''Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς''
Μ. Βασιλείου, Ασκητικές Διατάξεις

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Ξεριζωμός...

 «Ὁ ἄντρας σκεπάζει μὲ μία κουβέρτα τὴν ἐτοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στὸν ἀραμπά γιὰ νὰ τὴν προφυλάξῃ ἀπὸ τὴ βροχή. Ἐκείνη εἶναι τὸ μόνο πρόσωπο ποὺ βγάζει κάποιους ἤχους [ἀπὸ τοὺς πόνους τῆς γέννας]. Ἡ μικρὴ κόρη τους, τὴν κοιτάζει μὲ τρόμο καὶ βάζει τὰ κλάματα. Καὶ ἡ πομπὴ προχωρᾶ… Δὲν ξέρω πόσο χρόνο θὰ πάρῃ αὐτὸ τὸ γράμμα νὰ φτάσῃ στὸ Τορόντο, ἀλλὰ ὅταν ἐσεῖς οἱ ἀναγνῶστες τῆς Στὰρ τὸ διαβάσετε, νὰ εἶστε σίγουροι ὅτι ἡ ἴδια τρομακτική, βάναυση πορεία ἑνὸς λαοῦ ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ τὸν τόπο του, θὰ συνεχίζῃ νὰ τρεκλίζῃ, στὸν ἀτέλειωτο λασπωμένο δρόμο πρὸς τὴ Μακεδονία». (Toronto Star, 20 Ὀκτωβρίου 1922)


    «Τὸ κυρίως σῶμα τῆς πομπῆς, ποὺ διασχίζει τὸν ποταμὸ Ἕβρο στὴν Ἀδριανούπολη, φτάνει τὰ τριάντα χιλιόμετρα. Τριάντα χιλιόμετρα μὲ κάρα ποὺ τὰ σέρνουν βόδια, ταύροι καὶ λασπωμένα βουβάλια, μὲ ἐξουθενωμένους, κατάκοπους ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ νὰ περπατοῦν στὰ τυφλά…».


- Ἔρνεστ Χέμινγουεϊ -


Τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1922, ἂν καὶ ἄρρωστος ἀπὸ ἐλονοσία, ὁ Χέμινγουεϊ παρακολουθεῖ τὴν πορεία τῶν Ἑλλήνων προσφύγων....


  Οἱ ἀνταποκρίσεις τοῦ νομπελίστα Ἔρνεστ Χέμινγουεϊ τὸ χρονικὸ διάστημα 1920 – 1922, ἔγιναν βιβλίο μὲ τίτλο «Μὲ ὑπογραφὴ Χέμινγουεϊ» καὶ ὑπότιτλο «1920 – 1922 Ἰταλία, Βαλκάνια, Μικρασιατικὴ καταστροφή» (Ἐκδόσεις Καστανιώτη).


Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

 

1/23/2021

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΙΓΗΡΙΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟΝ «ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ»


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» και στον Σταύρο Τζίμα μίλησε με την παρρησία που τον διακρίνει για την σχέση της Εκκλησίας με την πανδημία του κορωνοϊού. 
Ας δούμε τι είπε ο Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος: 
«Λυπήθηκα για όλους που δεν θέλησαν να γνωστοποιήσουν ότι βρέθηκαν θετικοί. Κάποιοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση ή και πέθαναν κιόλας. Αυτό είναι απαράδεκτο». 
Όσο για τη γενικότερη συζήτηση περί του δήθεν απρόσβλητου από τον ιό στο εσωτερικό των ναών και κατά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τόνισε: 
«Πρέπει να απαντήσει η “άλλη πλευρά”, εκείνη που βλέπει διωγμούς, κατακόμβες, που θέλει να βουτήξουμε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας και να βγούμε στους δρόμους, σε μια πάρα πολύ απλή και αγαθή ερώτηση: μέσα στην εκκλησία η κτιστότητα (σ.σ.: ο γήινος, ο ανθρώπινος χαρακτήρας) καταργείται; Αναιρείται; Έχω την αίσθηση πως όχι. Γιατί αν αναιρείται, τότε δεν θα έπρεπε κανένας από εμάς να πεθαίνει. Θα έπρεπε εκατομμύρια άνθρωποι από συστάσεως της Θείας Ευχαριστίας να είχαν παραμείνει ζωντανοί. Και όμως μπαίνουμε, λειτουργούμε, μεταλαμβάνουμε, ξέρουμε ότι μεταλαμβάνουμε σώμα και αίμα Χριστού, όχι κάτι συμβολικό, αλλά ουσιαστικό.
Αλλά ξέρουμε και κάτι άλλο, το οποίο, ωστόσο, στο πλαίσιο του θρησκευτικού αναλφαβητισμού που επικρατεί, διαφεύγει από τους περισσότερους: ότι το φάρμακο της αθανασίας και όλα αυτά που γνωρίζουμε έχουν εσχατολογική έννοια. Μήπως έχουμε καθήκον να εξηγήσουμε περισσότερα πράγματα, λόγω θρησκευτικού αναλφαβητισμού, στους απλούς ανθρώπους; Στους ιερωμένους, μηδέ και επισκόπων εξαιρουμένων; Μήπως η θεολογική τους κατάρτιση είναι ελλιπής; Μήπως πρέπει να ξανακαθίσουμε στα θρανία πρώτα και καλύτερα οι επίσκοποι; 
Εγώ δεν είχα κανένα απολύτως πρόβλημα να προχωρήσω κάποια πράγματα τα οποία ίσως στην Ελλάδα να μην τα αποδέχονταν. Με αφήνει αδιάφορο, διότι εκείνο που με κάλυψε ήταν όχι μόνον η ανθρώπινη συνείδησή μου, αλλά και η ίδια η θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη να γίνουν απολύτως σεβαστοί οι κατά τόπους νόμοι και τα πάντα όσα πρέπει για να προστατευθεί η δημόσια υγεία. Αυτό τα λέει όλα και αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κατά τόπους επισκόπων να φροντίσουμε για το πώς θα διαχειριστούμε τις ακολουθίες». 
Ένα από αυτά στα οποία πρωτοτύπησε ο μητροπολίτης Νιγηρίας ήταν και η λήψη της Θείας Κοινωνίας. «Δεν υπάρχει εκκλησία χωρίς το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Εχω τη βεβαιότητα ότι κανείς απ’ όσους θεώρησαν ότι πιθανόν θα πρέπει να αλλάξει, έστω περιοδικά αυτή την εποχή, ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας δεν αμφισβήτησε ούτε το μυστήριο, ούτε την ιερότητά του, ούτε τη θεολογική του ερμηνεία. Για το μέσο μετάδοσης έγινε η συζήτηση. Εγώ επέλεξα τη μέθοδο της έκχυσης της Θείας Κοινωνίας στο στόμα των πιστών με το κοχλιάριο και θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση για εμάς εκεί λειτούργησε. Έριχναν οι ιερείς τη μεταλαβιά με το κουταλάκι χωρίς να το ακουμπάνε στο στόμα. Σε άλλα μέρη, όπως στη Γερμανία, ο επίσκοπος έκανε εμβάπτιση στο ψωμί, το απέθετε σε ένα πιάτο μπροστά και το έπαιρνε ο πιστός με τα χέρια του. Τον κατηγόρησαν γι’ αυτό, όπως μπορεί να κατηγορήσουν κι εμένα. Με αφήνει αδιάφορο, γιατί κάθε εκκλησία κοιτάζει πώς θα προστατεύσει το δικό της ποίμνιο. Δεν υπάρχουν υπερεπίσκοποι που κρίνουν τους πάντες και τα πάντα». 
Και συμπλήρωσε: «Στην Αφρική λατρεύονται οι θεωρίες συνωμοσίας, τις οποίες ο κόσμος «καταπίνει». Υπάρχει, δυστυχώς, μια λαθεμένη αντίληψη με επίδραση από τους προτεστάντες, ότι από τη στιγμή που πιστεύεις στον Θεό τίποτα δεν μπορεί να σου συμβεί, που είναι πρόκληση και βλασφημία. Προκαλείς τον ίδιο τον Θεό. Δηλαδή, όταν είσαι καλός και πιστός χριστιανός, δεν θα αρρωστήσεις, δεν θα πεθάνεις, πράγματα εκτός πραγματικότητας, εκτός Ευαγγελίου, Θεολογίας, έξω απ’ όλα. Κυκλοφορούν πολλές τέτοιες θεωρίες, που έκαναν τον κόσμο να μη φοβάται». 
Ήταν φυσικό τα παραπάνω να μην αρέσουν στους υπο-κριτές του «Ορθόδοξου Τύπου» και θεώρησαν σκόπιμο να αποφανθούν ότι ο Σεβ. Νιγηρίας «δὲν ἔχει κατανοήσει βασικὰ σημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Ὁ Σεβασμιώτατος μεταθέτει εἰς τὸν χῶρον τῆς ἐσχατολογίας τὴν ἐπίδρασιν τῆς Ἀκτίστου Χάριτος, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἄποψίν του εἰς τὸ παρὸν ὁ βίος ἐκτυλίσσεται πάντοτε καὶ ἀπαραβάτως ὑπὸ τοὺς νόμους τῆς φθορᾶς, χωρὶς νὰ δέχεται ὅτι, «ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς νικᾶται φύσεως τάξις». Παραλλήλως καίτοι ἀνήκει εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας θεωρεῖ ὡς γνώμονα τὰς ὁδηγίας τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως, πού «ἀφήνει στὴ διακριτικὴ εὐχέρεια τῶν κατὰ τόπους ἐπισκόπων νὰ φροντίσουμε γιὰ τὸ πῶς θὰ διαχειριστοῦμε τὶς ἀκολουθίες»! Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ δὲν μᾶς προξενεῖ ἐντύπωσιν ὅτι ἤλλαξε τὸν τρόπον μεταδόσεως τῆς Θείας Κοινωνίας οὔτε ὅτι θεωρεῖ ἐπαρκὲς τὸ νὰ μεταδίδεται ἡ Θεία Λειτουργία διὰ τῆς τηλοψίας!». 
Έχει ενδιαφέρον ότι οι Ορθοδοξοτυπίτες ενοχλούνται από το γεγονός ότι ο Σεβ. Νιγηρίας κ. Αλέξανδρος, ο οποίος είναι ιεράρχης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, μνημονεύει στην συνέντευξή του λόγους του Οικουμενικού Πατριάρχου. Αυτό δεν μπορούν να το χωνέψουν, τους πέφτει βαρύ! 
Από την άλλη μεριά θα ήταν καλό να μην πιάνουν στο στόμα τους τον Νιγηρίας Αλέξανδρο, τον ιεράρχη που έστησε από το μηδέν την Επισκοπή της Νιγηρίας, η οποία έχει μόνο μαύρους, γηγενείς κληρικούς. Τι σχέση μπορεί να έχουν οι Ορθοδοξοτυπίτες με μια ΜΗ ελληνοκεντρική ιεραποστολή; Αυτοί έχουν καθαρά αποικιοκρατική αντίληψη για την Ορθοδοξία στην Αφρική και όπου αλλού. Επίσης, τι καταλαβαίνουν αυτοί από ιεραποστολή που δεν την ελέγχουν; Μόνο ό,τι είναι στο πεδίο του στενού ορίζοντά τους θεωρείται γι’ αυτούς Ορθοδοξία. Αυτό που δεν το ελέγχουν το βαφτίζουν «αίρεση» και όλα τα συναφή. Γι’ αυτό και ανήκουν – επιεικώς – στην κατηγορία των «θρησκευτικώς αναλφάβητων», που υπαινίχθηκε ο Σεβ. Νιγηρίας, ο οποίος μας έχει πει προσφυώς για την επαρχία του: «Εδώ η Ορθοδοξία γίνεται πραγματική πρόκληση. Δεδομένα και ασφάλειες ανατρέπονται και ακυρώνονται. Εδώ η ορθόδοξη πίστη πρέπει να γίνει ελεύθερα και συνειδητά αποδεκτή σαν τρόπος ζωής». Οι Ορθοδοξοτυπίτες πώς να βγουν από την ασφάλεια της δεδομένης πίστης τους; Μάλλον θα έπρεπε να κάνουν σεμινάρια ορθόδοξης, βιωματικής θεολογίας στην Μητρόπολη Νιγηρίας. Μήπως και διανοιχθούν οι οφθαλμοί τους για να μην συμβαίνει το του Ησαΐου του προφήτου που είπε ο Κύριος: «τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς» (Ἰωάννου ιβ΄ 39-40). 
Μπορούν να δουν οι Ορθοδοξοτυπίτες «το όραμα μιάς δυναμικής, ζώσας, περιεκτικής και ευαίσθητης στα ανθρώπινα Εκκλησίας, που μαθαίνει να ζει και στο περιθώριο για να μπορεί να αγκαλιάσει και τους πιό αδύναμους στην πίστη και ευάλωτους αδελφούς», όπως το περιγράφει ο Νιγηρίας Αλέξανδρος; Όχι βέβαια. Γι’ αυτό ισχύει γι’ αυτούς και τους ομοίους τους ο λόγος του Κυρίου: "ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς" (Ματθ. 21,43).
Για την "Θεολογία της Αφρικής" δείτε κείμενο του Σεβ. Νιγηρίας στην Ιδιωτική Οδό μας. 
Παραθέτουμε στη συνέχεια μια προ εικοσαετίας συνέντευξη με τον τότε Επίσκοπο και νυν Μητροπολίτη Νιγηρίας Αλέξανδρο, την οποία μας παραχώρησε για τον Τηλεοπτικό Σταθμό της Ι. Μητροπόλεως Πατρών "Λύχνος". 
Παρουσιάζουν ο Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος και ο Γιώργος Μαρόπουλος. 
Η συνέντευξη μαγνητοσκοπήθηκε στα Καλάβρυτα τον Ιούλιο του 2000 στο περιθώριο της ετήσιας σύναξης του Νεανικού Επιμορφωτικού Ομίλου Σύρου, όπου ο Νιγηρίας Αλέξανδρος είχε προσκληθεί ως ομιλητής.

