρία και την Ανατολική Θράκη. Η έρευνα των λαογραφικών στοιχείων δείχνουν ότι η σχέση των Γκαγκαβούζηδων με τους Καραμανλήδες περιορίζεται στη γλώσσα και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο γραφής και όχι στην έκφραση και το λόγο.
Αντίθετα η υποστήριξη της θεωρίας περί αυτόχθονου θρακικού πληθυσμού δεν υποστηρίχτηκε τα προηγούμενα χρόνια και τελευταία αρχίζει να διατυπώνεται δειλά-δειλά από ιστορικούς της Βουλγαρίας και της Ελλάδας.

Πιστεύω ότι η συγκέντρωση όλων των ιστορικών στοιχείων και η αντικειμενική σταχυολόγηση τους θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό της θεωρίας για την προέλευση των Γκαγκαβούζηδων.
Οι Γκαγκαβούζοι εντοπίζονται στα παράλια του Δυτικού Ευξείνου Πόντου. Τα χωριά τους βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ του ακρωτηρίου Αιμόντου και της πόλης Κωνστάντζας της Ρουμανίας. Στην ενδοχώρα της Βουλγαρίας εντοπίζονται γκαγκαβούζικα χωριά μέχρι την πόλη Προβάντια και Σούμεν της σημερινής Βουλγαρίας. Κύριες πόλεις των Γκαγκαβούζηδων είναι η Βάρνα, η Καβάρνα, το Μπάλτζικ, το Σούμεν και το Πρόβαντι. Συνολικά καταγράφονται ως γκαγκαβούζικα, περίπου 70 χωριά και πόλεις.

Ποιοι λαοί κατοικούσαν σε αυτές τις περιοχές από την αρχαιότητα μέχρι την εμφάνιση του γκαγκαβούζικου φύλου.
Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, Ηρόδοτος Στράβωνας, Πτολεμαίος, μιλούν για το θρακικό φύλο τους Κροβύζους ή Κροβούζους, ως κατοίκους στην περιοχή της Οδησσού (Βάρνα). Βορειότερα στην περιοχή του Μπάλτζικ κατοικούσε ένα θρακικό φύλο Πυγμαίων, οι Αροτήρες, λαός γεωργικός με συγγενικές σχέσεις με τους Κροβούζους.
Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Ρωμαίος φυσιοδίφης ιστορικός Πλίνιος και ο εξόριστος ποιητής Οβίδιος αναφέρουν, ότι η περιοχή κατοικείται από τον θρακικό λαό των Κατταούζων ή Κατούζων. Όλοι οι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί εύκολα εξελληνίζονται ή εκλατινίζονται. Ζούσαν γύρω από τις οχυρωμένες πόλεις των ελληνικών αποικιών. Αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε το γεγονός θα πρέπει να πούμε, ότι για δύο λόγους υπήρξε αυτή η εγκατάσταση:

Α) Ως λαός γεωργικός και κτηνοτροφικός ήθελαν να βρίσκονται κοντά στις πόλεις για να γίνονται γρήγορα και άμεσα οι συναλλαγές τους και
Β) Οι οχυρωμένες πόλεις αποτελούσαν ένα ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους επιδρομών και συγκρούσεων με άλλα φύλα και λαούς.
Ο ρόλος των οχυρωμένων πόλεων εκτός από τον στρατιωτικό ήταν και εκπολιτιστικός.
Με την μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη, τα Βαλκάνια και ειδικά η Θράκη αποτελούν το περιβόλι της Πόλης. Η καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, οδήγησε στον εκχριστιανισμό όλων των λαών των Βαλκανίων. Ειδικότερα οι εξελληνισμένοι λαοί έγιναν ευκολότερα χριστιανοί, λόγω της διάδοσης της νέας θρησκείας μέσω της ελληνικής γλώσσας. Ο Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, συνέβαλε στον εκχριστιανισμό των λαών του Ευξείνου Πόντου. Ως πρώτος μητροπολίτης Βάρνας, αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην επιστολή του προς Ρωμαίους, ο Αμπλίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 31 Οκτωβρίου.

