Σταχυολογήματα Λόγου, Εμπειρίας, Κριτικής Σκέψης, Στάσης Ζωής και Ορθόδοξης Πνευματικότητας - Σεργιάνι στην Μνήμη, την Ιστορία, τον Πολιτισμό και την Παράδοση ως Αντίδοτο στη Λήθη και την Ακηδία.
''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013
Η βάπτιση του Ιησού Χριστού...
Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)
Πιστεύουμε,
διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς
Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί
λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το
νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως
εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε
σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της
βάπτισης.
Κάποτε,
όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο
ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι
έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη
τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά
κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού,
όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως
συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και
δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα
τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο
αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν.
Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει
τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο
το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που
Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν
αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των
οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία.
Είναι
η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας,
συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου - ούτε κατ’ ελάχιστο με
την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα
κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν
είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη
θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη
διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό
γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή,
το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον
δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή:
μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι
δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και
ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να
το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.
Τότε
όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα
ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη
σημασία αυτού του γεγονότος.
Με
την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός
πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και
αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου
Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να
συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη
συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια
σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια
του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να
επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό
και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του -
νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος - ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας
καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην
πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε
αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε
αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να
δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση,
τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της
ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της
προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του
αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα
επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.
Να
γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η
ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο
Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του
εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με
το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που
ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως
αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με
ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.
Να
λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να
κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης
θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα:
ποια θα είναι η απάντησή μας;
Από το βιβλίο, Συνάντηση με τον Θεό, εκδ. Εν πλώΣάββατο 5 Ιανουαρίου 2013
Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012
Μέγας Βασίλειος, Το λιοντάρι του Χριστού!
Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι
άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα
διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα
ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει
αυτή την ονομασία;
Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του
πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που
τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να
μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι
αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.
Μέγας Βασίλειος
Ο Μέγας Βασίλειος, «Το λιοντάρι του
Χριστού» όπως τον αποκαλούσαν, πολέμησε τις αιρέσεις, αντιτάχθηκε στις
αυθαιρεσίες της εξουσίας, πρόσφερε τεράστιο κοινωνικό έργο. Στο μεγάλο
λιμό ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, η εκμετάλλευση οργίαζε, ο Μέγας
Βασίλειος βγήκε στους δρόμους φωνάζοντας: «Τα παιδιά, πεθαίνουν τα
παιδιά», στυλίτευσε τους μαυραγορίτες και μερίμνησε για όλα τα παιδιά,
χριστιανών, εβραίων και ειδωλολατρών χωρίς καμιά διάκριση. Έδωσε όλη του
την περιουσία και έχτισε την Βασιλειάδα, το πρώτο γνωστό στην ιστορία
κοινωνικό ίδρυμα. Μια ολόκληρη πολιτεία με ορφανοτροφεία, γηροκομεία,
λεπροκομεία, νοσοκομεία που φιλοξενούσε 30.000 ανθρώπους. Υπερασπίστηκε
την ελληνική παιδεία γιατί πίστευε ότι έχει πολλά θετικά στοιχεία τα
οποία δεν βρίσκονται σε αντίθεση με την χριστιανική θέση.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι μια τεράστια
μορφή της χριστιανικής εκκλησίας, ένας φάρος που το φως του είναι τόσο
δυνατό ώστε να φωτίζει και τις δικές μας μέρες. Πίστευε ότι η εκκλησία
πρέπει να αγκαλιάσει όλα τα έθνη και τους πολιτισμούς, όλους τους
ανθρώπους: στους κόλπους της εκκλησίας δεν υπάρχουν άντρες και γυναίκες,
ελεύθεροι και δούλοι, οι κοινωνικές διακρίσεις έχουν καταργηθεί, και
αυτό ήταν το πιο δυνατό στίγμα στο έργο του Μεγάλου Βασιλείου. Αυτό που
αναζητά σήμερα ο κόσμος και έχει ανάγκη να δημιουργηθεί, υπήρχε στην
έρημο της Καππαδοκίας πριν από χιλιάδες χρόνια.
Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν,
όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές
και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία
όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει
μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς.
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις.
Πηγή : Τρελο-γιάννης
Οι Χριστοκάπηλοι και Χριστέμποροι παπόφιλοι του Φαναρίου
«Δεν χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως».
Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκίς
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν». Αυτή είναι η περίφημη απάντηση του «μεγάλου δουκός» Λουκά Νοταρά στον δύσμοιρο και ηρωϊκό αυτοκράτορα μας, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ο οποίος, για να σώσει την Πόλη από τους Τούρκους, δέχθηκε την υποδούλωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα.
Λίγα χρόνια ενωρίτερα, το 1438, ο αδελφός του Ιωάννης Η' ο Παλαιολόγος, παρά την ρητή εντολή του πατέρα του, συνετού αυτοκράτορα, Μανουήλ Παλαιολόγου- «φεύγε πάσαν απόπειραν ενώσεως προς τον Πάπαν» κατά τον Γ. Σφρανζή- για τους ίδιους λόγους, είχε αναγκαστεί, εν μέσω εκβιασμών και απειλών, να υπογράψει την «ένωση» των εκκλησιών στην μιαρά και ληστρική σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας. Τότε όμως τίποτε δεν είχε επιτευχθεί, γιατί είχε αντιδράσει σθεναρά ο αθλητής και στύλος της Ορθοδοξίας, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Μόνος σχεδόν ο
άγιος ξεγύμνωσε την παπική αίρεση, αρνήθηκε να υπογράψει, έσωσε την Ορθοδοξία, έσωσε τον Ελληνισμό. Ο πάπας Ευγένιος ο Δ' υπέγραψε το «όρο» και ζήτησε να μάθει τι έκανε ο Μάρκος. Όταν έμαθε ότι ο κυριότερος αντίπαλος του αρνήθηκε, αναφώνησε την περίφημη φράση: «λοιπόν, ουδέν εποιήσαμεν». Και θα δολοφονούσαν σίγουρα τα παπικά όργανα τον άγιο, αν δεν αναλάμβανε την προστασία του ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Επιστρέφοντας στην Πόλη η αποστολή, ο λαός, ο εμμένων στερρώς στην ορθόδοξη πίστη των πατέρων του, τίμησε τον στύλο της
Ορθοδοξίας, Μάρκο Ευγενικό, και αποδοκίμασε έντονα, προπηλάκισε σκαιώς, τους «Γραικολατίνους», τους ενωτικούς ιεράρχες. Γράφοντας στη συνέχεια ο Ευγενικός δύο εγκυκλίους κατά της «ψευδωνύμου ενώσεως», τις οποίες απηύθυνε «τοις απανταχού της γης και των νήσων ορθοδόξοις Χριστιανοίς», σημείωνε για τους εξωμότες παπόφιλους: « ...;φευκτέον αυτούς ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλών δήπου χείρονας, ως Χριστοκαπήλους και Χριστεμπόρους».( Ν. Βασιλειάδη, «Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωση των εκκλησιών», σελ.164).