  

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Στέφανος Καραθεοδωρή

Σαν σήμερα,11 Απριλίου του 1867, απεβίωσε στην Κωνσταντινούπολη ο φιλόσοφος και ιατρός, Στέφανος Καραθεοδωρή, γεννηθείς στο Μποσνοχώρι (Βοσνοχώρι) της επαρχίας Αδριανουπόλεως (Θράκη).
Σπούδασε στην γενέτειρα πόλη του και εν συνεχεία στα εκπαιδευτήρια των Κυδωνιών. Στην Αδριανούπολη εξάσκησε το επάγγελμα του ιατρού, αλλά και δίδαξε στην παλαιά του σχολή, ανθρωπολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Ευνοημένος από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ διορίσθηκε το 1827 επισήμως ως ο προσωπικός γιατρός και εν συνεχεία με δική του εισήγηση ενώπιον του οθωμανικού κράτους, ιδρύθηκε η Ιατρική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως στην οποία διορίσθηκε πρώτος Διευθυντής και ισόβιος Καθηγητής.
Το 1836 όταν είχε ξεσπάσει στην Κωνσταντινούπολη επιδημία πανώλης, παρ’ όλο που οι ασθενείς έπρεπε να απομονωθούν για να περιοριστεί η εξάπλωση, θρησκευτικοί κύκλοι πρόβαλαν αντίδραση διότι δεν επέτρεπαν επέμβαση σε «υποθέσεις του Θεού». Τότε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, καθ’ υπόδειξη του Καραθεοδωρή, διέταξε την έκδοση θρησκευτικού διατάγματος, επιτρέποντας την ίδρυση υγειονομικής υπηρεσίας και την απομόνωση των ασθενών. Έτσι σώθηκε η Πόλη από την επιδημία.
Για να δείξει ο σουλτάνος την ευαρέσκειά του προς τον Στέφανο Καραθεοδωρή, επέτρεψε την ανέγερση της εκκλησίας της Παναγίας Κουμαριώτισσας. Ο τάφος του Στέφανου Καραθεοδωρή ανεγέρθηκε προς τιμήν του στον αυλόγυρο της εκκλησίας.
(Ο πάππος του μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή ήταν ανεψιός ή εξάδελφος του Στέφανου).
Πηγή :
Ἑλληνικό Ἡμερολόγιο - http://ellinoistorin.gr

Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

π.Λίβυος: Υπάρχουν κάποιοι άγιοι που φορούν «μπλού τζίν»…

π.Λίβυος: Υπάρχουν κάποιοι άγιοι που φορούν «μπλού τζίν»…: Ας αφήσουμε τον Θεό να μας εκπλήξει, ας του επιτρέψουμε να ακυρώσει και τρελάνει την λογική μας. Το έχω γράψει πολλές φορές κι άλλες τό...

π.Λίβυος: Ξέρεις..?

π.Λίβυος: Ξέρεις..?: Ξέρεις τα φωτοστέφανα που ποθείς τι σταυρό έχουν; Τα χαρίσματα, με τι παθήματα ανθίζουν; Ξέρεις οι μεγάλοι έρωτες τι πόνο κρύβουν; Εκείν...

Γέροντας Σωφρόνιος - Συνέντευξη του π. Μάρκελλου Καμπάνη

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

π.Λίβυος: Στην αγάπη στέκεσαι «γυμνός»…

π.Λίβυος: Στην αγάπη στέκεσαι «γυμνός»…: Όταν έχεις μάθει να αγαπάς την δύναμη και την επιτυχία, πως μπορείς να ερωτευθείς έναν Νυμφίο κουρελιασμένο, γυμνό και ταπεινωμένο; ...

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Η είσοδος του Κυρίου στη μοναξιά
Τις μέρες που έρχονται, δεν θα θυμηθούμε απλώς, αλλά θα παρασταθούμε στο Πάθος του Χριστού. Θα είμαστε μέρος του πλήθους που θα περικυκλώσει τον Χριστό, τους Μαθητές και τη Θεοτόκο. Καθώς θα ακούμε τα αναγνώσματα, καθώς θα παρακολουθούμε τις Ευχές της Εκκλησίας, καθώς οι εικόνες του Πάθους θα διαδέχονται η μία την άλλη μπροστά στα μάτια μας, ας θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: « Μέσα σ’ αυτό το πλήθος, πού βρίσκομαι εγώ, ποιός είμαι; Ένας Φαρισαίος; Ένας Γραμματέας; Ένας προδότης; Ένας δειλός; Ποιός; Ή μήπως στέκομαι ανάμεσα στους Αποστόλους;»… Μα και αυτούς τους κατέβαλε ο φόβος. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές, ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης αποκοιμήθηκαν την ώρα ακριβώς που ο Χριστός είχε ανάγκη από την ανθρώπινη αγάπη και υποστήριξη· οι άλλοι μαθητές τό ‘βαλαν στα πόδια· κανείς δεν έμεινε εκτός από τον Ιωάννη και τη Θεοτόκο, εκείνους που ήταν δεμένοι μαζί Του μ’ εκείνο το είδος της αγάπης που δεν γνωρίζει κανένα φόβο και είναι έτοιμη να μοιραστεί οτιδήποτε.
Ας ρωτήσουμε για άλλη μια φορά τον εαυτό μας ποιοι είμαστε και ποια είναι η θέση μας μέσα σ’ αυτό το πλήθος. Είμαστε με την ελπίδα ή με την απόγνωση, με τί; Και αν είμαστε με την αδιαφορία, τότε είμαστε κι εμείς μέρος του τρομακτικού πλήθους που περικύκλωνε τον Χριστό, που τον ακολουθούσε και τον άκουγε, αλλά μετά έφευγε· όπως θα φύγουμε κι εμείς από το ναό. Ο Εσταυρωμένος θα υψωθεί εδώ τη Μ. Πέμπτη κι εμείς θα διαβάζουμε το Ευαγγέλιο για το Σταυρό και τή Σταύρωση και το θάνατο – και μετά, τί; Ο Σταυρός θα συνεχίσει να στέκεται εδώ, αλλά εμείς θα πάμε να ξεκουραστούμε, θα πάμε σπίτι να φάμε, να κοιμηθούμε, να ετοιμαστούμε για τα έργα της επομένης. Την ίδια ώρα, ο Χριστός θα είναι στο Σταυρό, θα είναι στον τάφο. Πόσο φοβερό είναι να είμαστε ανήμποροι κι εμείς, όπως τότε οι μαθητές, να περάσουμε έστω μία μέρα, μία ώρα μαζί Του! Ας το σκεφθούμε, κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, τουλάχιστον ας αναγνωρίσουμε ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε, και την τελική ώρα ας στραφούμε προς Αυτόν με την κραυγή, την έκκληση του ληστή: « Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου».
(Η Είσοδος του Κυρίου στη μοναξιά
του Μητροπολίτου Σουρόζ Antony Bloom
από το βιβλίο του «Στο φως της Κρίσης του Θεού, Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση», Εκδ. Εν πλώ, Φεβρουάριος 2009, σ. 135-140)

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Ιερομόναχος Συμεών Γρηγοριάτης, κατά κόσμον Juan de la Jara ο Περουβιανός


Ο Ιερομόναχος Συμεών Γρηγοριάτης (που κάποτε λεγόταν Juan de la Jara καί μεγάλωνε στη Λίμα του Περού) σπούδασε κινηματογραφία στο Παρίσι, έζησε στην Αγγλία και τις Ινδίες, ταξίδεψε σ' όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, για να καταλήξει το 1974 στο Άγιον Όρος. Αλλά δεν είναι σωστό να γράφεις βιογραφικά για κάποιον που έχει ντυθεί στα μαύρα – ακόμα κι αν τα μάτια του αφήνουν ακάλυπτη μια προσωπικότητα εκρηκτική. Ίσως γιατί αρκεί ν' ακούσεις τα λόγια του και να δεχτείς την ακριβή του αγάπη. Κι ίσως γιατί, πραγματικά, εκείνο που διαπερνάει τον σφοδρό εγωισμό μας και διαρκεί είναι ο σπόρος της προσωπικής μας αλήθειας.
Είναι λοιπόν μικρόψυχο να σκαλώνουμε στα τσαλίμια της κενοδοξίας την ώρα που συλλαβίζεται εδώ – σχεδόν παραισθητικά – η μυστηριακή ουσία της ύπαρξης και το όριο των αναζητήσεων της καρδιάς.
Τον σκεφτόμουνα έξι χρόνια τώρα, έτσι όπως λειτουργούσε στο κοιμητήριο του μοναστηριού ριγώντας ελαφρά από την αύρα της αυγής, δίπλα στις στοιβαγμένες νεκροκεφαλές, στο πρώτο φως με είχε μαγέψει η παρουσία του και η φυσική του αιδημοσύνη .
Με περίμενε τώρα στην προκυμαία αμήχανος και μόνος μέσα στους άλλους. Μιλήσαμε πολύ διαρκώς για λίγες μέρες. Όμως δεν θέλω να χαλάσω ακόμα και αυτήν την πράξη αγάπης για λίγες κομψές περιγραφές,για μια φτηνή ύστερη λάμψη. Ας υπεξαιρέσω για μια φορά τα συναισθήματα που ανήκουν σ' όσους τ' αγοράζουν με την σιωπή εξαγοράζοντας τα λόγια που μου ανήκουν.
Πέρασαν τρυφερά τα πρώτα 18 σας χρόνια;
Θα σας μιλήσω για τον εαυτό μου, μόνο για να σας μεταδώσω κάτι – όχι για τίποτ' άλλο: από το μέρος του πατέρα μου ανήκω σε μια παλιά ισπανική οικογένεια του Νότου, αριστοκρατικής καταγωγής – ο παππούς μου ήταν στρατηγός και είχε δέκα παιδιά. Είχαν μεγάλη αρχοντιά και δεν είχαν αστική σκέψη: θεωρούσαν σημαντικότερο να υπάρχει ένας ποιητής στην οικογένεια παρά ένας γιατρός ή δικηγόρος. Δεν έδωσαν ποτέ σημασία στα χρήματα κι ήταν άνθρωποι μποέμ γλεντζέδες. Αντίθετα, η μητέρα μου είναι κατά το ήμισυ ιρλανδικής καταγωγής – ήταν μια γυναίκα βαθύτατων αισθημάτων, μια γυναίκα με πάθος. Είμαι πρωτότοκος, με δυο αδέλφια – αγόρι και κορίτσι. Οταν γεννήθηκα ή μητέρα μου με αφιέρωσε στον Εσταυρωμένο. Ήμουν χαιδεμένος, με αγαπούσαν… Θυμάμαι μια φορά, όταν ήμουν 6 χρονώ, καθόμουν στο σαλόνι μαζί με τη μητέρα μου η οποία κεντούσε. Ηταν ηλιοβασίλεμα – στη Λίμα έχουμε πάντα ισημερία – σήκωσε τότε το κεφάλι κι εκεί που καθόμουν σιωπηλός με κοίταξε και ψιθύρισε: «Παιδί μου, όταν εσύ θα μεγαλώσεις δεν θα μείνεις κοντά μου. Θα φύγεις πολύ μακριά – σε μια χώρα όπου υπάρχει κάτι σαν ένα νησί και που το κατοικούν άνθρωποι της μοναξιάς, που σπάνια βγαίνουν στον κόσμο». Μετά ξεχάσαμε κι οι δυο αυτές τις φράσεις – τις ξεχάσαμε για πολύ καιρό.
Πολλές φορές το μεσημέρι καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι της όταν αυτή κοιμόταν, και ξεχνιόμουν για ώρες κοιτώντας την αντανάκλαση του φωτός σ΄ ένα πρίσμα από κρύσταλλο πού στριφογύριζα στα χέρια.