Διάφοροι λαοί ακολουθώντας το δρόμο της μετανάστευσης περνούν τον Δούναβη και συγκρούονται με το βυζαντινό στρατό. Στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούνται σε ήττα και σε μόνιμη εγκατάσταση σε περιοχές που ορίζει το Βυζάντιο, αφού πρώτα βαπτίζονται χριστιανοί και αποδέχονται την εξουσία του βυζαντινού κράτους. Η εγκατάστασή τους κατά τα έθιμα του Βυζαντίου γίνεται στην ύπαιθρο σε στρατηγικά σημεία όπου υπηρετούν ταυτόχρονα ως στρατιώτες. Οι λαοί που εμφανίσθηκαν κατά σειρά και εγκαταστάθηκαν τελικά στα Βαλκάνια είναι Γότθοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Πετζενέγκοι, Ούζοι και Κουμάνοι. Σε όλους επιβλήθηκε ο χριστιανισμός και μέσω του ελληνικού πολιτισμού όχι μόνο εντάχθηκαν αλλά και αποτέλεσαν τα κυριότερα στηρίγματα του βυζαντινού κράτους.

Το Βυζάντιο και το Πατριαρχείο επέτρεπε τις επιγαμίες μεταξύ χριστιανών διαφορετικών φύλων με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος βυζαντινού υπηκόου ο οποίος είχε τα χαρακτηριστικά του ορθόδοξου χριστιανού, με ελληνική μόρφωση αλλά ως ανθρωπολογικός τύπος αποτελούσε ένα κράμα διαφορετικών φυλών. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα επόμενα χρόνια αυτός ο τύπος δεν αμφισβητήθηκε μέχρι την εμφάνιση των εθνικών ιδεολογιών και την δημιουργία των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια.

Στα Βαλκάνια ο κυριότερος εχθρός του Βυζαντίου ήταν οι Βούλγαροι. Λαός ανυπότακτος, με ηγεμόνες που επιζητούσαν πάντοτε την εξουσία και την χειραφέτησή τους από το Βυζάντιο. Οι συχνοί πόλεμοι μεταξύ τους οδηγούσε σε ερημώσεις της υπαίθρου και σε αναγκαστική μετακίνηση των ντόπιων πληθυσμών που δεν συμμαχούσαν μαζί τους μέσα στις οχυρωμένες βυζαντινές πόλεις. Η δημιουργία του πρώτου και του δεύτερου βουλγαρικού κράτους άλλαζε συνεχώς τα σύνορα του Βυζαντίου, αλλά τα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου αποτελούσαν πάντοτε βυζαντινό έδαφος.
Μετά το τέλος των σταυροφοριών και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς στα όρια της σημερινής Βουλγαρίας ιδρύθηκαν τρία Πριγκιπάτα: Το πριγκιπάτο του Τυρνόβου και του Βιδινίου, τα οποία αποτελούνταν από πληθυσμούς κυρίως βουλγαρικούς και το πριγκιπάτο της Καβάρνας, το οποίο αποτελούνταν από Έλληνες βυζαντινούς, Βλάχους, Κουμάνους και Σελτζούκους Τούρκους.

Πρώτος ηγεμόνας του πριγκιπάτου ήταν ο Μπαλίκ, ο οποίος ανέλαβε το 1268 περίπου. Αν και γίνονται αναφορές και σε κάποιον Σαρί-Σαλτίκ, όπως και τον σουλτάνο Καϊκαούζ Β΄, είναι αστήρικτες αν και χρονολογικά συμπίπτει η παρουσία τους στα ίδια εδάφη. Ο σουλτάνος μετά την απελευθέρωση του από το φρούριο της Αίνου όπου ήταν φυλακισμένος από τον Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο μεταφέρθηκε στα μέρη της Κριμαίας, από τον Μογγόλο Χάνο Berge, όπου και πέθανε το 1263. ?λλες ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ο λαός και ο στρατός του Καϊκαούζ μεταφέρθηκε στην επαρχία της Δοβρουτσάς όπου και εγκαταστάθηκαν μεταξύ των Ούζων και των Κουμάνων. Οι ίδιες πηγές αποκρύπτουν ότι εγκατέλειψαν την περιοχή περίπου το 1310 και εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία. Όπως και το γεγονός ότι ανήκαν στην μουσουλμανική αίρεση των Μπεκτασήδων. Αρχηγός τους ήταν ο Σαρί-Σαλτίκ οπαδός του Μπεκτασισμού, μία θρησκεία με στοιχεία χριστιανικά και ισλαμικά. Ήταν γνωστός ως Σαλτούκ-ντεντέ και όταν πέθανε το χωριό όπου τάφηκε ονομάσθηκε Μπαμπά-νταγκ.