Και η ιστορία δικαίωσε τον άγιο και όχι τους εξωμότες Βησσαρίωνες και Ισίδωρους.(Ο εξωμότης Βησσαρίων, τον οποίο κάποιοι σήμερα, κυρίως ποντιακής καταγωγής, προσπαθούν να τον ...;αποκαταστήσουν, πρόδωσε την πάτριον πίστιν, προσχώρησε στον παπισμό, εγκατέλειψε το ποίμνιό του- ήταν επίσκοπος Τραπεζούντας- λίγο προ της αλώσεως, και για τις εκδουλεύσεις του στον πάπα «τιμήθηκε» με το αξίωμα του καρδινάλιου).
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν σταματούν οι παπικοί μισιονάριοι να διατρέχουν την σκλαβωμένη Ρωμιοσύνη και να πιέζουν τους υπόδουλους να προσχωρήσουν στον Παπισμό. Χαράγματα σε παλιούς ναούς της Σίφνου, γράφουν: «1610. Οι Φράγκοι θέλουν να μας αλλαξοπιστήσουν». «Οι Φραγκολεβαντίνοι θέλουν να μας φραγκέψουν, κατάρα στους Φράγκους» («Αντιπαπικά», Φ.Κόντογλου, σελ. 55).
Κατηγορούν, μάλιστα, τους Έλληνες πως έσβησε η αίγλη και η σοφία τους. Τους απαντά ο μαρτυρικός πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (περί το 1630). «Ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αν δεν έχομεν σοφίαν εξωτέραν (του κόσμου τούτου), έχομεν χάριτι Θεού, σοφίαν εσωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν μας και εις τούτο πάντοτε είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας και εις το να σηκώνομεν τον σταυρόν μας και χύνωμεν το αίμα μας διά την πίστιν και την αγάπην μας προς τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν.
Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. Και εις την Ελλάδαν, τώρα τριακοσίους χρόνους
ευρίσκεται και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται διά να στέκουν εις την πίστιν των, και λάμπει η πίστις του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας ...;» (π. Θ.Ζήση, «Φραγκέψαμε», σελ. 67).
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός δικαιώνοντας την ρήση του Νοταρά για το τουρκικό φακιόλιον, έλεγε: «Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού, μας έστειλεν ο Θεός τον Άγιο Κωνσταντίνο και εστερέωσεν βασίλειον χριστιανικόν" και το είχαν οι Χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους Χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε διά ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Διά το ιδικόν μας συμφέρον" διότι τα άλλα έθνη (δηλαδή τα παπικά) θα μας έβλαπτον εις την πίστιν" ο Τούρκος άσπρα (δηλ. χρήματα) άμα του δώσεις, κάμνεις ό,τι θέλεις». (επ. Αυγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμάς ο Αιτωλός», σελ. 154).
Όσοι Ορθόδοξοι προσχώρησαν στον παπισμό, έδειξαν αργότερα στην επανάσταση ανάρμοστη εθνική συμπεριφορά. Ο ιστορικός του Αγώνα, Φιλήμων γράφει πως «την στιγμήν κατά την οποίαν το ελληνικόν άπαν κατά τε την Ευρώπην και την Ασίαν ηγωνίζετο προσφερόμενον θυσίαν υπέρ της κοινής πατρίδος, η διαγωγή των εν τοις νήσοις Ελλήνων του δυτικού δόγματος παρουσιάζει επονείδιστον και αποτρόπαιον στίγμα». Ψάξτε να βρείτε Συριανούς μπουρλοτιέρηδες και ναυμάχους. Δεν υπάρχουν, γιατί οι καραβοκύρηδες της Σύρου ήταν παπικοί. «Πολύ ολίγο
εφάνησαν Έλληνες», συμπληρώνει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα «απομνημονεύματά» του για την γνωριμία του μ' έναν Γάλλο περιηγητή ονόματι «Μαλέρμπη». «Μου λέγει», γράφει, ο αγωνιστής, «ένα θα σας βλάψει εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτείνη η ιδέα σ' εσάς πολύ τυπωμένη». Του απαντά μεταξύ άλλων ο Μακρυγιάννης: «Του κάκου κοπιάζει η Ευρώπη ...; ότι χωρίς αρετή και θρησκεία δεν σχηματίζεται κοινωνία ...; και πράμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, όπου το βαστήξαμεν εις την τυραγνία του Τούρκου, δεν το δίνομε τώρα, ούτε το καταφρονούμεν οι Έλληνες».
Τον συμβουλεύει ο στρατηγός να μην μιλάει περί θρησκείας στους Έλληνες. «Αυτός», όμως, «ήλθε ως κατηχητής. Πήγε εις τας επαρχίας κι άρχισε πάλε την κατήχησήν του ...; κι αν δεν σωφρονίζεται και ξαναμιλούσε διά θρησκεία, θα' μεναν τα κόκαλά του εις την Ελλάδα και τότε θα' λεγαν θεριά τους Έλληνες - διατί δεν θέλουν ν' αλλάξουν την θρησκείαν τους». («Απομνημονεύματα», εκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 729-730).
Όσο ήμασταν σκλαβωμένοι, κλήρος και λαός, ακολουθούσαν με ευλάβεια και ανδρεία το πατροπαράδοτον σέβας. Από τότε που ελευθερωθήκαμε και άρχισε «η μετακένωσις των φώτων, από το κοφίνια των αλλογενών (Ευρωπαίων), εις τα κοφίνια των Ελλήνων», (Κοραής), ξεκίνησε και πάλι η ύπουλη προσπάθεια υποδούλωσης της Ορθοδοξίας στον Παπισμό. Προσπάθεια που ανέλαβαν σήμερα να διεκπεραιώσουν κάποιες «πνευματικές» κεφαλές μας, παπολάτρες, «ψοφοδεείς που φροντίζουν διά την εξασφάλισιν του σαρκίου των και την καλοπέρασίν των, κάτω από την αιγίδα των αρχόντων του αιώνος τούτου, αδιαφορώντες διά πίστιν, διά αλήθειαν, διά σωτηρίαν ψυχής, διά παν υψηλόν, το οποίον καθιστά τον άνθρωπο από ζώο υλόφρον και σαρκικόν, αληθές τέκνο του Θεού». (Κόντογλου).