Χαράξατε από νωρίς το δρόμο της αναζήτησης.
Μου το μετέδωσαν και λίγο από το σπίτι: πάντα μού έδειχναν τα πράγματα και μού έλεγαν: «Διάλεξε». Στα 11 χρόνια όμως κοινώνησα, κι άρχισα να προσεύχομαι πολύ. Κλειδωνόμουν στο δωμάτιο μου, καμιά φορά και στην τουαλέτα, ή πήγαινα τη χαραυγή πριν το σχολείο στην εκκλησία και προσευχόμουν.

Για ποιο πράγμα μπορεί να προσεύχεται με τέτοια ένταση ένα παιδί 11 χρονώ;
Έλεγα και ξανάλεγα το Πάτερ ημών… Παρασυρμένος απ' τη μυστικιστική μου τάση, ζήτησα να πάω σε Γυμνάσιο με δασκάλους κληρικούς. Εκεί έχασα την πίστη μου στον Καθολικισμό – έτσι όπως εξηντλείτο στην επιστημονική τεκμηρίωση της ύπαρξης του Θεού. Ήταν τόσο μίζερο, χωρίς καμιάν αίσθηση μυστηρίου. Αντέδρασα τόσο σφοδρά στον χριστιανισμό, έτσι όπως μου φαινόταν συμβιβασμένος με την κοινωνία. Διάβασα τότε πολλήν ανατολική φιλοσοφία, για να έχω εμπειρία του Θεού σ' αυτήν τη ζωή. Διάβασα για τον Ταοϊσμό, τον Βουδισμό, τον Ινδουισμό. Ταυτόχρονα διάβασα στα 17 μου ένα βιβλίο που με χτύπησε σαν κεραυνός: ήταν η Νάντια του Μπρετόν. Ταυτίστηκα με τον Μπρετόν, που ζητούσε το θαύμα, το «μερβεγιέ» ταυτόχρονα ήλεγχε την κλειστή κοινωνία αυτή που κι εγώ δεν μπορούσα να δεχτώ, έτσι όπως στο όνομα της επιστήμης υπερύψωνε μόνο τα φαινόμενα και τη λογική. Με γέμισε λοιπόν μια αύρα ελευθερίας κι αγάπησα πολύ τους σουρεαλιστές. Επηρεάστηκα πολύ κι απ' τον Ρεμπώ - ζητούσε όπως κι οι άλλοι τον Χαμένο Παράδεισο.
Κοιτάξτε: αυτοί οι άνθρωποι αγαπούσαν πολύ. Δεν γνώρισαν την Ορθοδοξία. Υπερύψωσαν τα αισθητά, τα δημιουργήματα, που περιφρονεί ο καθολικισμός ή ο προτεσταντισμός. Έβλεπαν τα αισθητά όχι μόνο σαν αντικείμενα ηδονής, αλλά σαν όργανα μυσταγωγίας.

Μόνο τα ρούχα σας χαρίσατε;

Δεν είχα πλέον τίποτε άλλο: ήμουν ο πρώτος στο Περού που άφησε μακριά μαλλιά και φόρεσε κόκκινα βελουδένια παντελόνια.

Όχι, δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου χίπι - δεν είμαι Βορειοαμερικάνος. Απλώς ήθελα να προκαλέσω την κοινωνία του Περού. Τότε πίστευα πολύ στο σκάνδαλο. Τώρα, όπως είπε ο Μπρετόν, αντιλαμβάνομαι πώς οι αστοί δεν σκανδαλίζονται με τίποτα.

Το είχατε λοιπόν καταφέρει;

Βέβαια! Δεν τολμούσα να βγω, επειδή μού πετούσαν πέτρες στους δρόμους. Έβγαινα και μιλούσα στους χωροφύλακες για την ομορφιά των βράχων απέναντι, τους έδινα λουλούδια και τους ρωτούσα αν τους αρέσει το παντελόνι μου ή το περιδέραιο μου. Ήταν σκανδαλώδες να έχω μακριά μαλλιά σ' αυτήν την επαρχία που οι άνδρες έχουν έντονο machismo.

Και η καλογερική είναι μέρος του σκανδάλου σας;

Μα ναι! Οι άνθρωποι λένε «μα αυτός τρελάθηκε, έγινε καλόγερος». Είναι το πιο τιποτένιο και περιθωριακό να γίνεις σήμερα καλόγερος… Αλλά όχι: έγινα καλόγερος ζητώντας το απόλυτο – ζητώντας την υπέρβαση του εαυτού μου, αυτό το παραμυθητικό φως, το λάλον ύδωρ… Έδωσα λοιπόν τα ρούχα μου και τα βιβλία μου -κράτησα μόνο τρία – κι έφυγα στις Ινδίες.

Ποια βιβλία κρατήσατε;

Την Αγία Γραφή, τη Νάντια του Μπρετόν και τα ποιήματα ενός γιόγκι που λεγότανε Paramahansa Yosananda… Στις Ινδίες όμως απογοητεύθηκα συζητώντας, ζώντας σ' αυτήν την απρόσωπη ανωνυμία μάλιστα αρρώστησα και δεν μπορούσα να υπομείνω την τόση φτώχεια που υπήρχε εκεί. Πήγα με το Όριαν Εξπρές στην Πόλη – κι εκεί για πρώτη φορά ένιωσα ότι ο χρόνος περνούσε διαφορετικά, ένιωσα μια πρόγευση αιωνιότητας. Με τρένο πήγα μετά στα σύνορα της Περσίας, σε άθλια κουπέ με στοιβαγμένα 16 άτομα μαζί. Μου άρεσε πολύ το Αφγανιστάν – είχε ανθρώπους με μεγάλη ευγένεια. Στα σύνορα της χώρας φιλοξενήθηκα σ' έναν ινδουιστικό ναό πάνω σε μια ψάθα σ' ένα τεράστιο δωμάτιο. Τη νύχτα απέναντι μου είχαν ξαπλώσει 3-4 παιδιά που τη μέρα έψελναν στο ναό. Κρυφογελούσαν κοιτάζοντας τα μακριά μαλλιά μου – χαριτωμένα όμως. Ένα από αυτά σηκώθηκε να βγάλει το τιρμπάν του για να κοιμηθεί, κι άφησε να πέσουν ως τους αστραγάλους του τα ωραιότατα κατάμαυρα μαλλιά του, που γυάλιζαν μες στό σκοτάδι από το λάδι που τα είχε αλείψει. Με κοίταξε ανταγωνιστικά χαμογελώντας και τότε κατάλαβα.

Θα ήταν όμορφος!
Ναι, βέβαια. Χαριτωμένο τον βρήκα εγώ. Είχε μια αθωότητα πάνω του. Πολλή χάρις, πολλή ομορφιά…

Κυκλοφορεί η φήμη ότι είχατε γίνει βουδιστής.
Α! όχι. Πολλά λέγονται για μένα, αλλά δεν είναι έτσι.

Έχετε γίνει, ξέρετε, μέλος της νεοελληνικής μυθολογίας!
Είναι ωραίο που ο λαός διατηρεί έντονη τη μυθική του σκέψη. Είναι ωραίο ένας λαός να ζητάει διαρκώς την παραμυθία, κι αυτό δεν έχει να κάνει με τα αντικείμενα του μύθου… Μετά γύρισα στο Παρίσι, οπού ήταν ένα όνειρο για μένα – φύση καλλιτεχνική όπως ήμουν.

Ηταν λοιπόν καιρός να γίνετε επιτέλους κινηματογραφιστής.

Δεν τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήμουν πρακτικός για να λαβαίνω επιχορηγήσεις, μπερδευόμουν και με τις μηχανές δεν τα πήγαινα καλά – δεν είμαι πρακτικός άνθρωπος. Έχω κάνει όμως μερικά φιλμάκια, κι ένα μεγαλύτερο. 15 λεπτών.

Με ποια πλοκή;

Μάλλον χαζή, όμως τότε μας άρεσε: η ιστορία μιας αστής γυναίκας πού ζούσε μια ζωή μπανάλ, χωρίς νόημα – ως τη μέρα πού έξω απ΄ το σπίτι της συναντάει ένα παιδάκι πού παίζει στην ακροθαλασσιά με κογχύλια και βότσαλα. Αυτή αφήνεται να μεθύσει από την ομορφιά των πραγμάτων και χαμογελάει ανακαλύπτοντας το μυστήριο τους.

Μα δεν είναι χαζό αυτό άλλωστε παθαίνω κι εγώ τώρα μαζί σας.
Α, ναι;. …Ημουν τότε πολύ άδειος- έτοιμος να γυρίσω στο Περού. Ενα γράμμα της μητέρας μου άλλαξε πάλι τις αποφάσεις μου: «Ξέρεις, παιδί μου πόσο σου ζητώ να γυρίσεις», μου έγραφε, «όμως, αν γυρίσεις τώρα εδώ, θα γίνεις διπλά δυστυχισμένος». Εμεινα λοιπόν στο Παρίσι, και μια μέρα συνάντησα σ΄ ένα εστιατόριο έναν Ορθόδοξο μοναχό που επρόκειτο ν' αλλάξει ολόκληρη τη ζωή μου. «Η Ορθοδοξία ανακεφαλαιώνεται σ΄ αυτά τα λόγια», μου είπε. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ό άνθρωπος θεός κατά χάριν και μετοχήν. Και αυτό σημαίνει ότι έτσι όπως όταν βάλεις ένα σίδερο στη φωτιά το σίδερο γίνεται φωτιά δια της συμμετοχής στο πυρ, έτσι κι όταν ο άνθρωπος μετέχει του θείου πυρός γίνεται κι αυτός και πυρ και φως και θεός κατά χάριν». Αυτός μού είπε τότε, ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια χερσόνησος όπου οι μοναχοί επαναλαμβάνουν το όνομα του Ιησού ώσπου να γραφτεί στις καρδιές τους. Τον ρώτησα τότε αν υπάρχουν ποιητές στην Ορθοδοξία και μου απάντησε ότι υπάρχουν πολλοί, κι ένας απ' αυτούς είναι ο Αγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, που έγραψε ύμνους έρωτος για τον Θεό.
Όμως η πρώτη μου επαφή με την Ορθοδοξία έγινε μιαν αυγή στη Λίμα όπου με τον αγαπημένο μου ξάδερφο Φερνάντο περπατούσαμε στους άδειους δρόμους μετά από μια νύχτα αγρυπνίας όπου φτιάχναμε ένα κολάζ. Αυτήν την ώρα πέφτει μια δροσούλα στή Λίμα. Η γη μυρίζει λιγάκι, κι εκείνη την ώρα ξεφουρνίζουν τ΄ αρτοπωλεία και μυρίζει ψωμί η ατμόσφαιρα. Μια τέτοια ώρα περάσαμε από την ορθόδοξη εκκλησία κι ο Φερνάντο μου πρότεινε να μπούμε: «Είναι ωραία εκεί μέσα: έχουν σταφύλια, κρασί, άρτους». Εγώ φαντάστηκα κάτι σαν αρχαιοελληνικό συμπόσιο και φυσικά δέχτηκα (γέλια). Ήταν ανοικτή, αλλά άδεια – λίγο πριν ξημερώσει. Μ' εντυπωσίασε βαθιά η σιγή που βασίλευε εκεί, οι εικόνες στους τοίχους και τ' αναμμένα καντήλια. Και δεξιά μου ένα τραπεζάκι γεμάτο αρτίδια – τα πρόσφορα που συνηθίζουν να κάνουν οι Ρώσοι μου φάνηκαν τόσο κομψά, και νομίζω για πρώτη φορά στη ζωή μου έκλεψα κάτι. Λίγο μετά το άφησα πάνω στο πήλινο χέρι του Δημιουργού που είχε φτιάξει ό Φερνάντο στο στούντιο του, και λίγο αργότερα μ' «έκλεψε» με τον ίδιο τρόπο ή Ορθοδοξία, όπως συνηθίζει.

Παρ' όλο που έκλεβα παιδί κι εγώ πολλά αντίδωρα, δεν έπαθα τέτοιο πράγμα!
Εγώ πιστεύω ότι θα το πάθεις.