Έτσι οι τουρκόφωνοι της Δοβρουτσάς διαχωρίζονται σε δύο ζώνες: Οι μουσουλμάνοι της βόρειας ζώνης, όπου κατοικούσαν ανάμεικτοι πληθυσμοί Κουμάνων, Ούζων και Σελτζούκων και στην νότια ζώνη όπου κατοικούσαν τουρκόφωνοι χριστιανοί βυζαντινής καταγωγής.
Μετά τον Μπαλίκ αναλαμβάνει ως άρχοντας του πριγκιπάτου ο Ντομπροτίτσα, ο οποίος διαχωρίζει τη θέση του από τα δύο βουλγαρικά πριγκιπάτα και θέτει το πριγκιπάτο του φόρου υποτελής στο Βυζάντιο. Ζητά από το Πατριαρχείο να αναλάβει την επιστασία των χριστιανών του κράτους του. Το πριγκιπάτο αποτελούσε θρησκευτικά, Εξαρχία απευθείας υπαγόμενη στο Πατριαρχείο από το 1320 έως το 1650, όταν η μητρόπολη Βάρνας και η εξαρχία Καβάρνας ενώθηκε σε μία μητρόπολη, της Βάρνας.

Στα χρόνια του Ντομπροτίτσα το πριγκιπάτο γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του, κυριαρχούσε με το στόλο του στη Μαύρη Θάλασσα και ήταν σκληρός ανταγωνιστής των Γενουατών στο εμπόριο. Με τον στρατό του βοήθησε το βυζαντινό κράτος της Τραπεζούντας στην αντιμετώπιση των Γενουατών και των Οθωμανών. Παράλληλα είχε παντρευτεί την κόρη του Μέγα Δούκα Απόκαυκου και πήρε τον τίτλο του Δεσπότη. Μετά τον θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Ιβαγκός ο οποίος διατηρήθηκε ως Δεσπότης της Καβάρνας μέχρι την κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς το 1394. Αιτία αποτέλεσε η άρνηση του Ιβαγκός να συμμετέχει στην εκστρατεία εναντίον των χριστιανών της Ουγγαρίας και της Μολδαβίας και Βλαχίας όπως του ζήτησε ο σουλτάνος Βαγιατζίτ Α΄ ο Κεραυνός, με αντάλλαγμα να διατηρήσει το κράτος του.

Με την κατάλυση του κράτους ο πληθυσμός του πριγκιπάτου διασκορπίστηκε. Αναφέρεται ότι ένα μεγάλο τμήμα έφυγε και εγκαταστάθηκε στα χωριά της Ζίχνης Σερρών όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Ένα τμήμα του πληθυσμού οδηγήθηκε από τους Οθωμανούς ως εργάτες γης στο Χάσκιοϊ της Αδριανούπολης, όπου δούλευαν στα χωράφια του σουλτάνου. Η πλειονότητα παρέμεινε και υπέφερε μαζί με τους υπόλοιπους χριστιανούς της περιοχής. Επειδή ζούσαν ανάμεσα σε συμπαγείς πληθυσμούς Οθωμανών Τούρκων για να επιβιώσουν και για να μπορούν να συναλλάσσονται άλλαξαν την γλώσσα τους και τουρκοφώνισαν. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η γλώσσα των Γκαγκαούζηδων είναι παρόμοια με των Οθωμανών της Βαλκανικής και όχι με αυτήν των Οσμανλήδων της Μικράς Ασίας.

Το Οθωμανικό κράτος όπως και όλα τα μουσουλμανικά κράτη στηρίζονταν στην αρχή πιστοί και άπιστοι. Μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς και την ανακήρυξη του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης ως θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη όλων των χριστιανών οι Γκαγκαούζοι εντάσσονται στο χριστιανικό Μιλλέτ.