Έχει γίνει η πατρίδα μας περίγελως του κόσμου. Από τη μια οι γονατισμένοι πολιτικοί, οι δειλοί κεκράκτες της τουρκοελληνικής φιλίας και από την άλλη οι «νεοενωτικοί», οι Βησσαρίωνες της σήμερον, οι οποίοι απεργάζονται (βυσσοδομούν) την πνευματική άλωση του λαού μας. Όσοι αντιδρούν ...; είναι φανατικοί, σκοταδιστές.
«Οι αδιάφοροι και καιροσκόποι, οι θεωρούντες την Εκκλησίαν του Χριστού ως θεραπαινίδα πολιτικών και εγκοσμίων σκοπών, μας χαρακτηρίζουν ως φανατικούς και σκοταδιστές. Οι δε χριστιανοί με την σύγχρονον περί Χριστιανισμού αντίληψιν, μας βλέπουν ως στενοκέφαλους και εστερημένους τής, τόσον κακοπαθούσης, υψίστης χριστιανικής αρετής, της αγάπης». (μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Ορθόδοξα Μελετήματα», εκδ. Ορθόδοξου Τύπου, σελ. 10.
«Τι πάθηκαν, τι γίνηκαν», οι αντρειωμένοι, οι ομολογητές; Θα επιτρέψουμε να χαθεί το, «συνόκαιρο του κόσμου», Γένος των Ελλήνων, να επέλθει η «αποφύλισις», όπως ονόμαζε τον αφανισμό μας ο ιστορικός του έθνους Κ. Παπαρρηγόπουλος; Πού είναι οι νέοι Μάρκοι Ευγενικοί, για να βροντοφωνάξουν το «ουχ υπογράφω»!
Νατσιός Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκίς
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν». Αυτή είναι η περίφημη απάντηση του «μεγάλου δουκός» Λουκά Νοταρά στον δύσμοιρο και ηρωϊκό αυτοκράτορα μας, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ο οποίος, για να σώσει την Πόλη από τους Τούρκους, δέχθηκε την υποδούλωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα.
Λίγα χρόνια ενωρίτερα, το 1438, ο αδελφός του Ιωάννης Η' ο Παλαιολόγος, παρά την ρητή εντολή του πατέρα του, συνετού αυτοκράτορα, Μανουήλ Παλαιολόγου- «φεύγε πάσαν απόπειραν ενώσεως προς τον Πάπαν» κατά τον Γ. Σφρανζή- για τους ίδιους λόγους, είχε αναγκαστεί, εν μέσω εκβιασμών και απειλών, να υπογράψει την «ένωση» των εκκλησιών στην μιαρά και ληστρική σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας. Τότε όμως τίποτε δεν είχε επιτευχθεί, γιατί είχε αντιδράσει σθεναρά ο αθλητής και στύλος της Ορθοδοξίας, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Μόνος σχεδόν ο
άγιος ξεγύμνωσε την παπική αίρεση, αρνήθηκε να υπογράψει, έσωσε την Ορθοδοξία, έσωσε τον Ελληνισμό. Ο πάπας Ευγένιος ο Δ' υπέγραψε το «όρο» και ζήτησε να μάθει τι έκανε ο Μάρκος. Όταν έμαθε ότι ο κυριότερος αντίπαλος του αρνήθηκε, αναφώνησε την περίφημη φράση: «λοιπόν, ουδέν εποιήσαμεν». Και θα δολοφονούσαν σίγουρα τα παπικά όργανα τον άγιο, αν δεν αναλάμβανε την προστασία του ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Επιστρέφοντας στην Πόλη η αποστολή, ο λαός, ο εμμένων στερρώς στην ορθόδοξη πίστη των πατέρων του, τίμησε τον στύλο της
Ορθοδοξίας, Μάρκο Ευγενικό, και αποδοκίμασε έντονα, προπηλάκισε σκαιώς, τους «Γραικολατίνους», τους ενωτικούς ιεράρχες. Γράφοντας στη συνέχεια ο Ευγενικός δύο εγκυκλίους κατά της «ψευδωνύμου ενώσεως», τις οποίες απηύθυνε «τοις απανταχού της γης και των νήσων ορθοδόξοις Χριστιανοίς», σημείωνε για τους εξωμότες παπόφιλους: « ...;φευκτέον αυτούς ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλών δήπου χείρονας, ως Χριστοκαπήλους και Χριστεμπόρους».( Ν. Βασιλειάδη, «Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωση των εκκλησιών», σελ.164).
Και η ιστορία δικαίωσε τον άγιο και όχι τους εξωμότες Βησσαρίωνες και Ισίδωρους.(Ο εξωμότης Βησσαρίων, τον οποίο κάποιοι σήμερα, κυρίως ποντιακής καταγωγής, προσπαθούν να τον ...;αποκαταστήσουν, πρόδωσε την πάτριον πίστιν, προσχώρησε στον παπισμό, εγκατέλειψε το ποίμνιό του- ήταν επίσκοπος Τραπεζούντας- λίγο προ της αλώσεως, και για τις εκδουλεύσεις του στον πάπα «τιμήθηκε» με το αξίωμα του καρδινάλιου).
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν σταματούν οι παπικοί μισιονάριοι να διατρέχουν την σκλαβωμένη Ρωμιοσύνη και να πιέζουν τους υπόδουλους να προσχωρήσουν στον Παπισμό. Χαράγματα σε παλιούς ναούς της Σίφνου, γράφουν: «1610. Οι Φράγκοι θέλουν να μας αλλαξοπιστήσουν». «Οι Φραγκολεβαντίνοι θέλουν να μας φραγκέψουν, κατάρα στους Φράγκους» («Αντιπαπικά», Φ.Κόντογλου, σελ. 55).
Κατηγορούν, μάλιστα, τους Έλληνες πως έσβησε η αίγλη και η σοφία τους. Τους απαντά ο μαρτυρικός πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (περί το 1630). «Ημείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αν δεν έχομεν σοφίαν εξωτέραν (του κόσμου τούτου), έχομεν χάριτι Θεού, σοφίαν εσωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την ορθόδοξον πίστιν μας και εις τούτο πάντοτε είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους, εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας και εις το να σηκώνομεν τον σταυρόν μας και χύνωμεν το αίμα μας διά την πίστιν και την αγάπην μας προς τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν.
Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. Και εις την Ελλάδαν, τώρα τριακοσίους χρόνους
ευρίσκεται και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται διά να στέκουν εις την πίστιν των, και λάμπει η πίστις του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας ...;» (π. Θ.Ζήση, «Φραγκέψαμε», σελ. 67).
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός δικαιώνοντας την ρήση του Νοταρά για το τουρκικό φακιόλιον, έλεγε: «Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού, μας έστειλεν ο Θεός τον Άγιο Κωνσταντίνο και εστερέωσεν βασίλειον χριστιανικόν" και το είχαν οι Χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους Χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε διά ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Διά το ιδικόν μας συμφέρον" διότι τα άλλα έθνη (δηλαδή τα παπικά) θα μας έβλαπτον εις την πίστιν" ο Τούρκος άσπρα (δηλ. χρήματα) άμα του δώσεις, κάμνεις ό,τι θέλεις». (επ. Αυγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμάς ο Αιτωλός», σελ. 154).
Όσοι Ορθόδοξοι προσχώρησαν στον παπισμό, έδειξαν αργότερα στην επανάσταση ανάρμοστη εθνική συμπεριφορά. Ο ιστορικός του Αγώνα, Φιλήμων γράφει πως «την στιγμήν κατά την οποίαν το ελληνικόν άπαν κατά τε την Ευρώπην και την Ασίαν ηγωνίζετο προσφερόμενον θυσίαν υπέρ της κοινής πατρίδος, η διαγωγή των εν τοις νήσοις Ελλήνων του δυτικού δόγματος παρουσιάζει επονείδιστον και αποτρόπαιον στίγμα». Ψάξτε να βρείτε Συριανούς μπουρλοτιέρηδες και ναυμάχους. Δεν υπάρχουν, γιατί οι καραβοκύρηδες της Σύρου ήταν παπικοί. «Πολύ ολίγο
εφάνησαν Έλληνες», συμπληρώνει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα «απομνημονεύματά» του για την γνωριμία του μ' έναν Γάλλο περιηγητή ονόματι «Μαλέρμπη». «Μου λέγει», γράφει, ο αγωνιστής, «ένα θα σας βλάψει εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτείνη η ιδέα σ' εσάς πολύ τυπωμένη». Του απαντά μεταξύ άλλων ο Μακρυγιάννης: «Του κάκου κοπιάζει η Ευρώπη ...; ότι χωρίς αρετή και θρησκεία δεν σχηματίζεται κοινωνία ...; και πράμα τζιβαϊρικόν πολυτίμητο, όπου το βαστήξαμεν εις την τυραγνία του Τούρκου, δεν το δίνομε τώρα, ούτε το καταφρονούμεν οι Έλληνες».
Τον συμβουλεύει ο στρατηγός να μην μιλάει περί θρησκείας στους Έλληνες. «Αυτός», όμως, «ήλθε ως κατηχητής. Πήγε εις τας επαρχίας κι άρχισε πάλε την κατήχησήν του ...; κι αν δεν σωφρονίζεται και ξαναμιλούσε διά θρησκεία, θα' μεναν τα κόκαλά του εις την Ελλάδα και τότε θα' λεγαν θεριά τους Έλληνες - διατί δεν θέλουν ν' αλλάξουν την θρησκείαν τους». («Απομνημονεύματα», εκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 729-730).
Όσο ήμασταν σκλαβωμένοι, κλήρος και λαός, ακολουθούσαν με ευλάβεια και ανδρεία το πατροπαράδοτον σέβας. Από τότε που ελευθερωθήκαμε και άρχισε «η μετακένωσις των φώτων, από το κοφίνια των αλλογενών (Ευρωπαίων), εις τα κοφίνια των Ελλήνων», (Κοραής), ξεκίνησε και πάλι η ύπουλη προσπάθεια υποδούλωσης της Ορθοδοξίας στον Παπισμό. Προσπάθεια που ανέλαβαν σήμερα να διεκπεραιώσουν κάποιες «πνευματικές» κεφαλές μας, παπολάτρες, «ψοφοδεείς που φροντίζουν διά την εξασφάλισιν του σαρκίου των και την καλοπέρασίν των, κάτω από την αιγίδα των αρχόντων του αιώνος τούτου, αδιαφορώντες διά πίστιν, διά αλήθειαν, διά σωτηρίαν ψυχής, διά παν υψηλόν, το οποίον καθιστά τον άνθρωπο από ζώο υλόφρον και σαρκικόν, αληθές τέκνο του Θεού». (Κόντογλου).
Έχει γίνει η πατρίδα μας περίγελως του κόσμου. Από τη μια οι γονατισμένοι πολιτικοί, οι δειλοί κεκράκτες της τουρκοελληνικής φιλίας και από την άλλη οι «νεοενωτικοί», οι Βησσαρίωνες της σήμερον, οι οποίοι απεργάζονται (βυσσοδομούν) την πνευματική άλωση του λαού μας. Όσοι αντιδρούν ...; είναι φανατικοί, σκοταδιστές.
«Οι αδιάφοροι και καιροσκόποι, οι θεωρούντες την Εκκλησίαν του Χριστού ως θεραπαινίδα πολιτικών και εγκοσμίων σκοπών, μας χαρακτηρίζουν ως φανατικούς και σκοταδιστές. Οι δε χριστιανοί με την σύγχρονον περί Χριστιανισμού αντίληψιν, μας βλέπουν ως στενοκέφαλους και εστερημένους τής, τόσον κακοπαθούσης, υψίστης χριστιανικής αρετής, της αγάπης». (μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Ορθόδοξα Μελετήματα», εκδ. Ορθόδοξου Τύπου, σελ. 10.
«Τι πάθηκαν, τι γίνηκαν», οι αντρειωμένοι, οι ομολογητές; Θα επιτρέψουμε να χαθεί το, «συνόκαιρο του κόσμου», Γένος των Ελλήνων, να επέλθει η «αποφύλισις», όπως ονόμαζε τον αφανισμό μας ο ιστορικός του έθνους Κ. Παπαρρηγόπουλος; Πού είναι οι νέοι Μάρκοι Ευγενικοί, για να βροντοφωνάξουν το «ουχ υπογράφω»!
Πηγή : Τρελο-γιάννης
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
Ἕνα σκάνδαλο, πολλὲς ἁμαρτίες καὶ ἕνας ἅγιος!
Μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες ἱστορίες τοῦ Λαυσαϊκοῦ περιγράφει τὸ βίο ἑνὸς
μοναχοῦ, ποὺ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ μοναστήρι, δούλευε σὰν φορτοεκφορτωτὴς
στὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας. Καὶ ὅπως ἀπὸ κάθε λιμάνι, οὔτε ἀπ’ αὐτὸ
ἔλειπαν οἱ πόρνες. Ὁ «μοναχὸς» δούλευε ὅλη τὴν ἡμέρα, καὶ τὸ βράδυ
ξόδευε ὅλα ὅσα κέρδιζε, «ἀγοράζοντας» τὴν συντροφιὰ μιᾶς πόρνης γιὰ ὅλη
τὴ νύχτα.
Ἦταν ἡ ντροπὴ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλης, ἦταν τὸ σκάνδαλο τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ χρόνια περναγαν καὶ παρὰ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς συστάσεις, αὐτὸς συνέχιζε τὴν ἁμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, ὅπως σὲ ὅλους μας, ὁ θάνατος ἦρθε σὰν λύτρωση, σὰν φάρμακο ποὺ θὰ τὸν ἔσωζε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ δὲν σταμάτησε νὰ κάνει ἀκόμη καὶ λίγο πρὶν πεθάνει. Καὶ πῶς νὰ τὸν ἀφήσουν χωρὶς ταφὴ γιὰ χριστιανό; Οἱ παπάδες τῆς πόλης τὸν πῆραν νὰ τὸν κηδέψουν καὶ μαζί του νὰ θάψουν τὸ σκάνδαλο. Τὸ νέο μαθεύτηκε: Ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς πέθανε. Ποιὸς ἄραγε θὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία νὰ τὸν ἀποχαιρετήσει;
Ἡ ἐκκλησία στὴν κηδεία του γέμισε ἀπὸ γυναῖκες τῆς Ἀλεξάνδρειας, τίμιες γυναῖκες, χριστιανές, ποὺ ἦρθαν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν, μὰ ὄχι σὰν ἕναν ὁποιοδήποτε νεκρό, σὰν ἅγιο! Κάποιος γνώρισε σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὸ πρόσωπο μιᾶς πόρνης, ποὺ εἶχε καιρὸ νὰ δεῖ στὸ λιμάνι… δὲν ἦταν ὅμως, ὅπως τὴν θυμόταν. Κάποιες ἄλλες, ἁπλά τοὺς θυμίζαν κάτι ἀπόμακρο.
Τότε ἡ πόλη ἔμαθε πὼς ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς ἦταν ἕνας ἅγιος, ποὺ μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ κέρδιζε, ἐξαγόραζε μία νύχτα χωρὶς ἁμαρτία, ἀγόραζε τὸ «δικαίωμα» στὸ σῶμα τους γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ψυχή τους. Τότε ἡ πόλη ἔμαθε, ὅτι αὐτὸς ποὺ νομίζαν ὅτι εἶναι τὸ «σκάνδαλο» ἦταν ἡ ἁγνότητα, ἡ ἄδολη ἀγάπη, ἡ αὐταπάρνηση, ὁ ἄνθρωπος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θέωση. Γιατί ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνεται στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ στὸ τέλος της. Γιατί ἀκόμη κι ὅταν ὁ ἴδιος ζεῖ «καθὼς πρέπει», πρέπει νὰ μαρτυρήσει, πρέπει νὰ ζήσει τὴν μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο. Τελικὰ ποιὸς εἶναι τὸ σκάνδαλο, ὁ ἄλλος ἢ ἐμεῖς; Μήπως ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ θέτω στὸν ἄλλο τὸ προσωπεῖο ποὺ μοῦ ταιριάζει νὰ τὸν βλέπω; Μήπως γιατί φοβᾶμαι μὴν ἀποκαλυφθεῖ τὸ δικό μου προσωπεῖο;
Καὶ τελικὰ τί κάνουμε μὲ τὸ σκάνδαλο, ποιὸς τὸ κουβαλᾶ, ποιὸς θὰ «σώσει» τὸ σκάνδαλο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι οὐσιαστικό, γιατί τὸ σκάνδαλο τοῦ ἄλλου ἔχει μιὰ θεμελιακὴ λειτουργία: Γεμίζει τὰ δικά μας κενά, τὰ κενά τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Εἶναι εὔκολο νὰ κατηγορήσουμε, εἶναι εὔκολο νὰ γκρεμίσουμε, ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ δουλέψουμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό! Υἱοθετοῦμε ἐπιλογὲς ἀπάνθρωπες καταρχὴν γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν κάθε μορφῆς κρίση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὑπόθεση ἰδεολογίας, θεωρίας ἢ δομῶν, εἶναι πρωτίστως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς λειτουργίας χωρὶς πραγματικὸ σκοπό, ἡ εἴσοδος σὲ ἕναν μηχανισμὸ κατάρρευσης καὶ φθορᾶς. Σήμερα ζοῦμε μὲ μοναδικὴ ἔνταση τὴν ποιοτικὴ ἀπώλεια τῶν ἐσωτερικῶν κριτήριων μιᾶς κοινωνίας ποὺ δὲν «κοινωνεῖ», ἀλλὰ μόνο «ἐπικοινωνεῖ» τὰ ἀδιάλειπτα κενά της. Ἡ «πραγματικὴ ζωὴ» δὲν εἶναι ἡ δική μας, ἀλλὰ τοῦ άλλου. Ἐντούτοις ὀφείλουμε νὰ ἀναζητήσουμε τὴν δική μας ζωή, γιατί στὴν τελικὴ Κρίση τὸ δικό μας βιβλίο, τῆς ζωῆς μας, θὰ εἶναι ἀδειανό.