Α, μην το λέτε – αυτήν τη στιγμή δεν θα μου ήταν ευχάριστο.
Το καταλαβαίνω, αλλά και πιστεύω ότι σιγά σιγά θα ΄ρθεις κοντά στην εκκλησία γιατί – όπως βλέπω – είσαι ένα παιδί από την ευγενική Ζάκυνθο. Κι αν σήμερα παρασύρεσαι απ' αυτά που σου γυαλίζουν, θα 'ρθει μια μέρα που θα σωφρονιστείς.

Μ' αρέσει η μοναχική ζωή, δεν μ' αρέσει όμως όταν κλείνεται σε δόγματα.

Επειδή δεν έχεις εσωτερικεύσει το δόγμα, ώστε να καταλάβεις πόσο ζωτικό είναι. Δεν είναι καταπιεστικό αλλά μια αυθόρμητη κίνηση σαν την ανάσα. Αλλωστε ερήμην αυτών όλοι οι Ελληνες είναι ορθόδοξοι. Δεν λέω ότι θα γίνεις μοναχός, αλλά ότι θα νιώσεις την ανάγκη βαθιάς παραμυθίας που αναζητάς μάταια στον αισθησιασμό.

Δυστυχώς, ούτε σ' αυτόν την ψάχνω πια. Όμως ας μην περιφρονούμε τον έρωτα των σωμάτων – είναι ένα μέρος της ζωής, μόνο που χρειάζεται κι αυτός μια τέχνη που φαίνεται πώς έχουμε ξεχάσει.
Οι άνθρωποι δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπάνε. Ένας πατέρας της Εκκλησίας λέει: «Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις». Σήμερα οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν ό,τι θέλουν αλλά προπαντός να μην αγαπάνε. Γιατί; Διότι φοβούνται. Δεν θέλουν να δεσμευτούν. Θέλουν να καταναλώνουν μόνο και να συμπεριφέρονται μέσω των καταναλωτικών τους προσωπείων. Και ξέρεις πόσο υποφέρουν; Δεν ξέρουν πώς να πλύνουν το πρόσωπο τους γιατί δεν έχουν πια.

Η ίδια αιτία όμως γεννάει τόσο την αδυναμία μας ν' αγαπάμε όσο και την ανάγκη μας να κλεινόμαστε σε μοναστήρια.

Ε, βέβαια. Αλλά μη νομίζετε ότι ζει κανείς περισσότερο τη ζωή από ένα μοναχό.

Αν ήξερα ν' αγαπώ, θα δινόμουν απερίσπαστα στη ζωή – δεν θά 'χα λόγο να μονάσω.
Μα οι μοναχοί είναι κατεξοχήν ερωτικά όντα.

Το διάβασα στα βιβλία σας, άλλα δέν το πιστεύω.

Θέλετε να σας το αποδείξω; Το αντικείμενο του αμέσου έρωτος είναι συνήθως περιορισμένο όταν δεν σε ανάγει στον άκρως εφετό (ποθεινόν) που είναι, νομίζω, για όλους ο Δημιουργός μας - τελειώνει εκεί το πράγμα…

Είναι θέμα καί προσωπικών ορίων. Εγώ ένιωσα αληθινά πληρωμένος μ' έναν δυο ανθρώπινους έρωτες.
Ο έρωτας όταν πραγματικά αγαπάς είναι ωραίος αλλά και σπάνιος. Ομως αυτό που κάνει ό μοναχός είναι κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό… δεν θέλω να το συγκρίνω.

Να το συγκρίνετε: άνθρωποι είναι οι φορείς και των δυο ερώτων.

Έχουν όμως άλλη ποιότητα. Ο ερωτευμένος ξέρετε ότι δεν βλέπει – είναι τυφλός, δεν βλέπει τον άλλον παρά μόνον όταν πάψει να τον αγαπά, όταν απομακρυνθεί απ΄ αυτόν.

Γι' αυτό κι ο Θεός υπάρχει μόνο όταν μεθάμε από τον έρωτά του, κι όταν τον σκεπτόμαστε ήρεμα διαλύεται;
Βέβαια. Αλλά ο ορθολογισμός πρέπει να είναι συνυπηρέτης αυτής της μέθης, γι΄ αυτό κι ο έρωτας του Θεού είναι μια νηφάλιος μέθη.

Δεν μπορούμε να μεθύσουμε νηφάλια με κάποιον άλλον άνθρωπο;
Ναι, όταν τον βλέπουμε εκ σαρκικής αποστάσεως, όταν δεν χρειάζεται να συνουσιασθούμε μαζί του γιατί το έχουμε ήδη κάνει. Αλλά τον πήραμε λίγο ψηλά τον αμανέ.

Το Άγιον Ορος όμως είναι ένας τόπος – αφού ανακαλύψατε τον τρόπο γιατί εγκαταλείψατε το Περού;

Να σας πώ: η αναζήτηση μου πέρασε από την τέχνη, αλλά ποτέ δεν πίστεψα στην πολιτιστική της αξία. Αναζητούσα το θαύμα, την ομορφιά που μοιάζει με βόμβα· το απόλυτο πού δεν μπορείς να το βάλεις στο τσεπάκι. Πίστευα πως η ζωή μου έπρεπε να είναι ένα ποίημα. Πέρασα απ' τη μοντέρνα τέχνη αναζητώντας αυτό που βρήκα στην ορθοδοξία: να σπάσω με το θαύμα τα δεσμά του Θανάτου.

Είστε βέβαιος, πατέρα Συμεών, ότι δεν υπάρχει επόμενο βήμα;
Ζητώ, και τώρα που μιλάω μαζί σας, τον Θεό. Αναζητώ τώρα τον αληθινό Ευστάθιο, κι αυτή η υπόθεση κοινωνίας είναι ο Θεός. Κάθε αρχή είναι τέλος και κάθε τέλος αρχή – δεν μπορώ να βάλω τον Θεό στο τσεπάκι. Εγώ προσπαθούσα να είμαι μηδενιστής, όμως το μηδέν είναι απελπιστικό κι αν θέλεις να 'σαι συνεπής τινάζεις τα μυαλά σου στον αέρα. Γι' αυτό πολλοί συμβιβάζονται με κάποιες ψεύτικες αξίες. Οι πατέρες της εκκλησίας ωστόσο είναι οι όντως μηδενιστές γιατί δεν πιστεύουν σε καμιά αξία της εκκλησίας, και στον θάνατο που είναι η νέκρωση ανακαλύπτουν τη μονάδα που είναι Τριάς: τον αναστημένο Χριστό που νίκησε τον θάνατο. Τότε το μηδέν είναι ζωογόνο κλείνοντας την απαστράπτουσα μονάδα… Τι ερώτηση μου είχατε κάνει;

Υπάρχουν στιγμές αμφιβολίας σ΄ αυτή την ακραία σας επιλογή;
Υπάρχουν στιγμές που αμφιβάλλω για τον εαυτό μου – κατά πόσο δεν χαϊδεύομαι. Κάθε μερα που κατεβαίνω στην εκκλησία αναπνέω, βλέπω τη ζωή μου σ' ένα κέντρο. Κάθομαι και τραβάω λίγο κομποσκοινάκι κι η καρδιά μου γεμίζει γαλήνη και παίρνω δύναμη να ζήσω – αλλιώς θα είχα χαθεί, δεν ξέρω, ίσως θα είχα αυτοκτονήσει. Εκεί βρίσκω μεγάλη ανακούφιση, γιατί εγώ – θα σου το πω – πάσχω κι από κάτι: Βαριέμαι που ζω, αλλά με την προσευχή παίρνω δύναμη.

Μήπως γλυκαίνουμε τον εαυτό μας με τα τυπικά;
Θέλετε να πείτε μήπως την κάνουμε λαχείο με τον εαυτό μας;

Ε, ναι.
Υπάρχει ο κίνδυνος της πλάνης. Υποπτεύομαι συχνά τον εαυτό μου και δεν είμαι βέβαιος. Οχι, δεν ξέρω – σαν το παιδί αφήνομαι κι ελπίζω.
Διακρίνω όμως κάποτε μια ράθυμη παράδοση των μοναχών στο πολύ λιβάνι.

Η μέθη σας, πατέρα Συμεών, είναι νηφάλια αλλά, συχνά, και υπνηλή.

Αυτήν τη στιγμή που σας μιλάω δεν νυστάζω. Δεν μ' ενδιαφέρει η συνέντευξη. Το ότι προσπαθούμε να μιλήσουμε αληθινά δίνει αξία στη ζωή μας – αλλιώς θα είμαστε δυο κομμάτια κρέας. Θέλω να σε αισθανθώ – αυτό το πράγμα δεν είναι αγώνας για την αλήθεια;

Μπορώ να δοκιμάσω την πίστη σας για την Ορθοδοξία;
Οχι, δεν μπορείτε!

Αυτό ακριβώς θεωρώ εφησυχασμό: την πίστη που δεν γεννιέται κάθε μέρα καινούργια.

Η Ορθοδοξία δεν είναι προς κλονισμόν ούτε προς εφησυχασμόν γιατί είναι μυστήριον. Θα ήτανε μια τρομερή κακογουστιά να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού – δεν μ' ενδιαφέρει. Γιατί αν ο Θεός είναι αντιληπτός δια των πεπερασμένων μου αισθήσεων είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Εγώ θέλω να μην υπάρχω αλλά να υπερ-υπάρχω.

Αλλά και η εξομολόγηση πρέπει να είναι δοκιμασία για έναν μοναχό.
Απαιτεί τεράστια αποθέματα αρετής, γιατί ο πιστός πλησιάζει το Θεό κι εσύ πρέπει να 'σαι διάφανος ώστε να μπορεί μέσα από σένα να τον διακρίνει. Εκεί τελειώνουν τα ψέματα και χρειάζεται γι αυτά μια τρομερή αυταπάρνηση.

Είστε κι εσείς εξομολόγος, έτσι;

Ναι, μ' έκαναν.

Η αυταπάρνηση όμως δεν γεννιέται από την υπακοή.

Οχι! Η αυταπάρνηση γεννιέται απ' την αγάπη.

Θα πρέπει να υπάρχει κι ένα μίνιμουμ κοινών αμαρτιών για να υπάρχει κατανόηση.
Όχι πάντοτε. Για να καταπολεμήσεις τον καρκίνο δεν είναι ανάγκη να είσαι καρκινοπαθής. Εκείνο που χρειάζεται να ξέρεις είναι η αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως, να βράσεις στο ζουμί σου κι εσύ για οποιαδήποτε αιτία… Εμένα όλες οι διαστροφές μου έρχονται στο νου και αισθάνομαι τόσο βρόμικος. Ντρέπομαι που ζω μαζί μ' αυτά τα άγια παιδιά. Στη μοναξιά βλέπεις αναγκαστικά τον εαυτό σου και λες «μα τέτοιος είμαι εγώ;». Ε, τέτοιος είσαι. Τότε δεν μπορείς παρά να συμπονέσεις τον άλλον.

Πώς αμύνεστε;
Πολλές φορές αποδέχομαι τη βρομιά μου, κι αυτό μ' απομακρύνει απ' το Θεό, μού πληγώνει την καρδιά. Άλλοτε πάλι με μια δύναμη που δεν ξέρω από πού έρχεται (γιατί εγώ τείνω σε αυτά) μπορώ και τις διώχνω και γλιτώνω για λίγο. Το παν είναι να μην υπερηφανεύεται κανείς – να μην έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.

Εχετε γράψει ότι θεωρείτε τον εαυτό σας κατεξοχήν ερωτικό όν.

Ο μοναχός που βάζει φραγμό στον άμεσο έρωτα γίνεται 100% ερωτικός.

Δεν νοσταλγείτε ποτέ έρωτες κοσμικούς;

Nαι. Αλλά καμιά φορά, μου φαίνεται, το κάνω από μιαν ανάγκη να εξευτελίσω τον εαυτό μου, να πέσω πάνω στον εμετό μου – περιέργως ίσως. Βλέπεις, πρέπει να παλέψουμε και με τις μνήμες: με όσα ακούσαμε και με όσα πράξαμε. Είναι ένας αγώνας όταν πέφτω στην έλξη των φαινομένων να προσεύχομαι για να φέρω πάλι λίγη πραότητα στην αγριεμένη μου ψυχή.

Μιλήστε μου, παρακαλώ, για τα πράγματα – τα ασήμαντα και σημαντικά – που σας αρέσουν.