Τον 16ο αιώνα κατά την περιοδεία του Οθωμανού περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί στα Βαλκάνια συναντά τους Γκιαούρηδες(άπιστους) Τούρκους και απορεί πως είναι δυνατόν να υπάρχουν τουρκόφωνοι χριστιανοί. Μετά από μια μικρή έρευνα παραδέχεται ότι δεν πρόκειται για τουρκικό φύλο. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Οθωμανούς και τουρκικά φύλα συνάντησε βορειότερα στα παραδουνάβια έλη.
Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1790 δεν έχουμε αναφορές για Γκαγκαούζους ή ακόμη και για γεγονότα στην περιοχή. Η επανάσταση των Κιρτζαλήδων, φανατικών μουσουλμάνων και του Πατζατζάνογλου, Πασά του Βιδινίου, φέρνει στο προσκήνιο τους τουρκόφωνους χριστιανούς της Δοβρουτσάς.

Αντιστέκονται στις επιδρομές των Κιρτζαλήδων των Κιρκάσιων και Βασιβουζούκων.
Μέσα από το Έπος ΑΙ ΕΝ ΤΗ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙ ΚΑΒΑΡΝΗ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΕΡΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙΣ ΧΩΡΙΟΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΙΡΚΑΣΙΩΝ ΣΦΑΓΑΙ, γράφτηκε από τον Κράχτογλου (πιθανόν Γκαγκαούζος στην καταγωγή) μαθαίνουμε για την ηρωική αντίσταση τους στην Καβάρνα με αρχηγό τον Αμηρά. Από την πολιορκία της Καβάρνας κατάφεραν να σωθούν οι περισσότεροι και να διαφύγουν στην Μολδαβία και στη Βλαχία. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες ο Αμηράς επέστρεψε στα γκαγκαούζικα εδάφη μαζί με το ρωσικό στρατό κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1810.

Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους οι Γκαγκαούζοι βοηθούσαν με όλα τα μέσα που διέθεταν τον ρωσικό στρατό. Είχε αποκρυσταλλωθεί στην συνείδησή τους όπως και σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων ότι το «Ξανθό γένος», δηλαδή οι Ρώσοι θα τους απελευθερώσουν από τον οθωμανικό ζυγό. Το 1829 για να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Οθωμανών μετανάστευσαν μαζικά μαζί με τον μητροπολίτη Βάρνας στη Βεσσαραβία. Υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν 100.000 περίπου Γκαγκαούζοι, ελληνόφωνοι και βουλγαρόφωνοι χριστιανοί. Η εγκατάστασή τους έγινε στην επαρχία του Κομράτ και του Ισμαηλίου. Ο γκαγκαούζικος πληθυσμός της Βεσσαραβίας από το 1810-20 αναπτύσσεται και λειτουργεί άλλοτε σε εχθρικό περιβάλλον και άλλοτε σε φιλικό. Κυρίως ως αγρότες συμμετέχουν σε όλα τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Μολδαβία και τη Βλαχία. Συμμετέχουν με δικό τους στρατιωτικό σώμα στην επανάσταση του Υψηλάντη με αρχηγό τον Δημήτρη Βατικιώτη. Γκαγκαούζοι συμμετείχαν στον Ιερό λόχο στη μάχη του Δραγατσανίου, δίχως να έχουμε καταφέρει να καταγράψουμε τα ονόματά τους. Συμμετείχαν στην βουλγαρική λεγεώνα κατά την διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων με επαναστατικές ενέργειες στην βόρεια Βουλγαρία και στην σημερινή Ρουμανία. Οι Βούλγαροι τονίζουν σε όλα τα ιστορικά βιβλία τους την ανδρεία και το θάρρος που επιδείκνυαν οι Γκαγκαβούζηδες στο πεδίο της μάχης