Ἦταν ἡ ντροπὴ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλης, ἦταν τὸ σκάνδαλο τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ χρόνια περναγαν καὶ παρὰ τὶς ἐκκλήσεις καὶ τὶς συστάσεις, αὐτὸς συνέχιζε τὴν ἁμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, ὅπως σὲ ὅλους μας, ὁ θάνατος ἦρθε σὰν λύτρωση, σὰν φάρμακο ποὺ θὰ τὸν ἔσωζε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ δὲν σταμάτησε νὰ κάνει ἀκόμη καὶ λίγο πρὶν πεθάνει. Καὶ πῶς νὰ τὸν ἀφήσουν χωρὶς ταφὴ γιὰ χριστιανό; Οἱ παπάδες τῆς πόλης τὸν πῆραν νὰ τὸν κηδέψουν καὶ μαζί του νὰ θάψουν τὸ σκάνδαλο. Τὸ νέο μαθεύτηκε: Ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς πέθανε. Ποιὸς ἄραγε θὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία νὰ τὸν ἀποχαιρετήσει;
Ἡ ἐκκλησία στὴν κηδεία του γέμισε ἀπὸ γυναῖκες τῆς Ἀλεξάνδρειας, τίμιες γυναῖκες, χριστιανές, ποὺ ἦρθαν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν, μὰ ὄχι σὰν ἕναν ὁποιοδήποτε νεκρό, σὰν ἅγιο! Κάποιος γνώρισε σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὸ πρόσωπο μιᾶς πόρνης, ποὺ εἶχε καιρὸ νὰ δεῖ στὸ λιμάνι… δὲν ἦταν ὅμως, ὅπως τὴν θυμόταν. Κάποιες ἄλλες, ἁπλά τοὺς θυμίζαν κάτι ἀπόμακρο.
Τότε ἡ πόλη ἔμαθε πὼς ὁ «γεροπόρνος» μοναχὸς ἦταν ἕνας ἅγιος, ποὺ μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ κέρδιζε, ἐξαγόραζε μία νύχτα χωρὶς ἁμαρτία, ἀγόραζε τὸ «δικαίωμα» στὸ σῶμα τους γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ψυχή τους. Τότε ἡ πόλη ἔμαθε, ὅτι αὐτὸς ποὺ νομίζαν ὅτι εἶναι τὸ «σκάνδαλο» ἦταν ἡ ἁγνότητα, ἡ ἄδολη ἀγάπη, ἡ αὐταπάρνηση, ὁ ἄνθρωπος, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θέωση. Γιατί ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνεται στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ στὸ τέλος της. Γιατί ἀκόμη κι ὅταν ὁ ἴδιος ζεῖ «καθὼς πρέπει», πρέπει νὰ μαρτυρήσει, πρέπει νὰ ζήσει τὴν μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο. Τελικὰ ποιὸς εἶναι τὸ σκάνδαλο, ὁ ἄλλος ἢ ἐμεῖς; Μήπως ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ θέτω στὸν ἄλλο τὸ προσωπεῖο ποὺ μοῦ ταιριάζει νὰ τὸν βλέπω; Μήπως γιατί φοβᾶμαι μὴν ἀποκαλυφθεῖ τὸ δικό μου προσωπεῖο;
Καὶ τελικὰ τί κάνουμε μὲ τὸ σκάνδαλο, ποιὸς τὸ κουβαλᾶ, ποιὸς θὰ «σώσει» τὸ σκάνδαλο; Τὸ ἐρώτημα εἶναι οὐσιαστικό, γιατί τὸ σκάνδαλο τοῦ ἄλλου ἔχει μιὰ θεμελιακὴ λειτουργία: Γεμίζει τὰ δικά μας κενά, τὰ κενά τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Εἶναι εὔκολο νὰ κατηγορήσουμε, εἶναι εὔκολο νὰ γκρεμίσουμε, ἀλλὰ εἶναι δύσκολο νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ δουλέψουμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό! Υἱοθετοῦμε ἐπιλογὲς ἀπάνθρωπες καταρχὴν γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν κάθε μορφῆς κρίση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὑπόθεση ἰδεολογίας, θεωρίας ἢ δομῶν, εἶναι πρωτίστως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς λειτουργίας χωρὶς πραγματικὸ σκοπό, ἡ εἴσοδος σὲ ἕναν μηχανισμὸ κατάρρευσης καὶ φθορᾶς. Σήμερα ζοῦμε μὲ μοναδικὴ ἔνταση τὴν ποιοτικὴ ἀπώλεια τῶν ἐσωτερικῶν κριτήριων μιᾶς κοινωνίας ποὺ δὲν «κοινωνεῖ», ἀλλὰ μόνο «ἐπικοινωνεῖ» τὰ ἀδιάλειπτα κενά της. Ἡ «πραγματικὴ ζωὴ» δὲν εἶναι ἡ δική μας, ἀλλὰ τοῦ άλλου. Ἐντούτοις ὀφείλουμε νὰ ἀναζητήσουμε τὴν δική μας ζωή, γιατί στὴν τελικὴ Κρίση τὸ δικό μας βιβλίο, τῆς ζωῆς μας, θὰ εἶναι ἀδειανό.
Μια Χαριτωμένη.....ηγουμένη!
+ Γερόντισσα Φωτεινή (Ντέμου) Πέντε χρόνια από τήν κοίμησή της
Στη φωτογραφία η νεαρότερη ηλικιακά μοναχή.
Τήν
10η Δεκεμβρίου συμπληρώθηκε μιά πενταετία από τήν κοίμηση τής μακαριστής
Γερόντισσας Φωτεινής (κατά κόσμον Χαρούλας Ντέμου) Ηγουμένης τής Ιεράς Μονής
Γενεθλίου τής Θεοτόκου (Πελαγίας), τής Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών καί Λεβαδείας,
τής Μονής πού επιμελείται τήν έκδοση τών βιβλίων τού Σεβασμιωτάτου κ. Ιεροθέου.
Αντί
άλλου μνημοσύνου η Εφημερίδα μας δημοσιεύει κατωτέρω δύο κεφάλαια από τίς
αναμνήσεις τών Μοναχών τής Μονής, οι οποίες εκδόθηκαν σέ ειδικό αφιερωματικό
τευχίδιο.
Γίνεται
δέ γνωστόν στούς αναγνώστες μας ότι ο Σεβασμιώτατος π. Ιερόθεος συνέγραψε
βιβλίο γιά τήν Γερόντισσα Φωτεινή, τό οποίο πρόκειται νά εκδοθή προσεχώς.
* *
*
Η
διακονία της στούς προσκυνητές
Γράφουν
οι Μοναχές τής Ιεράς Μονής Γενεθλίου τής Θεοτόκου (Πελαγίας)
Μέ πολλή χαρά δεχόταν όλους τούς προσκυνητές. Πολλοί από αυτούς πού τήν επισκέπτονταν στό Μοναστήρι εξέφραζαν μέ ποικίλους τρόπους τήν αγάπη τους και τήν χαρά τους, όταν τήν έβλεπαν. Ιδιαίτερα τήν επισκέπτονταν από τούς τόπους πού έζησε καί εργάσθηκε ως εκπαιδευτικός. Από τά Γιάννενα, τήν Θεσσαλονίκη, τό Μέτσοβο, τήν Έδεσσα.