Βαδίζοντας από Δυσμάς πρός Ανατολάς χαιρετώ το ιλαρό φως κουβαλώντας μνήμες και αρέσκειες. Ω! Μέσα στα πράγματα που μου αρέσουν είναι το χαβιάρι, ο καπνιστός σολομός, ένα περουβιάνικο φαγητό πού το λένε σεβίτσε (ψιλοκομμένο ψάρι μαγειρευμένο χωρίς φωτιά με λεμόνι κι αλάτι), τα ποτά- το μπας αρμανιάκ (ένα είδος κονιάκ) μου αρέσουν τα μάνγκος, οι φράουλες, το παγωτό, τα στρείδια, όλα γενικώς τα θαλασσινά, εκτός από τα καλαμάρια.
Μου αοέσουν οί άνθρωποι που με κάνουν να ονειροπολώ, οι γυναίκες που μοιάζουν μέ νεράιδες κι είναι πάρα πολύ όμορφες – όχι όμως για να τις καταναλώνω, αλλά έτσι, προς παραμυθίαν. Μου αρέσουν βιβλία, η ζωγραφική. Δεν μου αρέσουν οι στρυφνοί και μίζεροι άνθρωποι. Μ' αρέσει πολύ η γενναιοδωρία κι η αρχοντιά, η αθωότητα επίσης. Αντιλαμβάνομαι το Θεό σαν το καλό χαβιάρι, προς βρώσιν. Δεν μ΄ αρέσουν τα νομικά κείμενα κι οι πρακτικές δουλειές. Δεν μου άρεσουν ο συμβιβασμός και το χιόνι – συμφωνώ πως είναι «η λέπρα της γης». Μ' αρέσει η θάλασσα, ο ήλιος, οι ζεστές χώρες, το καλό άσπρο κρασί, η σαμπάνια κι οι σοκολάτες πλην της άσπρης. Μ' αρέσουν τα κογχύλια, ο ξάδελφός μου ο Φερνάντο και τα μικρά κουτάκια. Μου αρέσει ακόμα ο Μπάστερ Κίτον, ο Κόναν Ντόιλ, η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού, ο Τζέιμς Μπόντ, η μυρωδιά του νεφτιού, τα ωραία χαρτιά, οι εκδόσεις Άγρα, ο ζωγράφος Θεόφιλος, οι ραπιδογράφοι, το δημιουργικό γράψιμο (το άλλο τo βαριέμαι), ο Ανδαλουσιάνικος Σκύλος, η Θεία Κοινωνία, τα ελληνικά παραμύθια, υπεραγαπώ την Ελλάδα και τους Έλληνες (με όλα τα χάλια τους). Δεν μου αρέσουν τα υπουργεία, το τσιγάρο, οι φυλακές. Απεχθάνομαι τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Μ' αρέσει η προσευχή, αυτό το κέντημα του χρόνου που καταφέρνει ώστε ο χρόνος που γεννάει το θάνατό μας να παύει να είναι ο εχθρός και να πλημμυρίζει την καρδιά μας η αγάπη για να μη στεγνώσουμε… Αχ, πρέπει ν' αγαπάμε, να ποτίσουμε τις πέτρες κεντώντας το χρόνο, να μεταβάλουμε τα πάθη μας σαν ακροβάτες της πίστεως. Να αρνηθούμε τα συναισθήματα μας μέσα στο θείο πυρ. Γι' αυτό κόβει τα μαλλιά του ο μοναχός στην κουρά – κόβει δηλαδή τα συναισθήματα κι είναι η φλόγα που αναγκάζει τις γυναίκες να τυλίγουν τα μαλλιά τους σε μαντίλι όταν πηγαίνουν στην εκκλησία – από σέβας να μην εκδηλώνουν τα συναισθήματα τους.

Μα γιατί είναι τα μαλλιά μας συναισθήματα κι όχι τα γένεια μας;

Μιλώ εντελώς διαισθητικά – νομίζω τα ωραία μαλλιά δηλώνουν έναν έντονο συναισθηματικό κόσμο.

Και μένα που μού πέφτουν τα μαλλιά;
Συμβαίνει ίσως επειδή είστε πληγωμένος.

Τότε εσείς θα πρέπει να 'στε αλώβητος με τόσα μαλλιά, πατέρα Συμεών! Αχ, νομίζω ότι δεν λέμε τα πράγματα με τ΄ όνομά τους.
Εγώ σας μιλάω πολύ καθαρά, νομίζω – δεν σας έχω κρύψει τίποτα, σε σημείο πού αρχίζω να ανησυχώ (γέλια).

Γίνεστε διάσημος – αυτά ζητάτε;

Εκείνο πού ζητώ αληθινά είναι να κάθομαι στην ησυχία για πολύ καιρό και να χάνομαι, να ξεχνιέμαι. Σ΄ ένα μέρος με πράσινο, να βρώ λίγο τον εαυτό μου, στο δάσος ίσως – να γράφω, να ζωγραφίζω. Εχω κουραστεί από τις επαφές και τ΄ αναγκαστικά μου ταξίδια.

Πόσο μοναχός μπορεί να είναι κανείς, όταν τον επισκέπτονται τόσοι και ταξιδεύει σε όλα τα μέρη του κόσμου;

Κοιτάξτε: άπαξ καί έχεις υπακοή είσαι μοναχός. Το παν είναι πού έχεις την καρδιά σου. Μπορείς να ζεις σε όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου κι ο νους σου νά 'ναι στην αγάπη.

Με τον αναχωρητισμό γλιτώνουμε κι απ' οποιονδήποτε κοινωνικό αγώνα.

Το Βυζάντιο όμως οι μοναχοί ήταν εκείνοι που το διατήρησαν.

Σήμερα τι διατηρούν οι μοναχοί;

Τον ίδιο τον άνθρωπο!

Την ώρα που άλλοι είναι στα οδοφράγματα ο μοναχός νοιάζεται μονάχα για τη σωτηρία της ψυχής του.

Αλίμονο αν κοιτάει μόνο τη δική του σωτηρία, και δεν ξέρει ότι περνάει μέσα απ' τη σωτηρία των άλλων. Αλλά ο σκοπός του καλόγερου δεν είναι να πιάνει τα όπλα – βοηθάει με άλλον τρόπο, γιατί νομίζω ότι η αληθινή επανάσταση ξεκινάει απ΄ τον εαυτό μας. Αλλά τι ζητάμε με την επανάσταση; Μια αλλαγή οικονομικών καθεστώτων; Όχι εκείνο που ζητάμε είναι να διασώσουμε τον άνθρωπο. Ο μοναχός μαρτυρεί για τον αληθινό άνθρωπο, διότι αυτός αγωνίζεται ν΄ απελευθερώνεται απ΄ τα πάθη του δια της αγάπης.

Η Ιστορία όμως διδάσκει ότι καμιά δικτατορία δεν έπεσε δια της αγάπης.
Δια της αγάπης πέφτει η δικτατορία των παθών. Δες τις χώρες που έχουν γίνει οι επαναστάσεις: ποια πέτυχε; Καμιά!

Δεν υπάρχει λοιπόν διαφορά ανάμεσα στις πολιτικές εξουσίες;

Υπάρχει, κι ο καθένας ανάλογα με τη συνείδησή του πρέπει να παίρνει θέση. Όμως ό μοναχός δεν ψάχνει την εξωτερική αλλαγή. Δες το κενό που υπάρχει στις «ευημερούσες» μεταβιομηχανικές κοινωνίες. Ολοι μιλούν για την πολιτική αλλά χάνουν τον στόχο τους.

Πέστε μου, αλήθεια, πατέρα Συμεών: κάποια νύχτα που έπρεπε να ξυπνήσετε για τον όρθρο, κάποιο απόγευμα – όπως τώρα – μετά τον εσπερινό, κλείσατε την πόρτα του κελιού σας κουρασμένος, νιώθοντας πως όλος αυτός ο αγώνας ίσως είναι και λίγο μάταιος;

Πολλές φορές έχω κλείσει την πόρτα μου νιώθοντας εντελώς απογοητευμένος από όλα. Από όλα. Ακόμα κι απ' τον αγώνα μου – αλλά την πίστη μου δεν την έχω χάσει. Απλούστατα έχω πέσει σε μια ραθυμία, μια – πώς να το πω; – μια μελαγχολία πολλές φορές μελαγχολώ και βαριέμαι που ζω. Ας μπορούσες να καταλάβεις: όλοι μας τρέχουμε να φύγουμε απ' τον εαυτό μας· δεν θέλουμε να τον συναντήσουμε. Αν όμως τον δεχτούμε και υποφέρουμε το κενό που μας μεταγγίζει, θα δεχτούμε τα γόνιμα δώρα της υπομονής. Ομως πολλές φορές εγώ τα χάνω όταν διαπιστώνω αυτό το κενό μου και λιμνάζω οδυνηρά – κυρίως όταν δεν έχω να κοροϊδεύομαι με επισκέπτες ή κοσμική ζωή βλέποντας τον εαυτό μου γυμνό. Ζητάω τότε να δροσιστούνε λίγο τα χέρια μου και προσεύχομαι.

Τι άλλο είναι αυτό που σάς βγάζει από την αρπάγη της μελαγχολίας;
Δεν ξέρω. Δεν ξέρω να σας πω αν είναι η προσευχή. Μερικές φορές είναι – όχι πάντοτε όμως. Αλλες φορές είναι η ίδια η ροή των πραγμάτων που με τραβάει από αυτήν τη στενοχώρια της απραξίας… Γι' αυτό, παλιά, τη μέρα της κουράς του καλόγερου ο ηγούμενος απηύθυνε μόνον δυο λέξεις: «Καλή υπομονή». Υπομονή μέσα στη μοναξιά. Με τη μοναξιά κανείς βυθίζεται μέσα στα ύδατα της ψυχής, στον υδατόστρωτο τάφο της κι όλες οι φωτεινές εμπειρίες, όλες οι αντανακλάσεις του νοητού ηλίου στη θάλασσα της ψυχής αστράφτουν πάνω σε Βρώσιμους Ιχθείς, πάνω στο σώμα του Χριστού. Το έχω γράψει και σ' ένα κείμενο μου – το έχετε προσέξει; «Η αλήθεια εν τω βυθώ». Είναι η αλήθεια που βρίσκεις στα μάτια των αγίων και των απλών γυναικών, είναι η φλόγα που περνάει μέσα απ τα χρόνια, δίνοντας στα μάτια των ανθρώπων μιαν όψη αλλοτινή.

Και μιαν όψη θλιμμένη.
Μη λυπάστε γι' αυτήν τη θλίψη είναι γιατί τα πάθη δεν χάνονται αλλά μόνον αλλάζουν με τη δύναμη της αγάπης, κρατώντας για πάντα τις μνήμες της πτώσης των.

Δεν λυπάμαι, πατέρα Συμεών – φοβάμαι όμως.

Όπως φοβάται ο ακροβάτης που βγαίνει χωρίς πίστη στή σκηνή. Οπως φοβάται όποιος δεν δαπανιέται για τους άλλους. Ομως μη φοβάσαι: πέσε στο κενό για να υπάρχει λόγος να σε κρατήσει στην αγκαλιά του ο Θεός.
 
Πηγή : http://www.antifono.gr
Μια παλιά συνέντευξη στον ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ (Περιοδικό Το Τέταρτο, 1986)

πηγή: http://www.parathemata.com/2009/07/juan-de-la-jara.html

Συμεών De la Jara

Ο ποιητής του Αγίου Όρους 

 

ΠΗΓΗ :http://boraeinai.blogspot.gr






Συμεών De la Jara
 Ο ποιητής του Αγίου  Όρους
Ο ιερομόναχος Συμεών γεννήθηκε το 1950 στο Περού. Ασπάστηκε την Ορθοδοξία και επέλεξε να ζήσει στην Ελλάδα, στο Άγιον Όρος, στη Μονή του Οσίου Γρηγορίου. Γράφει θεολογικά δοκίμια και ποίηση.