Το 1864 συμμετέχουν ενεργά στην εξέγερση των αγροτών εναντίον των γαιοκτημόνων της Ρουμανίας. Η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα, 10.000 νεκρούς υπολογίζεται ότι είχε και ανάμεσά τους πολλοί Γκαγκαούζοι. Το 1907 και 1910 συμμετείχαν σε νέες εξεγέρσεις αγροτών.
Η ρωσική επανάσταση του 1917 τους βρίσκει εγκλωβισμένους στη Βεσσαραβία, διότι η περιοχή διεκδικείται συνεχώς από τους Ρουμάνους και τους Ρώσους. Σε όλη τη διάρκεια της Σοβιετικής Ένωσης διατηρούν τον ιδιαίτερο πολιτισμό τους, τους επιτρέπεται να έχουν εκκλησίες, έστω και λίγες, και να διατηρήσουν τη γλώσσα τους. Ίσως σε αυτό το γεγονός να οφείλεται και η συμπάθεια που δείχνουν απέναντι στους Ρώσους και να ταχθούν με το μέρος τους στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Αντιδρούν στην προσπάθεια των Μολδαβών εθνικιστών να ενωθούν με τη Ρουμανία. Το 1990 καταφέρνουν να αποκτήσουν αυτόνομο καθεστώς διοίκησης μέσα στα πλαίσια της Μολδαβίας.
Σήμερα γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια για να επανασυνδεθούν με τους Γκαγκαβούζηδες της Ελλάδας. Η μακροχρόνια προσπάθεια των Ρώσων ιστορικών να τους πείσουν ότι ανήκουν σε ένα από τα τουρανικά-τουρκικά φύλα της Ασίας αν και πέτυχε σε ένα μεγάλο βαθμό σήμερα από ιστορικούς Γκαγκαούζους της Μολδαβίας αμφισβητείται. Το βλέμμα τους είναι στραμμένο προς την Ελλάδα και περιμένουν από εμάς μια μεγαλύτερη βοήθεια οικονομική, πολιτιστική για να βρουν τα βήματά τους προς τη σωστή κατεύθυνση όπως οι ίδιοι λένε.

Στις δεκαετίες του 1840-50 αρχίζει η αναγέννηση του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Με προτροπή του μητροπολίτη Βάρνας Ιωσήφ και αργότερα του Ιωακείμ ιδρύονται τα πρώτα σχολεία των κοινοτήτων. Είναι τα περίφημα γραμματοδιδασκαλεία, όπου οι μικροί μαθητές διδάσκονται ανάγνωση, γραφή, τον Απόστολο και την Οχτάηχο. Σε 25 γκαγκαούζικα χωριά ιδρύονται σχολεία που επιχορηγούνται από τους γονείς των παιδιών και Φιλεκπαιδευτικές αδελφότητες. Το Πατριαρχείο εντόπισε το πρόβλημα με τους τουρκόφωνους χριστιανούς που δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν την εκπαίδευση στα ελληνικά και στέλνει Καραμανλήδες (τουρκόφωνοι χριστιανοί της Μ. Ασίας) δασκάλους και εκτυπώνει το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή στα καραμανλίδικα. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να προσεγγίσει τους τουρκόφωνους χριστιανούς και να τους μεταδώσει τα μηνύματα του χριστιανισμού και του ελληνικού πολιτισμού.

Παράλληλα έχει αρχίσει και η αναγέννηση του βουλγαρικού έθνους. Οι έντονοι ανταγωνισμοί και η διάθεση των Βουλγάρων να χειραφετηθούν απέναντι στο Πατριαρχείο και στους Έλληνες οδηγεί σε καθημερινές συγκρούσεις. Ο ανταγωνισμός προκαλεί συγκρούσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει μια χαώδης κατάσταση. Τα γκαγκαούζικα χωριά αποτελούν το πρώτο στόχο των Βουλγάρων. Ορισμένα λόγω της μακρόχρονης συγκατοίκησης τους με βουλγαρικούς πληθυσμούς, δηλώνονται Βούλγαροι και εντάσσονται στη βουλγαρική εκκλησία. Η πλειοψηφία των χωριών τάσσονται με τους Έλληνες. Ακολουθεί ένας σκληρός και ανελέητος διωγμός των Γκαγκαούζων από τα χωριά τους. Μετακινούνται συνέχεια για να γλιτώσουν τις πιέσεις και τους εκβιασμούς που τους επιβάλλουν οι Βούλγαροι. Το 1870-78 με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο ακολουθούν το ρωσικό στρατό, στην μόνη δύναμη μετά τους Έλληνες που είχαν εμπιστοσύνη και με την κατάληψη της Αδριανούπολης εγκαθίστανται στην επαρχία Χάφσας, του Μπαμπά-εσκί και των Σαράντα Εκκλησιών. Υπολογίζεται ότι περίπου 6.000 Γκαγκαούζοι μετακινούνται αυτή την περίοδο. Περίπου 1.000 εγκαθίστανται στην Υάμπολη της Βουλγαρίας.
Έτσι δημιουργείται ένα τρίγωνο ανάμεσα στη Βάρνα, Υάμπολη και Χάφσα μέσα στο οποίο βρίσκονται ζουν και επιβιώνουν οι γκαγκαούζικοι πληθυσμοί. Όσοι παρέμειναν στα πάτρια εδάφη υποφέρουν μαζί με τους ελληνικής καταγωγής χριστιανούς, αντιστέκονται στον εκβουλγαρισμό που προωθούν Ρώσοι και Βούλγαροι. Στην Βάρνα, στην Καβάρνα, στο Μπάλτζικ, στο Γκιαούρ-σουγιουτσούκ, στο Κέστριτς και σε άλλα χωριά αναφέρονται γεγονότα και ανθελληνικές ενέργειες των Βουλγάρων να τους πάρουν τα σχολεία και τις εκκλησίες. Η παρουσία και η παραμονή τους όμως είναι προδιαγεγραμμένη. Ο στόχος των Βουλγάρων είναι αν δεν εκβουλγαριστούν να εγκαταλείψουν τη πατρίδα τους στην οποία ζούσαν για εκατοντάδες χρόνια.