Διαβεβαίωναν στίς μοναχές ότι τήν εκτιμούσαν γιά τήν
απλότητά της καί τό αυθόρμητο τού χαρακτήρα της. Πραγματικά, η Γερόντισσα
Φωτεινή, από τήν μικρή της ηλικία καί έως τό τέλος τής ζωής της, δέν τά πήγαινε
καλά μέ τόν καθωσπρεπισμό καί τήν ψεύτικη ευγένεια. Δέν μπορούσε ποτέ νά
κολακέψη άνθρωπο. Δέν μπορούσε νά υποκριθή. Είχε απλή καί ανεπιτήδευτη
συμπεριφορά. Μιλούσε δίχως ευσεβισμούς, αλλά πηγαία καί αυθόρμητα. Είχε
ευθύτητα καί μεγάλη αμεσότητα μέ τόν συνομιλητή της. Ήταν ξεκάθαρη καί
ειλικρινής. Ήταν πάντα αληθινή. Έλεγε:
«Δέν
μπορώ νά αγαπώ έναν άνθρωπο καί νά ξέρω ότι ζή στήν αμαρτία. Δέν τό αντέχω. Θά
κάνω τά αδύνατα δυνατά».
«Νά
αγαπήσουμε τόν Χριστό. Αυτός καί εγώ. Κανείς άλλος μεταξύ μας».
«Γιά
δύο λόγους ήθελα νά γίνω μοναχή: γιά νά ζώ πιό πολύ μέ τόν Θεό καί γιά τούς
ανθρώπους πού αγαπώ. Δέν θά μπορούσα διαφορετικά νά τούς βοηθήσω παρά μόνο μέ
τήν προσευχή».
Σέ
αγαπητό της πρόσωπο έλεγε: «Δέν θέλω νά φοβάσαι, όταν θά πεθάνης, γι’ αυτό
πρόσεχε πώς ζής. Δέν μπορώ νά τό διανοηθώ ότι εσύ δέν θά σωθής».
Στούς
«αντιδραστικούς» μέ τήν Εκκλησία έλεγε τήν χαρακτηριστική φράση: «Αυτόν θά τόν
«εκδικηθώ» μέ τήν αγάπη». Καί, πράγματι, αυτή η «εκδίκηση» πάντα είχε θετικό
αποτέλεσμα.
Άνθρωποι
πονεμένοι, απελπισμένοι, προβληματισμένοι καί τραυματισμένοι από αστοχίες,
δοκιμασίες καί αμαρτίες, συζητώντας μαζί της εύρισκαν ελπίδα. Τούς έβλεπε μέ
ιδιαίτερη αγάπη καί σεβασμό καί τούς μετέδιδε αισιοδοξία, παρηγοριά καί μιά
αίσθηση χαράς. Πολλοί τής έδιναν υπόσχεση ότι θά αλλάξουν τρόπο ζωής. Ακούραστη
πάντα άκουγε τά προβλήματά τους καί συμμετείχε στόν πόνο τους. Τούς μιλούσε γιά
τήν ζωή μέσα στήν Εκκλησία, γιά τήν υπέρβαση τών προβλημάτων καί τού θανάτου.
Έλεγε
ότι πρέπει νά προσγειωθούμε γιατί στήν ζωή ποτέ δέν μπορούμε νά βρούμε ό,τι
επιθυμούμε.
Η
Γερόντισσα Φωτεινή απάντησε σέ επιστολή πού τής έστειλε φίλη της από τό
εξωτερικό καί τής ζητούσε συμβουλή καί βοήθεια σέ μιά δυσκολία πού περνούσε:
"...Ευχαριστώ
γιά τήν εμπιστοσύνη πού μού δείχνεις. Μή στενοχωριέσαι. Πολλές φορές, όταν
είμαστε καλά ψυχολογικά, λύνονται καλύτερα τά προβλήματα καί ο Θεός ενεργεί
διαφορετικά σέ μιά χαρούμενη καί ελπιδοφόρα καρδιά. Νά δοξάζης τόν Άγιο Θεό, πού
έχεις τήν υγεία σου σωματική καί διανοητική. Βλέπεις καθημερινά τί φοβερά
πράγματα συμβαίνουν παντού. Χίλιες δόξες πού έχουμε σωστά τά μυαλά μας καί
μπορούμε νά λέμε ένα «Κύριε, ελέησον» καί νά ελπίζουμε στό έλεος τού Θεού. Αυτό
είναι η ζωή! Έχει ο Θεός. Νά αφήνουμε απλά τήν ζωή μας στήν πρόνοιά Του καί
Εκείνος έχει τόν τρόπο νά μάς καθοδηγή καί νά μάς σώζη.
Μή
περιμένεις από τόν εαυτό σου τέλεια πράγματα καί βασανίζεσαι. Τό ορθόδοξο είναι
νά κάνουμε καί λάθη καί νά ζητάμε συγγνώμη. Μή περιμένουμε τά πράγματα όπως θά
τά θέλαμε εμείς. Όχι, ο Θεός έχει άλλη λογική. Εκεί πού εμείς βλέπουμε κατάρα
μπορεί αυτό νά είναι ευλογία καί τό αντίθετο.
Εύχομαι
ο Θεός καί η Παναγία μας νά σέ φωτίζη ώστε νά δέχεσαι τίς ενέργειες τών άλλων
σάν ευλογία, έστω καί άν τίς βλέπης αρνητικές. Η ζωή τού Χριστιανού είναι
πόνος, δυσκολία καί υπομονή. Ίσως μόνο έτσι ωριμάζουμε καί γινόμαστε άξιοι τού
Χριστού. Τόν ίδιο δρόμο βάδισε καί Εκείνος κι άς ήταν Θεάνθρωπος!
Χαίρομαι
γιατί σκέπτεσαι καί προβληματίζεσαι σάν Ρωμηά, δηλαδή ορθόδοξη. Ο Θεός, είμαι
σίγουρη, ότι θά σέ βοηθήση όπως δέχεται η ψυχή σου κι όπως ξέρει Εκείνος».
Τά
τελευταία χρόνια επισκέπτονταν τό Μοναστήρι πολλοί προσκυνητές μέ λεωφορεία,
είτε από Ενορίες μέ Ιερείς, είτε από τουριστικά Γραφεία. Όσο απασχολημένη καί
άν ήταν θά κατέβαινε στό αρχονταρίκι γιά νά χαιρετήση καί νά απευθύνη λόγο πού
ανέπαυε καί παρηγορούσε τούς προσκυνητές.