Ο Αριστοτέλης και ο π. Συμεών ντε λα Χάρα
 ο Αγιορείτης ποιητής από το Περού
Μια συνάντηση με τον
MARIO VARGAS LLOSA ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ
Γράφει η Βίκη Τσιόρου
Υπάρχουν ακόμη εξαιρετικοί άνθρωποι και με τις δύο έννοιες του όρου; Ναι. Ένας από αυτούς μάλιστα φορά ράσα και οραματίζεται την επόμενη περιπέτεια που θα ζήσει. Ο λόγος, για τον ιερομόναχο πατέρα Συμεών ντε λα Χάρα (Fr. Symeon de la Jara), έναν αναχωρητή ποιητή, συγγραφέα και ζωγράφο, τον κατά κόσμο Μιγκέλ Ανχελ ντε λα Χάρα, ο οποίος ζει, όταν δεν ταξιδεύει στην Κίνα, την Αιθιοπία και αλλού, στο Άγιον Όρος. Τον συνάντησε πρόσφατα ο συμπατριώτης του, ο γνωστός Περουβιανός συγγραφέας Μάριο Βάργκας Γιόσα, στην Ελλάδα, σε ένα συνέδριο που έγινε στην Ουρανούπολη με θέμα: «Η τραγωδία τότε και τώρα: από τον Αριστοτέλη στην τρίτη χιλιετία».
«Είναι ένας άνδρας 52 ετών -περιγράφει ο Βάργκας Γιόσα με μεγάλη ευαισθησία το συμπατριώτη του- με μακριά γενειάδα και γκρίζα μαλλιά, ανοιχτόχρωμα μάτια και μακριά χέρια που κινούνται, καθώς μιλάει, με την ίδια κομψότητα με την οποία φορά το εντυπωσιακό του ράσο, ενώ στο πέρασμά του συγκεντρώνει τα βλέμματα όλων. Πράγματι, οι Έλληνες που βρίσκονται εδώ, τον περιτριγυρίζουν, τον ακολουθούν, τον πλησιάζουν με μια διάχυτη περιέργεια την οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει με κάποια δυσκολία. Είναι προσηνής, ευγενικός και μιλά αργά, σαν να αγωνίζεται ενάντια στο θόρυβο που προκαλούν τόσες φωνές, τόσος κόσμος, τόση κυκλοφορία, σε αντίθεση με τη σιωπή και την ηρεμία της σκήτης του που βρίσκεται σε μια πλαγιά κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Εκεί προσεύχεται, γράφει και ζωγραφίζει από το 1987, όταν έφυγε από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Εύβοια για να ζήσει ως αναχωρητής στο Άγιον Όρος».
Όπως αναλύει λεπτομερώς στο άρθρο του ο Βάργκας Γιόσα, ο Μιγκέλ Ανχελ ντε λα Χάρα προέρχεται από μια «καλή» οικογένεια της Λίμας του Περού, πολλά μέλη της οποίας είναι γνωστοί νομικοί και πολιτικοί. Οι γονείς του, εξαιρετικά προοδευτικοί, όταν στη δεκαετία του ’60 ο γιος τους -εξαιρετικός μαθητής- τους ανακοίνωσε πως δεν θα δώσει εξετάσεις απολυτηρίου «για να μη συμβιβαστεί με το «establishment», αντί να προκαλέσουν μια ελληνική τραγωδία στο σπίτι, αποδέχθηκαν την απόφασή του.
«Από τότε ο Μιγκέλ Ανχελ, ο μετέπειτα ιερομόναχος Συμεών, ένας νεαρός επαναστάτης και ονειροπόλος, έγινε ο πρώτος Περουβιανός χίπι. Διάβαζε σουρεαλιστές και Ρεμπό, μελετούσε το βουδισμό και τον ταοϊσμό και άφηνε τα μαλλιά του μακριά μέχρι τους ώμους. Έπειτα από επίθεση που δέχθηκε λόγω της εμφάνισής του από κάποιον νεαρό, πράξη που του κόστισε την εισαγωγή του σε νοσοκομείο και αμνησία για κάποιο διάστημα, οι συνετοί γονείς του τον έστειλαν στο εξωτερικό. Πήγε στο Λονδίνο και μετά στο Παρίσι και φυσικά αργότερα στην Ινδία και το Νεπάλ, έκανε γιόγκα, μελέτησε το βουδισμό και τον ινδουισμό, αλλά δεν έμεινε εκεί γιατί, όπως λέει ο ίδιος, το θέαμα της διαρκούς αθλιότητας στους δρόμους τού προκάλεσε πρόβλημα στο νευρικό του σύστημα.
Ξαναγυρίζει έτσι στο Παρίσι, εγκαθίσταται στο Καρτιέ Λατέν και αρχίζει να μαθαίνει κινέζικα, όταν μια μέρα σε ένα μικρό εστιατόριο εντυπωσιάζεται από έναν κληρικό με φαρδιά ράσα που έτρωγε μόνος του. Ήταν ένας ελληνορθόδοξος μοναχός, ελβετικής καταγωγής, και που η φιλία τους θα άλλαζε ριζικά τη ζωή του. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός». Αυτή η φράση που του είπε στην πρώτη τους συζήτηση παραμένει ακόμη ζωντανή στη μνήμη του, μετά από τριάντα χρόνια. Η πρώτη συνέπεια αυτής της νέας φιλίας ήταν ότι ο Μιγκέλ Ανχελ αντικατέστησε την εκμάθηση των κινέζικων με την αγιογραφία και άρχισε να ζωγραφίζει εικόνες στο ατελιέ του Λεονίντ Ουσπένσκι και να μελετά συγχρόνως θεολόγους και μυστικιστές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το 1972, ύστερα από ένα ταξίδι του στη Σερβία και την Ελλάδα, ασπάστηκε την ορθοδοξία και τον επόμενο χρόνο αποφάσισε να αφοσιωθεί στην Εκκλησία. Έγινε δεκτός στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην Εύβοια σε ηλικία 22 ετών χωρίς να μιλά λέξη ελληνικά.
«Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία», μου εκμυστηρεύτηκε. «Από την πρώτη μέρα στο μοναστήρι κατάλαβα πως επιτέλους είχα βρει αυτό που αναζητούσα». Όχι μόνο στη θρησκεία, αλλά και στην κουλτούρα και την ελληνική γλώσσα, που διαμόρφωσαν το πνεύμα και την προσωπικότητά του. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όλη η κοινότητα των μοναχών του Αγίου Γεωργίου μεταφέρθηκε στο Άγιον Όρος, ο πατέρας Συμεών ήξερε να διαβάζει και να γράφει ελληνικά και είχε ήδη αρχίσει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα σ’ αυτή τη γλώσσα. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε στο μοναστήρι του Οσίου Γρηγορίου στο Άγιον Όρος χειροτονήθηκε ιερέας και το πνευματικό και θεολογικό του έργο άφησε τα ίχνη του στην κοινότητα, ενώ από το 1983 βγαίνει από την Ελλάδα για να δώσει διαλέξεις για την Ορθοδοξία και το Άγιον Όρος. Μία από αυτές μάλιστα στην έδρα του ΝΑΤΟ!
Σ’ αυτήν τη δεκαετία δημοσιεύονται τα πρώτα του θρησκευτικά δοκίμια και τα ποιήματά του. Το τελευταίο «Με ιμάτιον μέλαν» (εκδόσεις Άγρα) περιέχει και χαρακτικά του, μια τέχνη με την οποία ασχολούνταν όταν ήταν νέος στη Λίμα και ξανάπιασε όταν αποσύρθηκε από το μοναστήρι, το 1987, στη σκήτη όπου ζει μέχρι τώρα. Στη διάλεξή του, στα ελληνικά, ο πατέρας Συμεών εξηγεί πως γι’ αυτόν το να γράφει είναι ένας τρόπος να ζει πιο βαθιά τη φύση που τον περιβάλλει στα βουνά και ένας τρόπος να προσεύχεται και να βρίσκει στιγμιαία λύτρωση και παρηγοριά, ενώ συνέκρινε την ασκητική με την αριστοτελική περιγραφή της κάθαρσης (…). Ο πατέρας Συμεών φαίνεται να είναι μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις του ανθρώπινου είδους, ικανού να αλλάξει τη ζωή του όσες φορές χρειάζεται, ακόμη και τώρα. Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; Για να μη φθαρεί από τη ρουτίνα και να μη μετατραπεί σε άγαλμα. Για να συνεχίσει να εξερευνά τις απεριόριστες δυνατότητες του κόσμου και της ζωής μέχρι την τελευταία του πνοή, με αυτήν τη χαρωπή περιέργεια με την οποία με ρωτά για τα πάντα που ξέρω και δεν ξέρω (…).
Γιατί με εντυπωσίασε τόσο η γνωριμία μου με τον πατέρα Συμεών ώστε όταν αποχαιρετιστήκαμε να έχω την εντύπωση πως αποχωρίζομαι έναν παλιό και αγαπημένο φίλο; Πρώτα πρώτα για την ανθρωπιά του και επιπλέον γιατί η περίπτωσή του είναι μια απόδειξη πως η τέλεια βιωμένη ελευθερία μπορεί να απελευθερώσει ένα ανθρώπινο ον από όλους τους περιορισμούς -θρησκεία, πατρίδα, κουλτούρα, γλώσσα, έθιμα- που για τους κοινούς πολίτες λειτουργούν στην πράξη σαν τόσους άλλους τόπους συγκέντρωσης, και να τους αντικαταστήσει με άλλους, ελεύθερα επιλεγμένους, σύμφωνα με τις επιθυμίες του και τα όνειρά του. Παραμένω αγνωστικιστής, οι θρησκευτικές αντιλήψεις με αφήνουν αδιάφορο. Αλλά το να περιορίσω την ιστορία του πατέρα Συμεών σε μια απλή αλλαγή πίστης θα ήταν αφύσικο. Η ιστορία του είναι αυτή ενός αποπροσανατολισμένου νέου χίπι που με θάρρος, ευαισθησία και επιμονή στάθηκε ικανός να αρνηθεί όλες τις εκδοχές της εποχής του, της οικογένειάς του, και της χώρας του και να κατασκευάσει έναν κόσμο στα δικά του μέτρα, με δικό του προορισμό, να φτιάξει μια ζωή που την εμπλούτισε ο ίδιος στη γη του Αριστοτέλη!».
Εφημ. Ελευθεροτυπία / 19 Οκτωβρίου 2002
https://americaofmyheart.wordpress.com/2015/08/04/o-aristotelis-k-o-p-symeon-de-la-jara-o-agioreitis-poiitis-apo-to-perou/
https://hippiesmetorthodoxy.wordpress.com/2015/08/04/o-aristotelis-k-o-p-symeon-de-la-jara-o-agioreitis-poiitis-apo-to-perou/


Mia sυνέντευξη στο περιοδικό «Ταχυδρόμος»,
Παρασκευή 28 Απριλίου 2000,


Συνέντευξη με τον Άρη Bασιλειάδη
Photos: Tάκης Διαμαντόπουλος
Γεννήθηκε στο Περού, ταξίδεψε παντού, γνώρισε όλες τις θρησκείες. Αφιερώθηκε στην ελληνική Ορθοδοξία. Ο ιερομόναχος Συμεών, κατά κόσμον Miguel Angel de la Jara Higginson, μιλάει άπταιστα ελληνικά. Τόσο καλά που μπορεί να κάνει τις προσευχές του ποίηση.
Δύο κοπέλες σε κεντρικό βιβλιοπωλείο φυλλομετρούν ένα μικρού σχήματος κίτρινο βιβλίο με ποιήματα. Κοιτάζω κλεφτά: « Ιερομόναχος Συμεών: Με ιμάτιον μέλαν». Τον φαντάζομαι να κάθεται στο μπαλκόνι του κελιού του δίπλα στη θάλασσα. Τα χέρια του ξεπροβάλλουν από το μαύρο ένδυμα, προσπαθώντας να αποτυπώσουν στο χαρτί φευγαλέες εικόνες και αρώματα της έμπνευσης. Μονάζει από το 1974 στο Άγιον Όρος. Αρχικά στη Μονή Οσίου Γρηγορίου, στη συνέχεια στο κελί του Τιμίου Σταυρού. Γεννήθηκε το 1950 στη Λίμα του Περού και το κατά κόσμον όνομά του είναι Miguel Angel de la Jara Higginson. Πριν γνωρίσει την ορθοδοξία, έζησε στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Αμερική, στην Αυστραλία και την Ασία.
Καρποί της αγάπης του με την ελληνική γλώσσα είναι η «Νηφάλιος μέθη» (Άγρα, 1985), το «Συμεών μνήμα» (Άγρα, 1994) και το «Με ιμάτιο μέλαν» (Άγρα, 1998). Διαβάζοντάς τα έχεις τη εντύπωση πως όλες οι αισθήσεις σου συμμετέχουν στο λόγο του, ενώ η μουσικότητα των στίχων του σε ταξιδεύει στις πηγές της γλώσσας.