Με το μεγάλο ανθελληνικό διωγμό του 1906 και του 1914, εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Οι περισσότεροι μετακινούνται προς την Ανατολική Θράκη, ακολουθώντας τους υπόλοιπους Ανατολικορουμελιώτες και Βαρνιώτες και ορισμένοι διασκορπίζονται σε όλη την Ελλάδα. Υπάρχουν αναφορές ότι γκαγκαούζικοι πληθυσμοί υπάρχουν στην Θεσσαλία, στη Θεσσαλονίκη , στη Βέροια και στο Κιλκίς. Μέχρι και στην Ηγουμενίτσα εντοπίσαμε γκαγκαούζικο χωριό.
?λλοι μετακινούνται στην ενδοχώρα της Ανατολικής Θράκης και εγκαθίστανται σε χωριά του Ουζούν-Κιοπρού, των Μαλγάρων και της Αίνου. Ως τουρκόφωνοι χριστιανοί αντιμετωπίζονται αρχικά με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους χριστιανούς. Ιδρύουν δικά τους χωριά ή συνοικίες μέσα στις πόλεις, όπου ζουν σχεδόν απομονωμένοι.

Γρήγορα όμως θα αποτελέσουν το βασικό κορμό της αντίστασης των Θρακιωτών στις τουρκικές και βουλγαρικές πιέσεις και βλέψεις. Στη Ανατολική Θράκη οργανώνεται από τον Στυλιανό Γονατά και τον Κονδύλη ένα μεγάλο δίκτυο πληροφοριοδοτών για να εντοπίζουν και να προβλέπουν τις μετακινήσεις και τις επιδιώξεις των βουλγαρικών και τουρκικών στρατευμάτων και διοικήσεων. Στο δίκτυο αυτό περίοπτη θέση και δράση έχουν οι Γκαγκαούζοι της Χάφσας. Στα απομνημονεύματα του ο Γονατάς μιλάει με θαυμασμό για τον ηρωισμό τους και για τους αντιστασιακούς πυρήνες που οργανώνουν μέσα στα χωριά τους.

Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος φέρνει τους Βούλγαρους στην Ανατολική Θράκη. Στην αρχή αντιμετωπίζονται ως απελευθερωτές από τους χριστιανούς κατοίκους. Γρήγορα καταλαβαίνουν τα σχέδια τους για τον εκβουλγαρισμό των Θρακιωτών χριστιανών. Όσοι αντιστέκονται μετακινούνται. Γκαγκαβούζικοι πληθυσμοί μετακινούνται σε χωριά πέρα από το σημερινό χωριό Φυλάκιο και σε χωριά της Υάμπολης με στόχο να αναγκασθούν να δηλώσουν Εξαρχικοί και να ενταχθούν στο βουλγαρικό κράτος. Οι πιέσεις δεν αποδίδουν. Όταν εγκαταλείπουν την Θράκη οι Βούλγαροι, πολλοί Γκαγκαβούζοι φεύγουν μαζί τους για να γλυτώσουν από τα αντίποινα των Τούρκων. Η μέρα της απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης δεν άργησε να φανεί. Τον Ιούλιο του 1920 απελευθερώνεται. Οι γκαγκαβούζικοι πληθυσμοί όπως και οι υπόλοιποι Θρακιώτες υποδέχονται με ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό. Το πρώτο σύνταγμα στρατού από ντόπιους Θρακιώτες αποτελείται από Γκαγκαβούζους της Χάφσας όπως μαρτυρούν τα αρχεία του ελληνικού στρατού. Συμμετέχει στην απελευθέρωση των Σαράντα Εκκλησιών και φτάνει μέχρι τη Τσαλτάτζα, από όπου τους επιτρέπεται να γυρίσουν στα χωριά τους.
Δυστυχώς για όλους η εγκατάλειψη των εστιών τους και των χωριών τους δεν άργησε να φανεί. Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής πήραν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η μεγαλύτερη μάζα εγκαταστάθηκε στο βόρειο Έβρο. Ίσως γιατί με το πέρασμα του ποταμού βρήκαν αμέσως εδάφη που έμοιαζαν με αυτά των χωριών τους, ή διότι πίστευαν ότι η προσφυγιά ήταν προσωρινή και θα επέστρεφαν πάλι στα χωριά τους. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η εγκατάσταση τους αυτή τη φορά ήταν μόνιμη.