Μερικοί,
βλέποντας τήν απλότητα πού διέκρινε τήν Γερόντισσα στήν φιλοξενία, καί τήν
αγάπη της στόν κάθε άνθρωπο πού έπασχε, γίνονταν απαιτητικοί μέ τίς συχνές
επισκέψεις τους στήν Μονή. Παρουσίαζαν γιά αλήθεια τίς πιό απίθανες ιστορίες
πού πάντα ήταν δακρύβρεχτες. Έτσι, συνήθιζαν νά έρχωνται διάφοροι «ζητιάνοι»,
επαγγελματίες, γιά ελεημοσύνη πού έπρεπε όμως νά φύγουν όλοι μέ γεμάτα τά χέρια
από τό Μοναστήρι. Ενδεικτικό είναι ένα περιστατικό:
Μιά
μέρα ήρθε κάποιος τσιγγάνος μέ τήν μάνα του. Οδηγούσε ένα πολυτελέστατο
αυτοκίνητο, τελευταίας τεχνολογίας, σέ μεταλλικό ασημί χρώμα. Επειδή εκείνη τήν
περίοδο η Νομαρχία φρόντιζε τόν δρόμο γιά τό Μοναστήρι, νομίσαμε πώς ήρθε ο
Νομάρχης. Όταν καταλάβαμε τόν σκοπό τής επισκέψεως μερικές αδελφές πού βρέθηκαν
εκείνη τήν στιγμή εκεί δυσανασχέτησαν. Η Γερόντισσα τούς ετοίμασε μόνη της τόν
δίσκο μέ τόν καφέ, τούς έδωσε τρόφιμα καί τούς πλήρωσε τήν βενζίνη πού χρειάσθηκε
γιά νά έρθουν στό Μοναστήρι.
Η
αντιμετώπιση τής ασθένειάς της
Μετά
τήν διάγνωση τής μαγνητικής εξέτασης είπε: «Δέν είναι τυχαία αυτή η ασθένεια.
Ο
Θεός τήν επέτρεψε. Έχει τούς λόγους Του. Προσευχηθείτε νά τήν αντιμετωπίσω
σωστά. Ταλαιπωρώ τόσους ανθρώπους. Τόσοι ενδιαφέρονται καί προσεύχονται γιά
μένα! Σάν μοναχές, όπου καί άν πάμε, όλοι μάς σέβονται καί μάς εξυπηρετούν.
Πόσο ταλαιπωρείται όμως ο κόσμος!».
Αντιμετώπισε
τήν ασθένεια μέ πίστη στόν Θεό καί δοξολογία. Ο θάνατός της ήταν μία κοίμηση.
Είχε πλήρη συναίσθηση μέχρι τήν τελευταία στιγμή. Έφυγε προσευχομένη εν μέσω
προσευχομένων αδελφών καί μέ τήν ευχή τού Πνευματικού της Πατέρα, τήν στιγμή
πού στό Μοναστήρι της προσεύχονταν θερμά όλες οι αδελφές.
Πολλές
φορές η Γερόντισσα μιλούσε γιά τόν θάνατο καί γιά τήν μνήμη τού θανάτου πού
πρέπει νά καλλιεργή ο Μοναχός. Έλεγε: «Όλη τήν ζωή μας πρέπει νά τήν θεωρούμε
σάν προετοιμασία γιά τήν ώρα τού θανάτου. Όταν ο Θεός θά πή τό STOP νά μή
φοβόμαστε».
Κάθε
χρόνο τήν ημέρα τού Πάσχα επανελάμβανε προτάσεις από τόν Κατηχητικό Λόγο τού
αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Έλεγε συγκεκριμένα: «Μηδείς φοβείσθω θάνατον
ηλευθέρωσε γάρ ημάς ο τού Σωτήρος θάνατος». Έψαλλε μέ όλη τήν δύναμη τής ψυχής
της καί τής φωνής της τόν Αναστάσιμο Κανόνα τού Πάσχα.
Τό
Μέγα Σάββατο αυτήν τήν χρονιά λειτούργησε στό Μοναστήρι ο Μητροπολίτης κ.
Ιερώνυμος. Τήν στιγμή κατά τήν οποία ο Σεβασμιώτατος έψαλλε τό «Ανάστα ο
Θεός...» καί πετούσε στόν Ναό τίς δάφνες, η Γερόντισσα, κατά κοινή ομολογία,
ζούσε τήν χαρά τής Αναστάσεως καί, όταν ο Σεβασμιώτατος μπήκε μέσα στό Άγιο
Βήμα, πήρε στά χέρια της τό πανέρι καί μέ πολλή χαρά καί ενθουσιασμό σκόρπισε η
ίδια τίς υπόλοιπες δάφνες πού είχαν απομείνει. Όταν επέστρεψε στήν θέση της
είπε: «Τί μεγαλείο ζούμε μέσα στήν Ορθοδοξία! Είναι τιμή γιά μάς νά είμαστε
παιδιά Θεού ζώντος».
Όταν, μετά τό τέλος τής Θείας Λειτουργίας καί τήν συζήτηση
πού είχε μέ τόν Σεβασμιώτατο, τής προτάθηκε νά αναπαυθή λίγο, γιατί ήταν
ταλαιπωρημένη καί από τήν xημειοθεραπεία καί από τήν ορθοστασία, είπε: «Δέν
αισθάνομαι καθόλου κουρασμένη. Ο Απόστολος, πού ακούσαμε σήμερα στήν Θεία
Λειτουργία, δέν μ’ αφήνει σέ ησυχία, «ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών διά
τής δόξης τού Πατρός, ούτω καί ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν"».
Όσοι τήν έζησαν εκείνες τίς ώρες, αισθάνονταν ότι είχαν κοντά τους μία μάρτυρα
τής Αναστάσεως τού Χριστού, όχι μόνον «εξ ακοής» αλλά καί «από θέας», μιά
μαθήτρια καί ευαγγελίστρια Χριστού.
Παρακαλούμε
τόν Κύριο, πού γνωρίζει πιό καλά από τόν καθένα όλη της τήν ζωή, Τόν έχοντα
ζωής καί θανάτου τήν εξουσία, νά τήν συναριθμήση «εν τή Εκκλησία τών
πρωτοτόκων» καί «εν ταίς λαμπρότησι τών Αγίων». Νά τής χαρίση τήν ανώδυνη καί
ατελεύτητη ζωή, όπου λάμπει τό φαιδρό καί ανέσπερο Φώς.
Άς έχουμε την ευχούλα της.....
Πηγή : Τρελο-γιάννης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)