Αντέχετε τη μοναξιά του μοναχού;
Είναι επιλογή, τη ζητώ. Είναι δύσκολη, οδυνηρή, αλλά αξίζει να είσαι μόνος προς μόνο, είναι βίωμα λυτρωτικό. Αν δεν είχα τη μοναξιά, θα με πλάκωνε η μοναξιά.
Πού οδηγεί;
Με βγάζει σ’ ένα σταυροδρόμι, σ’ ένα ξέφωτο, στη συνάντηση με τον άνεμο. Και πάντα αναρωτιέμαι, ψάχνω και περιμένω ένα σήμα. Κάθε στάση είναι και μια αρχή. Σε όλη τη δημιουργία παρατηρώ τη ομορφιά, ακόμα και στο πιο ευτελές πράγμα.
Ο μοναχός τι έφερε στη ζωή σας;
Το «επί ξύλου κρεμάμενος». Πάντως, μονάζω για τη χαρά που λυτρώνει. Και η μεγαλύτερη χαρά και ηδονή είναι η αγάπη, να δίνομαι εν αγαλλιάσει και να αισθάνομαι τον άλλο. Και τότε παίρνει μια θέση στη συνείδηση και στην καρδιά μου.
Αν μένατε στο Περού, θα μονάζατε;
Δεν μ’ ελκύει ο καθολικισμός που είναι η επίσημη θρησκεία του Περού. Ζητά μάλλον τη συμμόρφωση σ’ έναν κώδικα ηθικής. Γνώρισα και τις ανατολικές θρησκείες, αλλά δεν με έπεισαν.
Η ορθοδοξία σας «μίλησε»;
Με στερέωσε στην ελπίδα. Στην ορθοδοξία ο άνθρωπος μπορεί να γίνει «Θεός» κατά χάρη και μετοχή, να συμμετέχει στο θαύμα εδώ και τώρα. Το να είσαι ορθόδοξος μοναχός είναι δύσκολο. Ιδίως εάν ζητάς την αρμονία και όχι απλώς τη συμμόρφωση.
Το «Με ιμάτιο μέλαν» είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο σας. Πώς αισθάνεστε την ελληνική τόσο καλά, παρόλο που δεν είναι η μητρική σας γλώσσα;
Είμαι «αισθαντητής», αισθάνομαι τα πάντα: τις γλώσσες, τη δημιουργία, τα εσωτερικεύω όλα. Καθετί αντηχεί μέσα μου. Είναι απαραίτητο η εσωτερική αντήχηση να προηγηθεί της έκφρασης.
Η ποίηση πώς «αντήχησε» στη ζωή σας;
Οι ποιητές γεννιούνται, δεν γίνονται, όμως ασκούνται ως αθλητές του λόγου. Γράφω εξ απαλών ονύχων, αλλά εντατικά και καθημερινά στιχουργώ από το ’87. Είναι ένα είδος προσευχής. Αλλά όχιμόνο το γράψιμο. Και η ζωγραφική και η σχέση μου με τους ανθρώπους και τα πράγματα. Διαρκώς ψάχνω και ζητώ αυτή τη χαρά, τη χαρά της κοινωνίας. Η ποίηση είναι «αεί σχοινοβατείν», μια διαρκής πορεία, απαιτεί εγρήγορση και πάθος πολύ.
Νιώθετε να σχοινοβατείτε;
Αισθάνομαι ότι εξ ανάγκης πορεύομαι με χαρά σ’ ένα τεντωμένο σκοινί και μαζί τον κίνδυνο της πτώσης. Μόνο που πρέπει να προσέχεις και ν’ ακούς τα πάντα, το καθετί σου ζητάει να γίνει έκφραση. Κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεις τη δημιουργία, συμμετέχεις και προσφέρεσαι. Και όσο προσφέρεσαι τόσο σου δίνεται. Και εξ αυτής της επαφής η ποίηση χαριστικώς προκύπτει. Και δείχνεις τα ποιήματα για να μοιραστείς τη χαρά σου.
Πρώτα σας έρχεται η ιδέα και μετά τη μεταφράζετε στα ελληνικά;
Όχι, παιδάκι μου! Πρώτα πρώτα, δεν δουλεύω με ιδέες, τις σιχαίνομαι. Απλούστατα γράφω με ρυθμό κατευθείαν στα ελληνικά και ποτέ δεν ξέρω τι θα γράψω, πώς θα ανταποκριθώ στο κάλεσμα.
Πώς καθρεφτίζεται μέσα σας η ποίηση;
Η ποίηση είναι μια σχοινοβασία για να λυτρωθείς, να πας πέρα από τη φθορά δια της φθοράς, να βρεις την ομορφιά και την αγάπη, που είναι το μόνο πράγμα που τυλίγει και συγκρατεί το σύμπαν. Αλλά επειδή είμαστε στη φθορά, η ποίηση και η έκφραση σημαίνει αναζήτηση της λύτρωσης από τη φθορά. Η ίδια η φθορά εμπεριέχει την αλλαγή. Αν δεν είχαμε αλλαγές, δεν θα είχαμε ποίηση.
Η ζωή σας έχει σταθερότητα;
Πάντα ακολουθούσα ένα αόρατο νήμα, περίμενα το θαύμα... το θαυμαστό... το «merveilleux».
Αυτή η προσμονή σας δημιουργούσε ένταση;
Μια κατάσταση εγρήγορσης που δεν σε κουράζει ακριβώς, γιατί ευφραίνεσαι και αυτή η χαρά σε χαλαρώνει. Όταν σχοινοβατείς, δεν πρέπει να έχεις ένταση, πρέπει να είσαι χαλαρός γιατί αλλιώς πέφτεις. Να είσαι συγκεντρωμένος αλλά ευλύγιστος.
Από τις υποσημειώσεις σας βλέπω ότι τα περισσότερα τα γράφετε νύχτα.
Ψάχνω πάντοτε την ησυχία και συνέχεια γράφω, γιατί είμαι διαρκώς στη διαδικασία του γράφειν.
Και επιμένετε να χρησιμοποιείτε το πολυτονικό.
Αυτοί που επέβαλαν το μονοτονικό σύστημα, που είναι τελείως χρηστικό και πραγματιστικό, δεν καταλαβαίνουν ότι η γλώσσα έχει έναν πραγματιστικό χαρακτήρα. Εκτός του ότι δυσκολεύουν στην ανάγνωση, απογυμνώνουν το λόγο από τα στολίδια του.
Τα στολίδια εμποδίζουν την απλότητα;
Το στολίδι έχει πάντα, ως περιττό, έναν παραμυθητικό χαρακτήρα πολύ αναγκαίο για τον άνθρωπο, που από τη φύση του είναι ατελής, του λείπει η παραμυθία για την οποία πλάστηκε. Αλλά θέλουν ανθρώπους παραγωγικούς και όχι λυρικούς. Όλη η παιδεία που ακολουθούμε δεν έχει σχέση με τον ελληνικό λαό.
Αλλά;
Πρέπει να ανοιγόμαστε προς τα πάντα, αλλά βιώνοντας πραγματικά την παράδοσή μας. Να σταματήσει αυτό το τσίρκο και το «τραλαλά» και να φανεί το χάλι μας, η αδυναμία και το δάκρυ μας. Τότε μόνο κάτι μοντέρνο, ωραίο (που σημαίνει της κατάλληλης ώρας), παραδοσιακό κι ελπιδοφόρο μπορεί να προκύψει.
Θα περίμενε κανείς να διαβάσει από σας ποιήματα περισσότερο θρησκευτικού περιεχομένου.
Δόξα τω θεώ, δεν είναι θρησκευτικού περιεχομένου, γιατί πιστεύω ότι όντως είναι θρησκευτικά, δηλαδή μια απόπειρα προσευχής. Και κάθε πραγματική ποίηση είναι έτσι.
Τι είναι προσευχή για σας;
Η προσευχή είναι συνουσία του Θεού μετά του ανθρώπου και του ανθρώπου μετά του Θεού, χαρά, ευφροσύνη, αγάπη, πανδαισία.
Και ο λόγος;
Τελικά... ο λόγος που νικά το θάνατο... το όνειρο ενός ανθρώπου που ξυπνά.
Οι άλλοι μοναχοί πώς είδαν τα ποιήματά σας;
Επί το πλείστον δεν νομίζω ότι τα έχουν διαβάσει. Και αν ναι, θα είναι ελάχιστοι. Δυοτρεις μου έχουν κάνει κάποιο σχόλιο και μάλιστα θετικό. Γενικά αισθάνομαι απομονωμένος, μόνος, βαθύτατα τετρωμένος και περιττός. Είμαι ένα σύννεφο πολύμορφο και στον αέρα.
Στο Άγιον Όρος ο Θεός είναι πιο κοντά;
Δεν παίζει ρόλο ο τόπος αλλά ο τρόπος. Παντού υπάρχει η λύτρωση και οι πειρασμοί, εδώ έχουμε τη δυνατότητα της ησυχίας, αν και στ’ αλήθεια δεν ξέρω πού είναι το Άγιον Όρος. Βαθιά στην ψυχή μου νιώθω παντού παιδί του Θεού, μερικές φορές μακριά του, άλλες φορές κοντά του.
Γιατί πολλά μοναστήρια χτίζονται κοντά στη θάλασσα;
Ίσως επειδή η θάλασσα αντανακλά τον ουρανό. Αγαπώ πολύ τη θάλασσα και το υγρό στοιχείο. Όλα μου προξενούν δέος, ακόμη και τα πιο ευτελή.
Με τι έχετε να παλέψετε εδώ;
Με τη μελαγχολία, με το να μην αγαπάω κυρίως, με τη μικροψυχία, τη μιζέρια, τον εγωισμό, τη στασιμότητα, τις πρακτικές δυσκολίες εκτός κόσμου. Παλεύω να βρω ελεύθερο χρόνο για να γράφω και να χαζεύω, να χαϊδεύω το ασύλληπτο και ασαφές.
Πού οφείλεται το ότι διατηρείστε νέος;
Πίνω πολύ νερό, αλλά ίσως και στην παρθενία...
Ταξιδεύετε;
Πολύ, η ζωή μου είναι ένα ταξίδι. Από μικρός ένιωθα πως ο κόσμος είναι μια γειτονιά. Το ταξίδι είναι αναζήτηση χαράς. Η συνάντηση με τον άλλο, ουσιαστικά, είναι συνάντηση με τον εαυτό σου.
Πού μπορεί να φτάσει κανείς ταξιδεύοντας;
Μέχρι την ομορφότερη χώρα που είναι μέσα μας. Ταξιδεύω μακριά και όντας μέσα στο κελί. Το ταξίδι δεν έχει να κάνει τόσο με τη μετακίνηση όσο με την αγαπώσα καρδιά. Βέβαια, το καλύτερο ταξίδι γίνεται με ιπτάμενο χαλί. Πάντα μπρος! Τα πάντα είναι μπροστά μας, ακόμα και το παρελθόν, αρκεί να είμαστε διαθέσιμοι.

ΠΗΓΗ :http://boraeinai.blogspot.gr

Ἱερομόναχος Συμεών - Μὲ ἱμάτιον μέλαν (καθὼς ἄνεμος ἁπλῶς φυσᾶ)


J'ai le mal d'amour
Προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους ποὺ πρόσφεραν τὰ ἑλληνικά