Μέχρι και σήμερα υπάρχουν και προσπαθούν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους. Μεταφέρθηκαν τραγούδια, παραμύθια και λαϊκές λατρείες, που αποτελούν ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο πολιτισμό, αυτόν του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Ένας πολιτισμός γνήσιος θρακιώτικος, που μέσα από το πέρασμα των αιώνων αποτελούσε το φάρο του πολιτισμού για όλους τους υπόλοιπους λαούς των Βαλκανίων. Αν υπάρχει σήμερα μια συγγένεια μεταξύ των χορών , των τραγουδιών και των παραδόσεων μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού πληθυσμού αυτό οφείλεται στην μακρόχρονη συγκατοίκηση τους.

Σήμερα κατοικούν στην πλειοψηφία τους στον βόρειο Έβρο, στα χωριά της Ορεστιάδας και Διδυμοτείχου. Τα χωριά και οι τόποι εγκατάστασης τους είναι: Επαρχία Ορεστιάδας: Αμμόβουνο 59 οικογένειες, Αρζος 33 οικ., , Βάλτος 23 οικ.,., Δίλοφος 24 οικ., Θούριο 194 οικ., Καβύλη 2 οικ., Καναδάς 63 οικ., Κέραμος 16 οικ., Κλεισώ 94 οικ., Κριός 1 οικ., Κυπρίνος 6 οικ.,., Λεπτή 15 οικ., Οινόη 237 οικ., Ορμένιο 6 οικ., Πάλη 7 οικ., Πλάτη 7 οικ.,., Πύργος 85 οικ., Σαγήνη 244 οικ., Σάκκος 1 οικ., , Σπήλαιο 30 οικ., Φυλάκιο 34 οικ.Στην επαρχία Διδυμοτείχου: Ασβεστάδες 3 οικ., Ευγενικό 22 οικ., Κωστή 12 οικ., Πουλιά 2 οικ., Σαύρα 12 οικ.Εγκαταστάσεις προσφύγων Γκαγκαβούζων έχουμε στα χωριά της Κομοτηνής: Άμφια, Ν. Καλίστη, όπως και στα Χρυσοχώραφα Σερρών.

Για τους υπόλοιπους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς θα πρέπει να διερευνηθεί καλύτερα και να αποδοθεί ο χαρακτήρας τους μετά από συστηματική έρευνα. Τους πληθυσμούς που αναφέρουμε είναι πρόσφυγες από την επαρχία Χάφσας της Αδριανούπολης, που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τον ξεριζωμό τους από την παλιά πατρίδα.

Μέσα από ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα δεν μπορούν να ειπωθούν και να γραφούν όλες οι πτυχές των Γκαγκαούζων. Ως συμπέρασμα μπορεί με βεβαιότητα να ειπωθεί ότι οι Γκαγκαούζοι είναι θρακιώτικο φύλο της βόρειας Βουλγαρίας, το οποίο παρουσιάζει μία μόνο ιδιαιτερότητα απέναντι στους υπόλοιπους Θρακιώτες και Έλληνες. Είναι τουρκόφωνοι αλλά φανατικοί χριστιανοί και Έλληνες. Είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, την προσδιορίζουν στο Βυζάντιο και τα βυζαντινά χρόνια. Κανείς δεν μπορεί να τους το αντιστρέψει.