Σταμάτησε ἡ βροχὴ καὶ ἄρχισε τὸ κρύο.
Σιωπηλός, πλησίασα τὴν ἡσυχία τοῦ νεροῦ καὶ συνομίλησα μὲ νούφαρα καὶ ψάρια καὶ κρίναὍλα φθείρονται
καὶ ἐξαφανίζονται
ἄρα ὄνειρο
σιωπηλὰ νούφαρα
καὶ ψάρια καὶ κρίνα;
8-12-97 Ξημέρωμα στὸ Κελλί
*
* *
Ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη
τοὺς κόλπους τῆς ἀγάπης
μοναχὸς εἶδα
14-6-94 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Πάρε τὴ στάμνα
μέσα ἔχω μιὰ πληγὴ
ὁλόγυρα δάσος
14-6-94 Ἑσπέρα στὸ Κελλί
*
* *
Φῶς καθὼς ἀφρὸς
ἀπὸ κουπὶ λαμπερὸς
διασκορπίζεται
15-6-94 Μεσημέρι στὸ Κελλί
*
* *
Γυρνάω νὰ δῶ
τὴ θάλασσα τὸ δάσος
καὶ ὁ τζίτζικας!
15-6-94 Ἑσπέρα στὸ μπαλκόνι τοῦ Κελλιοῦ
*
* *
Ὄρος ὅλο φῶς
καθὼς φῶς ὁ οὐρανὸς
καὶ ἡ θάλασσα
6-7-94 Μεσημέρι στὸ μπαλκόνι τοῦ Κελλιοῦ
*
* *
Πρωὶ στὴν ἀκτὴ
Ὢν ἀκάλυπτος
ἶρις ἀφανὴς αὔρα
πῶς περιβολή;
28-7-94
*
* *
Περνᾶ ἡ μέρα
ψιθυριστὸ τζιτζίκι
μὲ συντροφεύει
μὲ τέχνη καθὼς πάθος
θὰ ἔλθει ὁ θάνατος;
Τῆς Μεταμορφώσεως 1994, Ἑσπέρα στὸ Κελλὶ
*
* *
Τριαντάφυλλο
ἀνοιγμένο κοχύλι
ξεδιπλωμένο
στάλαγμα ἀναβλύζον
σὲ πολυτρίχια
λίγες λαμπερὲς
σταγόνες εἰς ἀέραν
καὶ τοῦτο μόνο
13-8-94 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Ὁρῶ τὸ κάλλος καθὼς ἀνατέλλει δίχως κάλυμμα
Ρόδινο νέφος
ἁπλωμένο ἀστέρι
πύρινο παιδὶ
περίσσια ἀπαστράφτει
ἔκθαμβος πονῶ σφόδρα
18-8-94 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Ἀφηρημένος
ἐπὶ κυμάτων πέραν
ξενιτεύεται
18-8-94 Μεσημέρι στὸ Κελλί
Μόνος μονάζω
μόνος μὲ τὸν ἄνεμο
μόνο μ᾿ ἐμένα
19-12-94 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Μοναχὸς μιλῶ
μὲ τὸ μελάνι μόνος
εἶμαι ντυμένος
20-12-94 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Σπάνιο μυστήριο
κλαίουσα χορεύεις
μὲ τὸν ἄνεμο;
28-2-95 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Κόβει τὰ χόρτα
Πετρώνιος διάκονος
στὸ ἄπειρο φῶς
16-7-95 Μεσημέρι στὸ Κελλί
*
* *
Θλιμμένη ἀγάλλεται
Ἁλμυρὰ νερὰ
πλέουσα πανσέληνος
λαμπρὰ διαβαίνει
29-7-95 Μεσάνυχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ἡμισέληνο
μοναχὸς καὶ τριζόνι
μοιραζόμαστε
23-9-95 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ἀλλεπάλληλα
προσπίπτουν τὰ κύματα
εἰς μνήμην ἀεὶ
18/19-10-95 Μεσάνυχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ἀναμένοντας
μοναχὸς στὴ μοναξιὰ
ξενιτεύομαι
12-11-95 Μεσημέρι στὸ Παρίσι
*
* *
Ἀπὸ τὸν πόνο
ἀπαστράπτον στὴ σιγὴ
πέφτει τὸ ἄνθος
16/17-11-95 Ἀκριβῶς μεσάνυχτα στὸ Παρίσι κατὰ μῆκος τοῦ Σηκουάνα
*
* *
Ἀκόμα μένουν
στὴν ἄσφαλτο στίλβουσες
γραμμὲς τοῦ τρὰμ
23-11-95 Νύχτα στὴν Ἀθήνα
*
* *
Ἀναβαίνουσα
ἀμυγδαλιὰ νυμφεία
φωνὴ παιδικὴ
σταλαγμοὺς τυλιγμένη
στὴν ὀμίχλη τοῦ λάκκου
13-1-96 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
στὴν Κ.
Ἄλλος οὐρανὸς
μοναχὴ σκεπάζεται
χωρὶς ἀγάπη
μ᾿ ἀστέρια καὶ φεγγάρι
ἐπὶ κλίνης θηλυκή
14/15-1-96 Μεσάνυχτα στὸ Κελλί
Τριζόνι σφόδρα
τραγουδᾶ ἀόρατο
ἔρωτα μόνο
Ὁρατὸ φέρεις ἀόρατο τριζόνι τὸν ἀόρατο
21/22-7-96 Μέσάνυχτα στὸ Κελλί μὲ πανσέληνο
*
* *
ΚΑΘΩΣ ΑΝΕΜΟΣ ΑΠΛΩΣ ΦΥΣΑ
Ἐρωτευμένα
δύο πουλιὰ ἐλαφρὰ
πλησιάζονται
καθὼς ὑποκλίνονται
ἀρωματικὰ φυτὰ
27-7/31-7-96
*
* *
Νύχτα στὸ μπαλκόνι τοῦ κελλιοῦ τρυφερὰ καὶ πέρα
Χρυσὸ φεγγάρι
ἀπόμακρο ἀστράφτεις
οὐράνιο παιδὶ
16-8-96
*
* *
ΠΟΘΟΣ
στὸν Λὶ Πὸ
Ὅλος πόνος ὁ κόσμος
ὡστόσο πόθος ὅλος
πονῶ ὡστόσο ποθῶ
ὅλος πόνος ὡστόσο
κόσμος ὅλος ὁ πόθος
ὡστόσο πόνος ὅλος
ποθῶ ὡστόσο πονῶ
ὅλος πόθος ὡστόσο
17-9-96 Ἑσπέρα στὴ Θεσσαλονίκη παρὰ θῖν᾿ ἁλὸς
*
* *
ΚΑΤ᾿ ΟΡΟΣ
Καθὼς ἀέρας
ἡδὺς ἀὴρ ἐράσμιος
ἐπὶ θαλάσσης
ἁπαλὴ πανσέληνος
θῆλυ ἀντανακλᾶται
9-2-97 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Φῶς πῶς φῶς πρὸς φῶς
καθὼς φῶς ἑσπερινὸ
φῶς ἐπαληθῶς
ἄλγος ὅλως φῶς ἐντὸς
προσκυνῶ διηνεκῶς
23-2-97 Ἑσπέρα στὸ Κελλί
*
* *
Πόνος παρ᾿ ἐμοὶ
πόθος ὁ ἀσφόδελος
ὅμως φῶς καὶ πῶς
Τοῦ Εὐαγγελισμοῦ 1997, Ἑσπέρα στὸ Κελλί
*
* *
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Μοναχὸς μένει
εὐωδιαστὸ χόρτο
ἥσυχη πόρτα
ἀνάλαφρος ἀέρας
μόνοι συναντιόμαστε
7-6-97 Ἑσπέρα στὸ μπαλκόνι τοῦ Κελλιοῦ
*
* *
Χριστούγεννα, ἐπέστρεψε ὁ ξένος στὸ κελλί,
κατόπιν ἀγρυπνίας καὶ ξεκουράστηκε,
μετὰ ἔστρωσε τὸ τραπέζι
καὶ ἄναψε δυὸ κεριὰ
καὶ εἶπε στὸν ἑαυτό του χρόνια πολλὰ
Ἡμέρα λαμπρὴ
καρδιὰ γαλήνια
μονάζω ἐδῶ
μένω χωρὶς κανέναν
μὲ ἱμάτιον μέλαν
1997 Πρωὶ στὸ Κελλί

Ἱερομόναχος Συμεών - Συμεὼν Μνῆμα

«Δὲν ἔχω φτάσει στὴ ζωοποιὸ νέκρωση, ποὺ ποθῶ. Δημοσιεύω αὐτὰ τὰ ποιήματα ἐπειδή, μέσα μου, ἔτσι αἰσθάνομαι ὅτι πρέπει νὰ πράττω. Δημοσιευμένα, ἴσως μποροῦν νὰ φθάσουν καὶ σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνωρίζω».
Ἐκ Παιδὸς ὁ καρπός μου εὕρηται
Προσοχὴ ἄκρα
ὁ ποιητὴς στὸ χαλὶ
ὀνειρεύεται
ὅλος ὀφθαλμὸς
πάνω ἀπ᾿ τὸν ἔρωτα
περιπλανώμενος
13-10-93
Μεσημέρι στὸ Κελλί

*
* *
Δάκρυα στὸ κελλὶ
στὸν οὐρανὸ τ᾿ ἄστρα
15-1-89
*
* *
Πέτρα ἀστραφτερὴ
πόθος πύρινος συμπυκνωμένος
ἀνάσα καὶ μέθη ἡλίου
ἀκόρεστη μοναχικὴ πληγωμένη
ἰώδης φαιὰ πρασινωπὴ
ἡσυχάζουσα
μαινομένη στιλπνὴ ἐρωμένη
27-6-91
*
* *
Μὲς στὸ φύλλωμα
ὅλη τὴν ἡμέρα ποιόν
τὸ ᾆσμα καλεῖ;
27-8/11-9-93
*
* *
Πέφτεις ἀνοιχτὸ
λουλούδι τῆς ἐρήμου
μέχρι τόν ᾄδη
11-9-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Νύχτα στὸ κελλὶ
λευκὴ χωρὶς κανέναν
ἡ κλίνη μόνη
21-12-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ἔναστρο κῦμα
μεσάνυχτα γαλήνιο
Συμεὼν μνῆμα
2 πρὸς 3-1-92 Μεσάνυχτα στὸ Κελλί
*
* *
Καλοκαίρι τὸ ξύλινο
κέλυφος τοῦ πόνου
μὲ πόρους ἐδῶ κι ἐκεῖ
28-7-92 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Θάλασσα
τὰ μαλλιὰ τῆς κόρης
κλαίουσα
πέρα δῶθε
28-7-92 Ἑσπέρα στὸ μπαλκόνι τοῦ Κελλιοῦ
*
* *
Νύχτα καὶ σιωπὴ
οὐρανὸς καὶ ἄνθρωπος
δάκρυσαν μαζί
17-4-93 Ἑσπέρα στὸ μπαλκόνι τοῦ Κελλιοῦ
Τέλος τοῦ θέρους
ἀνάστα πεταλούδα
γιατὶ κάθεσαι;
12-9-93 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Βράδυ στὴν αὐλὴ
φεύγουν τὰ χρώματα
ποιὸς εἶναι ἐδῶ;
22-9-93
*
* *
Νύχτα ἡ καρδιὰ
στὴ σιωπὴ ἀναπολεῖ
μὲ πόθο, μὰ τί;
22-9-93 Νύχτα στὸ Κελλί
Πόθος ὁ πόθος
ποῦ εἶναι ὁ Συμεών;
Σ᾿ ἔρωτα πέρα
18-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ξηρὸ τὸ κλαρὶ
καὶ πηγαινοέρχεται
ἀκόμα πουλὶ
19-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Πόνο στὴν καρδιὰ
προσκομίζει μοναχὸς
ξένος στὸν τόπο
19-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Φύλλα τῆς καρδιᾶς
καὶ λάμπουν
19-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Τριαντάφυλλο
καταλαμβανόμενο
ἀπὸ τὸν ἥλιο
20-10-93 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Τριαντάφυλλο
καὶ φωτίζει τὰ πάντα
φῶς ὅλο αὐτὸ
20-10-93 Πρωὶ στὸ Κελλί
*
* *
Ὡραῖα δυὸ
λεμόνια ἀπ᾿ τὸν κῆπο
λάμπουν πανταχοῦ
20-10-93 Μεσημέρι στὸ Κελλί
*
* *
Μόνος στὸ κελλὶ
θλίβομαι καὶ λυποῦμαι
τί ἀναζητῶ;
20-10-93 Μεσημέρι στὸ Κελλί
*
* *
Κλαίω στὸ κελλὶ
μὲ φιλεῖ τὸ γιασεμὶ
ἐπὶ τῆς κλίνης
20-10-93 Μεσημέρι στὸ Κελλί
*
* *
Ἐπιθυμία
στὴ μοναξιὰ τὴν καρδιὰ
πῶς μεταβάλλεις;
20-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Πόνος ὁ πόθος
ἀνθίζει τὴν ἄνοιξη
πῶς νὰ μὴν ποθῶ;
20-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Πόνος τῆς καρδιᾶς
ἀνθισμένος
20-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Μὲ τοὺς στίχους μου
νὰ μὲ καταφρονήσουν
τὸ φθινόπωρο;
20-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
Πῶς ἀνθισμένη
φωτίζει τὴν ἄβυσσο
ἡ ἀγγελική;
20-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Καὶ σείεσαι
κῦμα ποὺ περνᾶς
19-10/21-10-93
*
* *
Τριαντάφυλλο
τοῦ ἀοράτου κάλλους
ἀκατάληπτο
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Τριαντάφυλλο
κίτρινο σὲ ποτήρι
ὅλο ἐν ἐμοὶ
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Βάζο μὲ δάφνες
ἐλιὲς ἀμπελόφυλλα
καὶ γίνονται φῶς
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Γιὰ πές μου κισσὲ
πῶς νὰ μὴ σὲ κρατήσω;
Ἔνδον ὑπάρχεις
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Στὸ φῶς διαμένεις
γιασεμὶ ποὺ ἀγαπῶ
Πῶς μὲ ἀνάγεις;
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ρὸζ σὲ ποτήρι
πῶς τὴ νύχτα λαμπρύνει
ἕνα λουλούδι;
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Ἕνα γιασεμὶ
ἀκόμα δὲν θλίβεται
ἀπὸ τὸ κρύο
21-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί
*
* *
Καταλαμπρύνουν
τὴ θλιμμένη μου ψυχὴ
τρία τριαντάφυλλα
22-10-93 Μεσημέρι στὸ Κελλί
*
* *
Ζητῶ σε αὔρα
μὰ γιατὶ μοῦ ξεφεύγεις
ἐνῶ σ᾿ ἀγαπῶ;
22-10-93 Νύχτα στὸ Κελλί